Καθόλου σπάνιο δεν είναι να συναντήσεις απόψεις στην κοινωνία του τύπου «ό,τι και να λέμε εμείς, στο τέλος η Ευρώπη αποφασίζει, οπότε τι να κάνουμε…». Αυτό σχετίζεται με το γενικότερο δόγμα πως εκεί στις Βρυξέλλες, την έδρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, χτυπά η καρδιά της πολιτικής στο γενικότερο πλαίσιό της για τις 27 χώρες -μέλη της ΕΕ. Εκεί είναι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ευρύτερα γνωστή ως Κομισιόν. Εκεί κουρδίζεται το ευρωπαϊκό ρολόι που χτυπά ορίζοντας τις τύχες των εκατομμυρίων Ευρωπαίων κατοίκων, πέραν των αποφάσεων των εθνικών κυβερνήσεών τους.
Από τις Βρυξέλλες του Βελγίου μέχρι το Στρασβούργο της Γαλλίας, όπου είναι και η έδρα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, η απόσταση των 440 χιλιομέτρων δεν είναι μεγάλη. Μεγάλη είναι μόνο σε ό,τι αφορά τον βαθμό άσκησης εξουσίας, χάραξης πολιτικής και εφαρμογής των αποφάσεων για τη διαμόρφωση αυτού που λέμε ευρωπαϊκό γίγνεσθαι. Αλίμονο, κανείς δεν θα μπορούσε να βάλει στην ίδια ζυγαριά τα δύο όργανα. Όπως επίσης κανείς δεν θα μπορούσε όλα αυτά να τα εξισώσει με τα Συμβούλια Κορυφής, εκείνα δηλ. στα οποία αποφασίζουν οι ηγεσίες των 27 κρατών για τον κοινό βηματισμό της ΕΕ. Είναι γνωστά όλα αυτά, ωστόσο κάθε φορά μας διαφεύγουν όταν έρχεται η ώρα να ψηφίσουμε για το ποιους στέλνουμε ως εκπροσώπους μας στην Ευρωβουλή και θεωρούμε πως δεν είναι και πολύ… δική μας δουλειά, αλλά αλλουνού. Κι όμως με την πρώτη ευκαιρία επικαλούμαστε αυτό που προανέφερα, «εκεί στις Βρυξέλλες είναι που αποφασίζουν…» και πάρτε από μπροστά μας το ποτήρι της ευθύνης.
Για να έχουμε και καλύτερη εικόνα, ας σκεφτούμε πως εμείς ψηφίζουμε -η κάθε χώρα ανάλογα με τον πληθυσμό της- για τους συνολικά 720 ευρωβουλευτές της επόμενης πενταετίας στο κορυφαίο πολιτειακό θεσμικό όργανο της ΕΕ, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Εξ αντανακλάσεως στη συνέχεια, μιας και δεν προκύπτει από την άμεση ψήφο μας, θα αναδειχθεί η ηγεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και με καραμπόλα από τις εθνικές κυβερνήσεις τα μέλη της Επιτροπής, δηλ. οι Επίτροποι. Εάν κανείς εκτιμά πως πρόκειται για ψιλά γράμματα, τότε πλανάται πλάνην οικτράν κι απλώς προτιμάει την γκρίνια και μια ανέξοδη κριτική καφενειακού τύπου.
Οι ψηφοφόροι οφείλουν να σκεφτούν πως δεν είμαστε μόνοι στον κόσμο και συγκεκριμένα δεν είμαστε μόνοι μας στην ΕΕ. Είμαστε μέλη της, έχουμε λόγο κι εμείς αποφασίζουμε. Είναι καθαρά και ξάστερα δικό μας δικαίωμα. Δική μας υποχρέωση, δική μας η στάση, δική μας η επιλογή, δική μας η συμμετοχή.
Για το πού πάει η ΕΕ, ποια είναι τα τρωτά της, ποιες οι γραφειοκρατικές της ασθένειες, από ποια σύνδρομα καθυστέρησης πάσχει, ποια πολιτικά στοιχήματα πρέπει να κερδίσει, ποια οικονομική διαδρομή θα ακολουθήσει τα λέμε και τα ξαναλέμε με την κάθε ευκαιρία, σε κάθε θέμα που προκύπτει. Σκεφτείτε μόνο πως υπάρχει καθημερινά κάτι ευρωπαϊκό που δεσπόζει στην ειδησεογραφία και με τον έναν ή τον άλλον τρόπο κάπως ρυθμίζει, κάπως επηρεάζει, κάπως διαμορφώνει τη μέρα μας. Κι όσο κι αν πάσχει η ΕΕ από διαγνωσμένη πολιτική… πλατυποδία, όσο κι αν αργεί να πάρει τα πόδια της, κάπως τελικά κινείται. Κάπως προχωρά και στέκεται στο διεθνές στερέωμα.
