Έχω ακούσει από πολλούς, ιδιαίτερα τις τελευταίες μέρες, πως τους γυροφέρνουν διάφορες σκέψεις για το τι να ψηφίσουν την ερχόμενη Κυριακή στις Ευρωεκλογές. Δεν λένε να αποφασίσουν. Μάλιστα κάποιοι από αυτούς σκέφτονται να μην πάνε καν. Αυτό δεν το «συναντούσα» πέρυσι, παραμονές των εθνικών εκλογών. Τότε βέβαια ήταν ξεκάθαρο το διακύβευμα, μιας και αφορούσε στη διακυβέρνηση της χώρας τα επόμενα χρόνια. Μιλούσαμε για το κόμμα και τους βουλευτές που όριζαν την τύχη του τόπου. Τώρα όμως, όπως συμβαίνει και κάθε φορά που έχουμε Ευρωεκλογές, τα πράγματα είναι πιο θολά, πιο αόριστα. Τώρα έχουμε να κάνουμε με τους 21 από τους 720 συνολικά ευρωβουλευτές που θα εκλέξουμε, για να μας αντιπροσωπεύσουν σε ένα κορυφαίο θεσμικό όργανο της ΕΕ, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Φυσικά και δεν είναι το ίδιο. Ασχέτως εάν οι αποφάσεις στις Βρυξέλλες και στο Στρασβούργο επηρεάζουν πολλές φορές τις ζωές μας περισσότερο κι από τις αποφάσεις των εθνικών εκλογών.
Οι σκέψεις όμως των αναποφάσιστων ή και όσων έχουν δίλημμα ακόμη και για το εάν θα ασκήσουν το εκλογικό τους δικαίωμα δεν είναι και τόσο αναπάντεχες, για να λέμε πως πέφτουμε από τα σύννεφα. Δείτε πώς διεξάγεται ειδικά τις τελευταίες μέρες ο δημόσιος διάλογος, η αντιπαράθεση των κομμάτων και ποια θέματα προκρίνονται σε αυτήν την εκλογική αναμέτρηση. Οι κόντρες έχουν να κάνουν με την εφαρμοσμένη πολιτική εντός συνόρων και τα θέματα της Ευρώπης έχουν περάσει σε δεύτερη, τριτοτέταρτη μοίρα. Έτσι, πορευόμαστε προς τις Ευρωεκλογές, αλλά σαφέστατα με άρωμα εθνικών. Ή εάν θέλετε καλύτερα, με τα θέματα της εσωτερικής πολιτικής ατζέντας.
Σε όλες τις δημόσιες συζητήσεις των πολιτικών αρχηγών και των υποψήφιων ευρωβουλευτών, αλλά και των λοιπών εκπροσώπων και βουλευτών, στην τρέχουσα προεκλογική περίοδο κυριαρχούν οι αντιπαραθέσεις για την ακρίβεια, τα κοστολογημένα προγράμματα, τα λεφτόδεντρα, το πόθεν έσχες του Κασσελάκη, τα ποσοστά κι ο πήχης, που αντιστοιχίζεται με τις περσινές εθνικές εκλογές ή τις Ευρωεκλογές του ΄19. Ακούμε φυσικά για τα Τέμπη, τις υποκλοπές, την υγεία, την παιδεία. Κι όλα αυτά είναι πολύ σοβαρά και όντως απασχολούν τους πολίτες. Όμως δεν έχουν καμία σχέση με το σκοπό για τον οποίο διενεργούνται οι Ευρωεκλογές. Δηλαδή πάμε για Ευρωεκλογές χωρίς καν άρωμα Ευρώπης. Το αστείο είναι ότι όποιον και να ρωτήσεις από τα κομματικά επιτελεία, θα απαντήσει ελαφρά τη καρδία πως είναι σαφές και ξεκάθαρο το ευρωπαϊκό μας πρόγραμμα. Είναι οι γνωστοί, οι ευρωπαϊκοί μας στόχοι. Στόχους ακούμε, στόχους όμως δεν βλέπουμε.
Θα ήταν άδικο, νομίζω, να πούμε πως αυτό συμβαίνει μόνο στη χώρα μας. Τα ίδια πάνω κάτω βλέπουμε σε πλειάδα άλλων χωρών – μελών της ΕΕ. Απουσιάζει κι από εκεί η Ευρώπη. Εάν ανατρέξετε σε ευρωπαϊκά πρωτοσέλιδα εφημερίδων, δεν θα δείτε και πολλές σαφείς αναφορές στην Ευρώπη της επόμενης μέρας. Κι ας είμαστε λίγα 24ωρα πριν από τις κάλπες της Κυριακής.
Κι όμως, τα ζητήματα που έχει να λύσει, να προχωρήσει, να ρυθμίσει η ΕΕ είναι και πολλά και σημαντικά και εξαιρετικά δύσκολα. Αρκεί να αναλογιστούμε πως η Ευρώπη της επόμενης μέρας, δηλ. με το νέο Ευρωκοινοβούλιο και τη νέα Κομισιόν, θα πρέπει συνολικά να αντιμετωπίσει ζητήματα που ρυθμίζουν τις ζωές όλων των λαών που την απαρτίζουν. Και μόνο οι αριθμοί των εμπλεκομένων φτάνουν. Θα πρέπει να αντιμετωπίσει ζητήματα που έχουν να κάνουν με τις νέες πολιτικές οικονομικής σταθερότητας, που σημαίνει νέους σφιχτούς προϋπολογισμούς, τις κατευθύνσεις αναφορικά με την άμυνα και την ασφάλεια, τις διαδρομές για μια πιο πράσινη Ευρώπη, τις αποφάσεις για την κλιματική κρίση, για την υγεία, την παιδεία, τις σχέσεις με την Κίνα, την Ινδία και το εμπόριο, αλλά και φυσικά τις σχέσεις μας με τις ΗΠΑ και τη Βρετανία. Σε αυτά βέβαια θα πρέπει να προσθέσουμε και τις τελευταίες εξελίξεις στην περιοχή. Ο πόλεμος στην Ουκρανία αλλάζει πίστα -συνεχώς προς το χειρότερο- κι ο πόλεμος στην Γάζα προσθέτει συνεχώς θύματα. Η Ευρώπη καλείται να ορίσει ποια βήματα θέλει να κάνει.
Ε, μετά από όλα αυτά, εάν θεωρούμε πως οι εκλογές της Κυριακής, ενώ είναι για την Ευρώπη, μυρίζουν απλώς εθνικές, τότε δυστυχώς είμαστε πολύ μακριά από την πραγματικότητα. Κι η εθελοτυφλία είναι μια ύπουλη και επικίνδυνη ασθένεια. Πόσο μάλλον όταν οι θεραπείες είναι αμιγώς πολιτικές. Δεν αρκεί η αγωνία περί του ποσοστού της αποχής και της πιθανής ανόδου των εθνικιστικών ή και ακροδεξιών σχηματισμών. Πρέπει να συνοδεύεται κι από ενέργειες. Κι από αυτές πάσχουμε. Εξάλλου, τα… ενεργειακά δεν ήταν ποτέ το δυνατό μας χαρτί. Έχουμε μια ολόκληρη εβδομάδα να τα βάλουμε κάτω, να μελετήσουμε σχέδια και προοπτικές. Αν δεν το κάνουμε, θα έχουμε δώσει μόνοι μας χώρο για να συντελεστεί μια θεσμική πολιτική αυτοχειρία.