Ίσως ήρθε η ώρα να βρει η Ν.Δ. τον ιδεολογικό προσανατολισμό της. Από την αρχή της ίδρυσής της υπήρχε το πρόβλημα προσδιορισμού της, και τούτο επειδή στην ηγεσία βρίσκονταν κεντρώοι πολιτικοί, ενώ ήσαν δεξιοί οι ψηφοφόροι.
Πορεύθηκε όμως επ’ αρκετό μ’ αυτήν την ομιχλώδη κατάσταση, αφενός επειδή η ηγετική φυσιογνωμία του Κωνσταντίνου Καραμανλή δεν επέτρεπε διαφοροποιήσεις, αφετέρου κατασκευάστηκε ένας πολιτικός όρος, πρωτοφανέρωτος, για να χαρακτηρίσει το κόμμα: «ριζοσπαστικός φιλελευθερισμός». Είναι σαφές πως ένας φιλελευθερισμός περισσότερο επαναστατικός, στον νέο-φιλελευθερισμό (δηλαδή στον άκρατο καπιταλισμό) οδηγεί και όχι στην ερμηνεία που έδωσαν οι επιτελείς του κόμματος, ότι πρόκειται για φιλελευθερισμό με «κοινωνικό πρόσωπο».
Φυσικά, οι αστοί ψηφοφόροι, εν αντιθέσει προς τους αριστερούς δεν ενδιαφέρονται για ιδεολογίες και θεωρητικές κατασκευές, και εκ τούτου προτιμήθηκε ο όρος «κεντροδεξιά» για να χαρακτηρίσει τη Ν.Δ., εννοώντας προφανώς πως ένας δεξιός είναι πιο σταθερός στον παραδοσιακό τρόπο ζωής, αποδεχόμενος τις αλλαγές με το σταγονόμετρο, ενώ ο κεντρώος ευκολότερα αποδέχεται τις μεταρρυθμίσεις και δεν είναι απόλυτος στην αντιπαράθεση με την Αριστερά.
Κάτι ανάλογο συνέβαινε και με το ΠΑΣΟΚ, όπου η ηγετική φυσιογνωμία του ιδρυτή του, έπειθε τους οπαδούς ότι επρόκειτο για ένα αριστερό κόμμα, ενώ ήταν καθαρά σοσιαλδημοκρατικό, η δε ειρωνεία είναι πως στην πολιτική της εφαρμογή η σοσιαλδημοκρατία δεν απέχει πολύ της λαϊκής δεξιάς.
Εν πάση περιπτώσει, ο περιορισμένος χώρος του σημειώματος δεν επιτρέπει ιδεολογικές αναλύσεις εν εκτάσει. Προσαρμοζόμενος στην πραγματικότητα, εκφράζω παγίως την θέση μου ότι στα κόμματα εξουσίας επιβάλλεται να επιτραπεί και θεσμικά η πολυφωνία, όχι μόνον επειδή όπως λέγει ο Μαρξ, πως από την θέση και την αντίθεση προέρχεται η σύνθεση, που είναι σωστό (αλλά σταματά την σύνθεση στην δικτατορία του προλεταριάτου, αρνούμενος -αντιεπιστημονικώς- να δεχθεί ότι στην σύνθεση αυτή που έγινε θέση, θα υπάρξει αντίθεση και εξ αυτών νέα σύνθεση, κ.ο.κ.).
Αλλά και από το γεγονός ότι, αν δεν μπορούν να συνταιριάξουν οι συγγενικές ομάδες πολιτικών μέσα σε ένα κόμμα, τότε τα κόμματα θα έπρεπε να είναι όσα και οι διαφορετικές απόψεις.
Σήμερα, εντός της ΝΔ οι τάσεις είναι πολλές, όπως και στον ΣΥΡΙΖΑ, και αυτό είναι υγιές. Στην Βρετανία, εντός του κόμματος των Συντηρητικών υπάρχει Λέσχη Αντιμοναρχικών. Όμως, εκεί πρόκειται για φλεγματικούς πολιτικούς, όχι με ιδιοσυγκρασία μεσογειακή. Σέβονται τον διάλογο (ναι, αυτόν που καθιερώσαμε εμείς, και τώρα τον αποστρεφόμαστε), και η αντιπαράθεση εντός του κόμματος δεν οδηγεί σε οξύτητες.
Εδώ, τα πράγματα είναι διαφορετικά. Και αν μια ομάδα ισχυροποιηθεί αρκετά, ο πειρασμός για διάσπαση είναι μεγάλος, εάν δεν εισακούονται οι υποδείξεις της, ιδίως μάλιστα εάν υποκινηθεί από εξωθεσμικά κέντρα - σύνηθες φαινόμενο.
Θεωρώ ότι οι διαφορές μεταξύ των κ.κ. Μεϊμαράκη και Μητσοτάκη, δεν οφείλονται ούτε σε τακτικές και μεθόδους, ούτε υπεισέρχονται προσωπικά κίνητρα. Απεναντίας, είναι ιδεολογικές. Ο μεν κ. Μεϊμαράκης δείχνει προσηλωμένος στο σχήμα της κεντροδεξιάς, ο δε κ. Μητσοτάκης είναι όντως φιλελεύθερος (και όχι νεοφιλελεύθερος όπως θέλησε να τον παρουσιάσει ο κ. Στυλιανίδης, στην προσπάθειά του να περιορίσει την δυναμική του).
Ο κ. Μεϊμαράκης έχει την συμπάθεια των λαϊκών στρωμάτων, ο κ. Μητσοτάκης των ανθρώπων της αγοράς, οι οποίοι και τον στήριξαν. Ο πρώτος συμφώνησε με την παράνομη επιδότηση των αγροτών από τον κ. Χατζηγάκη (την οποία θα πληρώσουμε τώρα όλοι μας), ο κ. Μητσοτάκης δεν θα το έπραττε. Ο κ. Μεϊμαράκης θα κρατούσε μια χρεωμένη επιχείρηση (όπως έκανε ο Έβερτ με την Θεσσαλική Χαρτοποιία, η οποία έκλεισε φυσικά μετά από λίγο) για κοινωνικούς λόγους, να μη απολυθούν οι εργαζόμενοι. Ο κ. Μητσοτάκης (όπως και ο κ. Μάνος) θα την έκλεινε.
Αυτές και πολλές παρόμοιες διαφοροποιήσεις μπορεί να βρει ο καθένας. Επομένως, η προσεχής εκλογική αναμέτρηση για την προεδρία του κόμματος, δεν αφορά επιλογή προσώπου, αλλά την μελλοντική φυσιογνωμία του κόμματος. Και η μικρή διαφορά σε ψήφους μεταξύ τους, δείχνει πως υπάρχουν δύο πολύ ισχυρές ομάδες, που το μέλλον θα δείξει αν μπορέσουν να βρουν κοινά σημεία, εκτός της επιθυμίας κατάληψης της εξουσίας.