Υπήρξε βασικό λιμάνι του Μακεδονικού βασιλείου από την ημέρα της ίδρυσής της εδώ και περισσότερους από 23 αιώνες. Εμπορικό κέντρο στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Συμβασιλεύουσα της Κωνσταντινούπολης επί Βυζαντίου. Πολυεθνικό κέντρο και χαρμάνι πολιτισμών επί Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Επίκεντρο δύο βαλκανικών πολέμων λόγω του λιμανιού της.
Για τη Θεσσαλονίκη τα ωραία και τα μεγαλειώδη σταματούν κάπου εδώ, καθώς τα τελευταία 110 χρόνια, από τη στιγμή που εντάχθηκε στον εθνικό κορμό, τα προσωνύμια που τη συνοδεύουν είναι για εσωτερική κατανάλωση, αφού δεν έχουν καμία αξία εκτός των συνόρων της χώρας. Συμπρωτεύουσα της Ελλάδας, ως δεύτερη σε μέγεθος πόλη της χώρας. «Πρωτεύουσα των προσφύγων», λόγω του μεγάλου αριθμού των Μικρασιατών που εγκαταστάθηκαν μετά την Καταστροφή του 1922. Αλλά και επίκεντρο –για κάποιους αιθεροβάμονες πρωτεύουσα- των Βαλκανίων από το 1990 και μετά, όταν έληξε ο Ψυχρός Πόλεμος και η παγκόσμια ιστορία γύρισε σελίδα, κάτι που επίσης δεν επιβεβαιώθηκε και σίγουρα δεν έχει γίνει αποδεκτό, ούτε καν ανεκτό, από τους βαλκάνιους γείτονες.
Αυτή η καταγραφή της θέσης που είχε και έχει η Θεσσαλονίκη στον ευρύτερο ιστορικό και γεωγραφικό χώρο που κατά περιόδους ανήκει πιστοποιεί το λαμπρό παρελθόν και –εξ’ αντανακλάσεως- φωτίζει ένα περιορισμένων οριζόντων παρόν. Για το μέλλον θα δούμε… Στις αρχές της εβδομάδας πάντως, όταν οι οργανωτές της έκθεσης «Ποσειδώνια», που θα πραγματοποιηθεί στη Θεσσαλονίκη προς τα τέλη Απριλίου και θα είναι αφιερωμένη στην κρουαζιέρα, αλλά και τα στελέχη «Celestyal Cruises», της εταιρείας κρουαζιέρας που τόλμησε τα τελευταία χρόνια να αναδείξει τη Θεσσαλονίκη σε home port, δηλαδή λιμάνι – βάση για τις κρουαζιέρες της, υποδέχθηκαν δημοσιογράφους στο κρουαζιερόπλοιο «Celestyal Crystal», που είχε δέσει στο λιμάνι της πόλης, η συζήτηση κατέληξε σε ένα πολύ συγκεκριμένο συμπέρασμα: αυτή τη στιγμή η Θεσσαλονίκη πέραν της Ελλάδος, των γειτονικών βαλκανικών χωρών και για ειδικούς λόγους του Ισραήλ παραμένει μια κατά βάση άγνωστη διεθνώς πόλη. Τόσο ως όνομα όσο και ως περιεχόμενο. Κάτι, άλλωστε, που γνωρίζουν πολύ καλά όσοι ασχολούνται με τον εισερχόμενο τουρισμό, ενώ έχουν αναγνωρίσει κατά καιρούς και οι παράγοντες της πόλης, οι οποίοι κυκλοφορούν στο εξωτερικό και έχουν εμπειρία από πρώτο χέρι.
Το συγκεκριμένο θέμα της διεθνούς αναγνωρισιμότητας της Θεσσαλονίκης θα ήταν απλώς μια άσκηση αυτοπεποίθησης για την πόλη και τους κατοίκους της, αν δεν επηρέαζε ουσιαστικά την οικονομία και ιδιαιτέρως τον τουρισμό. Ένα πεδίο στο οποίο η Θεσσαλονίκη –κατά γενική ομολογία- δεν έχει κατοχυρώσει το κομμάτι της αγοράς που μπορεί να κατακτήσει. Η περίπτωση της κρουαζιέρας είναι χαρακτηριστική –και κρίσιμη- για τους εξής λόγους:
Πρώτον, η Θεσσαλονίκη θεωρείται από τους ειδικούς ιδανικός προορισμός κρουαζιέρας επειδή είναι από τις ελάχιστες πόλεις στη Μεσόγειο, όπου το λιμάνι της βρίσκεται στο ιστορικό κέντρο και σε απόσταση πέντε λεπτών με τα πόδια από το πιο πολυσύχναστο σημείο της πόλης, την πλατεία Αριστοτέλους, και την αγορά.
