Skip to main content

Το φαινόμενο Καρυστιανού

Το πρόβλημα δεν είναι η Καρυστιανού αλλά η τραγική ανεπάρκεια και η ένδεια πολιτικών επιχειρημάτων του συνόλου των κομμάτων της αντιπολίτευσης - Γράφει ο δικηγόρος Χρήστος Γιαννακούλας
Προσθήκη του voria.gr ως προτεινόμενη πηγή στην Google

Όποιος έχει διαβάσει τη νουβέλα του Ράντγιαρντ Κίπλινγκ «Ο άνθρωπος που θα γινόταν Βασιλιάς» θα θυμάται πόσο λίγο απέχει στον δημόσιο βίο η αγιοποίηση από την απαξίωση και τον εξοβελισμό. Αυτή ακριβώς είναι και η περίπτωση της Μαρίας Καρυστιανού. Και εξηγούμαι.

Η δημιουργία του φαινομένου Καρυστιανού και της έκτασης που έχει λάβει, έχει δύο γενεσιουργές αιτίες. Η πρώτη είναι το τραγικό δυστύχημα στα Τέμπη και η δεύτερη η εδώ και χρόνια παντελής ανικανότητα των κομμάτων της αντιπολιτεύσεως, μείζονος και ελάσσονος, να αρθρώσουν πραγματικό πολιτικό λόγο, προκειμένου να αντιπαρατεθούν στην κυβερνώσα παράταξη και τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Η συνειδητοποίηση αυτή οδήγησε τους αντιπάλους του, να αδράξουν την ευκαιρία που τους παρουσιάστηκε με το δυστύχημα, εργαλειοποιώντας το, με τη συνδρομή όλων των εγχώριων και ξένων παραγόντων, για τους οποίους ο Μητσοτάκης και η κυβέρνηση του αποτελούν κόκκινο πανί.  Και η εργαλειοποίηση αυτή βρήκε τον ιδανικό εκπρόσωπο της στο πρόσωπο της Μαρίας Καρυστιανού, μίας τραγικής μητέρας ενός νέου κοριτσιού που χάθηκε στο δυστύχημα, την οποία αναγόρευσαν σε de facto εκπρόσωπο όλων των συγγενών των θυμάτων. Το σχέδιο φάνταζε τέλειο αφού η ίδια, λόγω του αδιαμφισβήτητου επικοινωνιακού χαρίσματος που διαθέτει, ήταν το τέλειο όχημα προκειμένου να κτυπηθεί η κυβέρνηση, η οποία ήταν εξαιρετικά δύσκολο, πρακτικά αδύνατο επικοινωνιακά, να αντιπαρατεθεί με μία χαροκαμένη μάνα.

Η συνέχεια είναι γνωστή. Η αναγορευθείσα σε «Μάνα των Τεμπών» ξεκίνησε να εκτοξεύει συνεχείς κατηγορίες κατά της Κυβέρνησης, της Δικαιοσύνης, των Αστυνομικών Αρχών και κατά δικαίων και αδίκων γενικότερα, πασπαλισμένες με διάφορες θεωρίες περί ύποπτων φορτίων, εξαφανισμένων βαγονιών, ύποπτων μπαζωμάτων και συγκάλυψης, τις οποίες αν δεν εφηύραν, άκριτα υιοθετούσαν κόμματα, πολιτικοί σχολιαστές και αντιπολιτευόμενα εκδοτικά συγκροτήματα και επιχειρηματικά συμφέροντα, με το σκεπτικό ότι έτσι θα πλήξουν τον Μητσοτάκη.

Μέσα σε αυτή την επικοινωνιακή καταιγίδα ελάχιστοι συμπολίτες μας παρατήρησαν ότι η μεγάλη πλειονότητα των τραγικών γονιών και συγγενών παρέμενε σιωπηλή, αναμένοντας με αξιοπρέπεια τη δικαστική διερεύνηση και ακόμα λιγότεροι ότι ο περίφημος Σύλλογος Θυμάτων των Τεμπών του οποίου η Καρυστιανού προήδρευε, εκπροσωπούσε στην πραγματικότητα 6-7 οικογένειες.

