του Γιώργου Δώρα
Η άποψη που διατύπωσε με συνέντευξή του στη Voria.gr ο πρόεδρος του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Θεσσαλονίκης κ. Δημήτρης Μπακατσέλος ότι η χώρα, οι επιχειρήσεις και το οικονομικό της σύστημα χρειάζονται 13 και όχι 59 Επιμελητήρια άναψε –στην κυριολεξία- φωτιές. Κατ’ αρχήν επανέφερε στο προσκήνιο τον «Καλλικράτη των Επιμελητηρίων», που είχε σκοπό να εφαρμόσει μετά το 2010 η πρώτη μνημονιακή κυβέρνηση του Γιώργου Παπανδρέου. Με αρμόδια υπουργό τότε την σημερινή πρόεδρο της Εθνικής Τράπεζας Λούκα Κατσέλη, η οποία, όμως, δεν πρόλαβε. Πρόκειται για μια πολύ σοβαρή και ορθολογική προσέγγιση, προκειμένου τα Επιμελητήρια να αντιστοιχιστούν με τις Περιφέρειες της χώρας, ώστε ο ρόλος τους στην οικονομική ανάπτυξη, καθώς και στη στήριξη της αγοράς και των επιχειρήσεων να γίνει πιο ουσιαστικός και πιο δυναμικός.
Από την άλλη, η ιδέα αυτή δημιουργεί ανησυχία στα σημερινά Επιμελητήρια. Σε ορισμένες, μάλιστα, περιπτώσεις επαναφέρει… εφιάλτες. Ιδιαίτερα στα περιφερειακά και μικρότερα, στο πλαίσιο των οποίων έχουν δημιουργηθεί σε κάθε ελληνική πόλη μικροσυστήματα τοπικών –και συχνά ατομικών- συμφερόντων. Από προέδρους που στην ουσία αμείβονται με το μήνα. Από ιδιοκτήτες ακινήτων οι οποίοι μισθώνουν τα ακίνητα τους για τις ανάγκες του επιμελητηρίου κα ταυτόχρονα είναι μέλη της διοίκησης του. Από εργαζόμενους, οι οποίοι βρίσκονται να υπηρετούν τις ανάγκες των επιχειρήσεων, δηλαδή του ιδιωτικού τομέα, όντας οι ίδιοι σε καθεστώς δημοσίου υπαλλήλου, με ό,τι σημαίνει κάτι τέτοιο.
Για την ανάπτυξη όλων αυτών των… παρενεργειών συνέβαλε το σύστημα της υποχρεωτικότητας των συνδρομών, που ίσχυσε μέχρι πέρσι για περίπου 25 – 30 χρόνια και προσέφερε σε κάθε επιμελητήριο ουσιαστική οικονομική αυτονομία, με πόρους νομά διασφαλισμένους.
Στον οικονομικά ανεπτυγμένο κόσμο ο θεσμός των Επιμελητηρίων έχει αυξημένο κύρος. Σε πολλές περιπτώσεις προσφέρει στις επιχειρήσεις –μέλη σημαντικές υπηρεσίες. Από πληροφόρηση και εκπαίδευση, μέχρι προώθηση θεμάτων που απασχολούν την αγορά και άσκηση πίεσης στα κέντρα λήψης των αποφάσεων. Υπάρχουν, μάλιστα, χώρες, στις οποίες τα Επιμελητήρια έχουν επιρροή και δύναμη υπουργείου. Γι’ αυτό τα πρόσωπα που τα διοικούν έχουν αυξημένη αναγνωρισιμότητα και κύρος, πρωτίστως ανάμεσα στην επιχειρηματική κοινότητα και στην κοινωνία ευρύτερα.
Στην Ελλάδα –όπως συμβαίνει με πολλά άλλα πράγματα- τα Επιμελητήρια κινούνται εδώ και χρόνια περισσότερο με κεκτημένη ταχύτητα και λιγότερο με συγκεκριμένες στοχεύσεις. Κυρίως καταγράφουν δεδομένα, αφού είναι οι διαχειριστές του Γενικού Εμπορικού Μητρώου. Από εκεί και πέρα εξαρτάται από την αντίληψη και τη διάθεση των διοικήσεων τους εάν μπουν σε κάποια κοινοτικά προγράμματα, εάν οργανώσουν ενημερωτικά σεμινάρια, εάν φιλοξενήσουν κλαδικές εκδηλώσεις, εάν πάρουν πρωτοβουλίες για τη στήριξη της αγοράς, εάν προωθήσουν στα υπουργεία αιτήματα των μελών τους. Με βάση τη νομοθεσία που υπάρχει τα Επιμελητήρια είναι σύμβουλοι της πολιτείας. Κάτι που σημαίνει οργανωμένη τεκμηρίωση θέσεων και συγκεκριμένες προτάσεις για την επίλυση προβλημάτων. Συχνά, όμως, στις εκλογές των Επιμελητηρίων οι υποψήφιοι κατέρχονται σε παρατάξεις και με θέσεις που οδηγούν σε συγκρούσεις συνδικαλιστικού –εάν όχι κομματικού- τύπου.
Για τη Θεσσαλονίκη –και τη Β. Ελλάδα γενικότερα- ένας ενδεχόμενος Καλλικράτης στα Επιμελητήρια θα είχε εξαιρετικό ενδιαφέρον. Πέρα από τις οικονομίες κλίμακος, ενδεχομένως θα αποδεικνυόταν πιο αποτελεσματικός από το σημερινό καθεστώς. Όπως αναγνωρίζουν όχι μόνο ο πρόεδρος του ΕΒΕΘ, αλλά και άλλοι επιμελητηριακοί παράγοντες, οι απόψεις των Επιμελητηρίων σήμερα δεν εισακούγονται. Οι θέσεις τους δεν περνάνε στα κέντρα λήψης των αποφάσεων. Σε αυτό ασφαλώς παίζουν ρόλο τα μεγέθη και η οργάνωση. Για παράδειγμα στην Κεντρική Μακεδονία: Ένα Επιμελητήριο με πάνω από 100.0000 επιχειρήσεις – μέλη (από τις πιο μεγάλες μέχρι τις μικρότερες) και τεχνοκρατική οργάνωση θα είχε περισσότερες δυνατότητες και πιθανότατα πολύ μεγαλύτερη επιρροή και από τα εννέα μαζί που υπάρχουν σήμερα –τρία στη Θεσσαλονίκη και έξι στις πρωτεύουσες των γύρω νομών.