Η χτεσινή συνέντευξη του Κυριάκου Μητσοτάκη με κεντρικό θέμα τα Τέμπη στον τηλεοπτικό σταθμό «Alpha» έπρεπε να έχει δοθεί τουλάχιστον πριν από ένα χρόνο. Όταν ήδη είχε αρχίσει να δημιουργείται η υποψία της συγκάλυψης, όταν ήδη είχαν αρχίσει οι αμφισβητήσεις, αλλά και οι θεωρίες συνωμοσίας, όπως για επιπλέον βαγόνια που εξαϋλώθηκαν. Κάλλιο αργά παρά ποτέ; Ίσως. Τι (μου) έμεινε ως γεύση από τη χτεσινή συνέντευξη;
Πρώτον ότι ο πρωθυπουργός έχει αναγνωρίσει τι θέλει η κοινωνία και προφανώς τι χρωστάει η κυβέρνηση και όλοι οι αρμόδιοι στους συγγενείς των θυμάτων. Αλήθεια, δικαιοσύνη και δέσμευση ότι Τέμπη δεν θα βιώσουμε ποτέ ξανά στο μέλλον.
Δεύτερον ότι αναγκάστηκε να έρθει σε θέση απολογούμενου, μετά τις μεγαλειώδεις και ακομμάτιστες συγκεντρώσεις.
Τρίτον ότι αναγνώρισε το λάθος στην πορεία αυτής της υπόθεσης, που έγινε από τη διαχείρισή της στη Βουλή, όπως και ότι, με τα σημερινά δεδομένα, δεν θα είχε δώσει την επίμαχη διαβεβαίωση περί μη ύπαρξης παράνομου φορτίου.
Τέταρτον ότι όντως ακόμα και σήμερα οι εκκρεμότητες για το πολύνεκρο δυστύχημα των Τεμπών είναι πολλές και δεν γνωρίζουμε όλες τις παραμέτρους, όλες τις λεπτομέρειες για τον θάνατο των συνανθρώπων μας.
Πέμπτον ότι προς το παρόν υπερασπίζεται το «σύστημα», αλλά δεν έχει και ξεκάθαρη εικόνα ο ίδιος για την υπόθεση. Περιμένει τα δεδομένα από τη διερεύνηση και από τη Δικαιοσύνη
και -έκτον- δηλώνει αποφασισμένος να στείλει τον λογαριασμό σε όποιον αποδειχθεί ότι έχει ευθύνη.
Έβδομον ότι δεν πρόκειται να χαριστεί σε κανέναν εφόσον προκύψουν ευθύνες, ούτε στα δικά του στελέχη, δηλώνοντας πρόθυμος να συσταθεί προανακριτική επιτροπή στη Βουλή με συγκεκριμένο κατηγορητήριο.
Όγδοον ότι είναι εξαιρετικά επικοινωνιακός πολιτικά και ταυτόχρονα ότι συμμερίζεται απόλυτα τον πόνο και την οργή που προκάλεσε η υπόθεση των Τεμπών, δηλώνοντας και ο ίδιος πληγωμένος από τη συγκεκριμένη υπόθεση.
Ένατον ότι παλεύει σχεδόν μόνος του και η υποστήριξη που έχει από τα μέλη της κυβέρνησής του στο συγκεκριμένο ζήτημα είναι μηδαμινή.
Δέκατον ότι με μια συνέντευξη δεν μπορεί να αλλάξει την κοινή γνώμη. Κι εδώ θα μείνω. Ο κ. Μητσοτάκης και όλοι μας οφείλουμε να σεβόμαστε τους θεσμούς. Δεν θα σεβαστεί κανείς όμως τον τρόπο που λειτουργούν. Συγγνώμη δηλαδή, αλλά δυο χρόνια μετά όλοι όσοι εμπλέκονται με παραμέτρους της διερεύνησης του δυστυχήματος των Τεμπών ακόμα δεν έχουν καταλήξει; Δεν μιλάμε για μια καθημερινή υπόθεση. Μιλάμε για μια υπόθεση που καίει όλη την κοινωνία, τους πάντες. Μιλάμε για 57 αδικοχαμένους συνανθρώπους μας. Και δυο χρόνια τώρα ακόμα ψάχνουν; Τι; Πηγαίνουν με τους κλασικούς ρυθμούς μιας οποιασδήποτε υπόθεσης; Και ο πρωθυπουργός το ανέχεται; Δεν λέω να παρέμβει ωμά στη δουλειά των ερευνητών, των επιστημόνων και της Δικαιοσύνης. Αλλά κάπου έλεος. Μια δημόσια επισήμανση, ακόμα και με τη μορφή επίπληξης ή σωστότερα με δηκτικό τρόπο, για να τονίσει ο ίδιος ο πρωθυπουργός ή οι υπουργοί του (λέμε τώρα...) την ανάγκη για επιτάχυνση των διαδικασιών, την προτεραιοποίηση των Τεμπών; Δύο χρόνια... Δυο χρόνια που η οργή και η απογοήτευση για μια Πολιτεία ανίκανη να δώσει αδιαμφισβήτητες απαντήσεις θέριεψε. Η καχυποψία για συγκάλυψη θέριεψε και με όσα είπε ο πρωθυπουργός τώρα αρχίζει κι ο ίδιος να έχει αμφιβολίες για όσα τον είχαν διαβεβαιώσει πριν από δυο χρόνια. Και η συνέντευξη αυτή ήρθε αργά. Και δεν είναι αρκετή. Και πρέπει ο πρωθυπουργός που ως πρόσωπο κέρδισε συμπάθεια να αλλάξει πολλά. Και στους θεσμούς, και τους φορείς που εμπλέκονται στην υπόθεση, και στα μέλη της κυβέρνησης και τα στελέχη του κόμματός του.
Όχι για το πολιτικό κόστος. Για την αλήθεια, για τη δικαιοσύνη για την εμπιστοσύνη. Και σε όσα (μου) έμειναν από τη συγκεκριμένη συνέντευξη θα προσθέσω κι ένα ενδέκατο: Μοναξιά.