Skip to main content

Εκλογές Σεπτεμβρίου: Η Κεντροδεξιά δεν μπορεί, η Αριστερά δεν θέλει

Ποιο είναι το μεγάλο πρόβλημα που καλούνται να λύσουν οι εχέφρονες ψηφοφόροι, με την ψήφο τους στις κάλπες της 20ης Σεπτεμβρίου.

Καθ’ όλη την διάρκεια της αντιπολίτευσης υπήρξε μια αταλάντευτη συνέχεια στο πολιτικό σκηνικό. Βρίσκονταν στην κυβέρνηση αστικά κόμματα και παίρνονταν αποφάσεις που ευνοούσαν την Αριστερά. Ίσως το φαινόμενο πρέπει να αποκληθεί «ελληνικό παράδοξο» και να αποτελεί αντικείμενο μελέτης στις πανεπιστημιακές σχολές της αλλοδαπής.

Εννοώ από πολιτικούς επιστήμονες και όχι άλλης ειδικότητας, αν και θα έπρεπε να συζητηθεί και αυτό το ενδεχόμενο, αφού και ο ίδιος ο Κωνσταντίνος Καραμανλής είχε διαπιστώσει πως είμαστε «ένα απέραντο φρενοκομείο».

Η Κεντροδεξιά δεν μπορεί να εφαρμόσει το πρόγραμμά της είτε επειδή δεν μπορεί να αντιμετωπίσει την Αριστερά, είτε επειδή δεν της το επιτρέπουν οι «χορηγοί» της, είτε για μικροκομματικούς λόγους. Υπάρχουν μάλιστα και περιπτώσεις, όπου η προσωπική αντιδικία ανατρέπει ιδεολογίες και προγράμματα. Τέτοια περίπτωση έλεγαν ότι ήταν η κρατικοποίηση των μεγαλύτερων επιχειρήσεων στην Ελλάδα, (Ναυπηγείων Σκαραμαγκά, Εμπορικής Τράπεζας… ιδιοκτησίας Ανδρεάδη), από τον τότε υπουργό Συντονισμού, Παπαληγούρα.

Οι έκπληκτοι επιχειρηματίες είχαν αποκαλέσει την πολιτική Παπαληγούρα «Σοσιαλμανία», και δεν τους ήταν δύσκολο να μεταπηδήσουν στον Ανδρέα Παπανδρέου, που έλεγε πως ήταν σοσιαλιστής (άσχετο, τι ήταν στην πραγματικότητα), αφού ούτως ή άλλως η Κεντροδεξιά ακολουθούσε σοσιαλιστική πολιτική.

Και αυτό δεν συνέβη μόνον στην οικονομία. Η διάλυση της αστικής Παιδείας με απόφαση του Γεωργίου Ράλλη ανατέθηκε στην Αριστερά. Την άλωση των αναφερομένων στον πολιτισμό, η Κεντροδεξιά την ανέθεσε επίσης στην Αριστερά, με διορισμούς σε υπεύθυνες θέσεις αριστερών «προσωπικοτήτων». Κυρίως στην κρατική ραδιοτηλεόραση.

Δεν προέβησαν οι αστοί πολιτικοί στις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις του κρατικού μηχανισμού, άλλοτε φοβούμενοι τις αντιδράσεις των ολιγαρίθμων αλλά δυναμικών ομάδων πίεσης της Αριστεράς, και επέτρεψαν την διάλυση του κράτους. Άλλοτε πάλι, για καθαρά μικροκομματικούς λόγους, και δήθεν «διατήρηση της κοινωνικής ειρήνης», προέβαιναν σε ικανοποίηση παράλογων συνδικαλιστικών αιτημάτων, προς βλάβη του συνόλου.

Άπειρα τέτοια παραδείγματα, όπως η διατήρηση επιχειρήσεων, χρονίως ελλειμματικών, με χρηματοδότηση από τον κρατικό προϋπολογισμό, για να μη πτωχεύσουν και απολυθούν οι εργαζόμενοι (ο κ. Τσίπρας έστειλε στην ανεργία 2.000 υπαλλήλους των μεταλλείων, και η Κεντροδεξιά σιωπά - όταν αυτή απέλυε έναν (1) εργαζόμενο, η Αριστερά ξεσήκωνε τον κόσμο, και η Κεντροδεξιά υποχωρούσε). Και για να μη αναφέρω στο πολιτικό -αλλά και κοινωνικό- έγκλημα του κ. Παυλόπουλου με τη νομιμοποίηση αδιακρίτως εκατοντάδων χιλιάδων συμβασιούχων. Μόνον στην Ελλάδα η έννοια του συμβασιούχου υποδηλώνει μονιμότητα.

Στην άλλη πλευρά, η Αριστερά δεν θέλει. Εξ ορισμού είναι εναντίον της ιδιωτικής πρωτοβουλίας και λόγω του διεθνισμού βρίσκεται και απέναντι στον ελληνικό τρόπο ζωής, για τον οποίο καταβάλλει τεράστιες προσπάθειες -εν πολλοίς επιτυχείς- προς εγκατάλειψή του.

Και είναι αφελές να πιστεύει κάποιος, ότι πρόκειται Αριστερός πολιτικός να λάβει μέτρα ενίσχυσης της ιδιωτικής πρωτοβουλίας. Η συμπεριφορά των κ.κ. Λαφαζάνη και Σκουρλέτη στο αρμόδιο υπουργείο είναι ενδεικτική. Και όχι μόνον αυτών. Από τις αυτές παρωχημένε ιδέες διακατέχεται και ο κ. Δρίτσας, που του ανετέθη -τι ειρωνεία- η αρμοδιότητα επί των Λιμένων, και περιμένουν επί 9μηνο οι Κινέζοι να καταλάβουν τι ακριβώς επιδίωκε η «πρώτη φορά Αριστερά».

Έχουν στηρίξει την επαγγελματική σταδιοδρομία τους στην πολιτική οι Αριστεροί, στον σοβιετισμό. Για συμφεροντολογικούς λόγους, ακόμη και αν αντιληφθούν το ουτοπικό των επιδιώξεών τους, δεν θα αλλάξουν συμπεριφορά. Θα καταστούν ανεπάγγελτοι.

Για όσους δε, δεν έχουν καταλάβει πώς παίζεται το παιχνίδι, και η Ευρώπη, αλλά και ιθαγενείς επιχειρηματίες, υποστηρίζουν τον ΣΥΡΙΖΑ, δεν είναι μυστικό, αφού μόνον η Αριστερά μπορεί να εφαρμόσει μέτρα, που θα ενοχλήσουν προνομιούχες τάξεις εργαζομένων, ακόμη και παρασιτικώς.

Αφενός, επειδή ελέγχει συνδικαλιστές και μάζες, αφετέρου η αστική αντιπολίτευση είναι πλαδαρή, χωρίς δυναμικές και συνεχείς κινητοποιήσεις, αλλά και χωρίς ενδιαφέρον. Δεν είναι ανόητη η Μέρκελ, που τράβηζε το χαλί κάτω από τον κ. Σαμαρά. Ξέρει σε ποιον ανέθεσε το δύσκολο έργο.

Αυτό είναι το μεγάλο πρόβλημα που καλούνται να λύσουν οι εχέφρονες ψηφοφόροι. Και δεν είναι καθόλου εύκολο. Πλην εάν η Κεντροδεξιά, φανεί κάποτε συνεπής στις υποχρεώσεις που επιβάλλει η ιδεολογία της.

Ο Μακεδών