Δεύτερον, η πόλη διαθέτει μεγάλη ιστορία, δεκάδες μνημεία, πολλά μουσεία, ενώ σε λογική απόσταση υπάρχουν παγκόσμια τοπόσημα (Όλυμπος, Πέλλα, Βεργίνα, Μέγας Αλέξανδρος, Αριστοτέλης, Βήματα του Αγίου Παύλου, Άγιον Όρος, αύριο μεθαύριο Αμφίπολη) που μπορούν να στηρίξουν ημερήσιες εκδρομές για τις οποίες ενδιαφέρονται οι εταιρείες κρουαζιέρας και οι πελάτες τους.
Με αυτά τα δεδομένα, αλλά κι επειδή η Θεσσαλονίκη μπορεί να συνδυαστεί με άλλους ελληνικούς νησιωτικούς προορισμούς, αλλά και λιμάνια της Τουρκίας όπως η Κωνσταντινούπολη και η Σμύρνη, θα έπρεπε να πηγαίνει καλά στον συγκεκριμένο τομέα του τουρισμού, κάτι που δεν συμβαίνει. Για το 2023 είναι επιβεβαιωμένη η προσέγγιση στο λιμάνι 69 κρουαζιερόπλοιων, αριθμός σαφώς μεγαλύτερος σε σχέση με τα τελευταία χρόνια, αλλά επί της ουσίας μικρός, αφού μπορεί να συγκριθεί ευθέως με τις προσεγγίσεις κρουαζιερόπλοιων στην Καβάλα, στον Βόλο και στη Λήμνο. Όσοι επιλέγουν να κάνουν διακοπές κρουαζιέρας είναι κατά κανόνα εύποροι και ψαγμένοι άνθρωποι από την Κεντρική και Βόρεια Ευρώπη και την Αμερική, οι οποίοι, όμως, δεν έχουν υπόψιν τους τη Θεσσαλονίκη, ακόμη κι αν αναζητούν προορισμούς στη Μεσόγειο. Η μόνη, αλλά σχετικά χλιαρή, δικαιολογία γι’ αυτό είναι ότι ως λιμάνι του Βορρά η Θεσσαλονίκη παραμένει σχετικά απομονωμένη.
Με κάθε αφορμή το θέμα –ή μάλλον το πρόβλημα- της διεθνούς φήμης και εμβέλειας της Θεσσαλονίκης επανέρχεται. Αν και τα τελευταία χρόνια οι πρωτοβουλίες των φορέων της πόλης –από τον δήμο και τα πανεπιστήμια, μέχρι τον Οργανισμό Τουριστικής Προβολής, την Ένωση Ξενοδόχων και τη ΔΕΘ Helexpo- δημιουργούν διακριτές ρωγμές στο γκρίζο πέπλο που στην εσπερία καλύπτει το όνομά της, κάποια συνολική πρωτοβουλία δεν διαγράφεται στον ορίζοντα. Ίσως επειδή η προσπάθεια που πρέπει να γίνει είναι μεγάλη και ξεπερνάει τις δυνάμεις –ενδεχομένως και τους στόχους και τις φιλοδοξίες- κάθε μεμονωμένου πολιτικού, αυτοδιοικητικού ή παραγωγικού φορέα, κανείς δεν ασχολείται στα σοβαρά. Ένα πρόσθετο πρόβλημα είναι ότι οι πάντες αντιλαμβάνονται –ακόμη κι όταν δεν το ομολογούν- δύο πράγματα: Πρώτον, ότι για να θεραπευτεί το πρόβλημα και η Θεσσαλονίκη να εξαντλήσει τα όρια της δημοσιότητας που μπορεί να επιτύχει χρειάζεται υπομονή και χρόνος, που ξεπερνάει μια τυπική θητεία υπουργού, δημάρχου ή προέδρου φορέα. Επιπλέον, πρόκειται για δουλειά ειδικών και όχι αιρετών, που το βασικό τους προσόν είναι ότι έχουν εκλεγεί. Ούτε, βέβαια, των κολλητών ή των ανιψιών τους, που –χωρίς αμφιβολία- είναι πολύ καλοί και ικανοί άνθρωποι, οι καλύτεροι επαγγελματίες, αλλά ούτε γνωρίζουν ούτε έχουν δοκιμαστεί στο συγκεκριμένο αντικείμενο.