Είναι χρέος μας να δούμε κατάματα τις ευρωεκλογές υπό το βάρος της ατομικής ευθύνης του καθενός, αυτή ορίζει τη συμμετοχή μας στην ερχόμενη εκλογική διαδικασία. Σε δυο βδομάδες θα ξέρουμε. Θα δούμε τι ταμείο θα κάνουμε. Πόσοι θα πάμε να ψηφίσουμε και ποιους θα ψηφίσουμε. Όμως αυτή είναι κουβέντα της 10ης Ιουνίου. Μέχρι τότε, δηλ. αυτές τις μέρες, θα πρέπει να διαλέξουμε με προσοχή ποιους θα στείλουμε με την ψήφο μας στο Στρασβούργο. Από τους 720 ευρωβουλευτές της επόμενης περιόδου, οι 21 θα είναι οι δικοί μας. Αυτούς τους 21 θα πρέπει να τους επιλέξουμε μέσα από τα 31 κόμματα που κατέρχονται στις εκλογές της 9ης Ιουνίου. Και κάθε φορά, η αγωνία όλων -που μάλλον είναι προσχηματική- έχει να κάνει με τα ποσοστά συμμετοχής στην εκλογική διαδικασία, ξορκίζοντας τα υψηλά ποσοστά αποχής. Ούτε σε σχέση με αυτά μπορούμε να κάνουμε τους ανήξερους, τους ανίδεους και τους ξαφνιασμένους. Και καλά να προσπαθούμε να εξηγήσουμε τα αριθμητικά δεδομένα, πόσοι πήγαν να ψηφίσουν και πόσοι λάκισαν από τον καιρό, τον ήλιο και τις παραλίες, λες και «αυτοί» δεν είμαστε εμείς στην τελική.
Αν θυμηθούμε τα ποσοστά από τις προηγούμενες εκλογικές αναμετρήσεις, θα βγουν χρήσιμα συμπεράσματα. Μόλις πέρυσι τον Ιούνιο, στις 25 του μήνα που είχαμε τις επαναληπτικές εθνικές εκλογές, το ποσοστό των ψηφισάντων έφτασε μόλις το 53,74% από αυτούς που είχαν δικαίωμα ψήφου. Προσέξτε, τότε ψηφίσαμε για τη Βουλή των 300 και ποιο κόμμα θα κυβερνήσει τον τόπο. Λίγους μήνες αργότερα, στις 8 Οκτωβρίου, και πάλι το 2023, είχαμε τον πρώτο γύρο των αυτοδιοικητικών εκλογών και τότε το ποσοστό συμμετοχής έφτασε το 52,50%. Τότε ψηφίσαμε ποιοι θα διοικήσουν τους δήμους και τις περιφέρειές μας. Εάν κάνουμε ένα ζουμ στις προηγούμενες ευρωεκλογές, δηλ. πάμε στις 3 Ιουνίου 2019, τότε θα διαπιστώσουμε πως το ποσοστό των ψηφοφόρων που έφτασε στις κάλπες άγγιξε το 58,69%.
Τι μας δείχνουν όλα αυτά; Πως η αποχή, είτε καλοκαίρι είτε φθινόπωρο, είναι δεδομένη και περίπου 4,5 στους 10 σφυρίζουν αδιάφορα όταν στήνονται κάλπες. Άσχετα από το πόσο σημαντικές είναι. Βαδίζουμε προς κοινωνίες α-πολιτίκ κι άλλη λύση από τη συμμετοχή δεν υπάρχει.
Δικαιολογίες του τύπου δεν ακούμε τίποτα για την Ευρώπη ή δεν μας αρέσουν αυτοί που προτείνουν τα κόμματα δεν χωρούν. Ας ψάξουμε να δούμε ποιοι πιστεύουν στην Ευρώπη, ποιοι θέλουν να δουλέψουν γι΄ αυτήν, για ποια Ευρώπη κόπτονται κι ας δώσουμε σε αυτούς το πράσινο φως. Αλλιώς, αγκαλιά με ένα κόπερτον στην παραλία ή πεζοπορία σε φαράγγι και στο διάλειμμα θα παίζουμε 21, αδιαφορώντας για το ποιοι θα είναι οι 21 ευρωβουλευτές μας. Κι αν δεν μας αρέσει η 21, υπάρχει και… η 31, 31 άλλωστε και τα κόμματα.