Μιας και βρισκόμαστε ενώπιον διαρκών εκλογικών αναμετρήσεων εθνικού και τοπικού βεληνεκούς –εθνικές εκλογές τον Μάιο, μάλλον και τον Ιούλιο, αυτοδιοικητικές τον Οκτώβριο και επιμελητηριακές τον Δεκέμβριο-, ίσως θα ήταν οι κατάλληλη περίοδος να δούμε το θέμα αυτή τη φορά στα σοβαρά. Καθώς, μάλιστα, οι υποψήφιοι που νοιάζονται για την οικονομική και κοινωνική πρόοδο της Θεσσαλονίκης είναι πολλοί, ας το κοιτάξουν. Εντάξει το μετρό, οι ασφαλτοτρώσεις, το κυκλοφοριακό, η αποκομιδή των απορριμμάτων, ο ΟΑΣΘ και η σκληρή καθημερινότητα, αλλά το συγκεκριμένο ζήτημα είναι από αυτά που… γεννούν πραγματικότητα. Αυξάνει τον κοινωνικό πλούτο και δημιουργεί θέσεις εργασίας, στοιχεία απαραίτητα τόσο για την άνοδο του βιοτικού επιπέδου όσο και για την εμπέδωση ενός παραγωγικού κοσμοπολιτισμού. Σε μια περίοδο κατά την οποία η οικονομική ανάπτυξη και η απασχόληση είναι τα δύο σημαντικότερα ζητήματα για την κοινωνία και τους ανθρώπους –εννοείται μετά την υγεία- ο τουρισμός προσφέρει σημαντικές δυνατότητες, τις οποίες η Θεσσαλονίκη μπορεί να αξιοποιήσει και να βγει ωφελημένη. Ο ιδιωτικός τομέας, δηλαδή οι επιχειρηματίες, με το ένστικτο του κέρδους που τους διακρίνει έχουν εντοπίσει τις ευκαιρίες και δεν διστάζουν να επενδύσουν. Γι’ αυτό στην πόλη τα τελευταία χρόνια -και παρά τις ιδιαίτερες συνθήκες που δημιούργησε η πανδημία- οι πάσης φύσεως μονάδες φιλοξενίας, από καταλύματα για βραχυχρόνια μίσθωση μέχρι ξενοδοχεία πολυτελείας και όλα τα ενδιάμεσα, αυξάνονται και πληθύνονται. Πρόκειται για μια διαδικασία σε εξέλιξη, κάτι που σημαίνει ότι ο αριθμός των μονάδων του κλάδου της φιλοξενίας θα αυξηθεί ακόμη περισσότερο την προσεχή τριετία ή πενταετία. Μόνο που οι ιδιώτες –αντικειμενικά- δεν μπορούν να αναλάβουν το πρότζεκτ «Τουριστική Θεσσαλονίκη», διότι αφενός τους λείπει η νομιμοποίηση και αφετέρου συχνά το ανταγωνιστικό τους πνεύμα και το ίδιον συμφέρον υπερισχύει όλων των άλλων προσεγγίσεων. Κάτι που σε απλά ελληνικά σημαίνει ότι η συνεργασία μεταξύ τους είναι δύσκολη, για ένα θέμα ομπρέλα στις δραστηριότητές τους. Αντίθετα, οι δημόσιοι φορείς και όσοι τους εκπροσωπούν (υποτίθεται ότι) έχουν ως αποστολή το κοινό καλό, το οποίο έχουν την υποχρέωση να επιδιώκουν με κάθε πρόσφορο μέσο. Είναι μια «μάχη» που μέχρι τώρα αποφεύγουν να δώσουν…