Όσες φωνές που τόλμησαν να εκφέρουν μία διαφορετική άποψη για τα πραγματικά αίτια του τραγικού δυστυχήματος, αντιμετωπίστηκαν με χλεύη και εχθροπάθεια, ως ανάλγητοι και περίπου πληρωμένοι κονδυλοφόροι της κυβέρνησης. Ακόμα και όσοι εκ των υπολοίπων συγγενών εξέφρασαν μια διαφορετική -από της Καρυστιανού άποψη- αντιμετωπίστηκαν ως προδότες του «αγώνα για δικαίωση» και η φωνή τους στην ουσία φιμώθηκε.

Η αντιπολίτευση επέχαιρε κρυφά ή φανερά νομίζοντας ότι επιτέλους είχε βρει τον κρυπτονίτη που θα κατέστρεφε τον Μητσοτάκη και προμοτάριζε συναυλίες, συγκεντρώσεις,  ομιλίες της Καρυστιανού ανά τη χώρα, ενώ αντιπολιτευόμενοι ευρωβουλευτές την προσκάλεσαν  μέχρι και να μιλήσει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, προκειμένου να διασύρουν τη χώρα,  παρουσιάζοντας την ως την μπανανία της Ευρώπης. Ουδείς όμως από τους πολιτικούς μέντορες και υποστηρικτές της Μαρίας Καρυστιανού αναρωτήθηκε έστω και για μια στιγμή, πέραν του αιτήματος της για δικαιοσύνη, ποιες ήταν οι πολιτικές θέσεις της. Άλλωστε θεωρούσαν ότι θα μπορούσαν να την χειραγωγήσουν και σε δεύτερο χρόνο να την εντάξουν σε κάποιο από τα κόμματα τους, αποκομίζοντας τα ανάλογα πολιτικά οφέλη.

Η πρώτη που  έστω και αργά αντιλήφθηκε ότι η Καρυστιανού δεν θα μπορούσε να ελεγχθεί, ήταν η Ζωή Κωνσταντοπούλου, η οποία καταλαβαίνοντας ότι η πάλαι ποτέ προστατευόμενη της είχε δική της πολιτική ατζέντα, αποφάσισε να ποντάρει αλλού, ενεργοποιώντας  το χαρτί του Πάνου Ρούτσι, ενός άλλου τραγικού αλλά σαφώς πιο διαχειρίσιμου πατέρα, με αποτέλεσμα να ακολουθήσουν τα γνωστά κωμικοτραγικά γεγονότα στο Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη.

Όμως το τζίνι είχε βγει από το μπουκάλι και ήταν πλέον ανεξέλεγκτο. Και το χειρότερο για όλους τους πολιτικούς που μέχρι τότε την στήριζαν, ήταν ότι όταν η Καρυστιανού ανακοίνωσε την πρόθεσή της για δημιουργία δικού της κόμματος, φάνηκε από τις δημοσκοπήσεις ότι αυτό δεν θα έβλαπτε την κυβερνώσα παράταξη αλλά θα κανιβάλιζε τα δικά τους κόμματα. Ήταν όμως αργά,  πλέον είχαν πέσει θύματα του δικού τους σχεδίου: Ουδείς τολμούσε να έρθει σε αντιπαράθεση με μία τραγική μάνα, οπότε αρκέστηκαν στο να παρακολουθούν αμήχανοι το φαινόμενο και να υπολογίζουν τις διαφαινόμενες εκλογικές τους απώλειες.

Άγριο σπορ η πολιτική

Πλην όμως η πολιτική είναι παιχνίδι για έμπειρους παίκτες και στο σημείο αυτό φάνηκε η απειρία της Καρυστιανού. Αποκηρύσσοντας συλλήβδην όλα τα πολιτικά κόμματα και πολιτικούς που τη στήριξαν και την προώθησαν, όχι μόνο τους έβαλε απέναντι της αλλά  στην πραγματικότητα αφαίρεσε το δίχτυ ασφαλείας που επί δύο και πλέον χρόνια την προστάτευε από τις όποιες επιθέσεις, θέτοντας την ουσιαστικά στο απυρόβλητο. Και στην πρώτη συνέντευξη που της ετέθησαν πραγματικά πολιτικά ερωτήματα αποδείχθηκε ότι ο βασιλιάς ήταν γυμνός. Χρειάστηκαν ακριβώς 120 δευτερόλεπτα για να καταστραφεί μία δημόσια εικόνα που οι αντίπαλοι του Μητσοτάκη επί δύο χρόνια της έκτιζαν. Η Μαρία Καρυστιανού όχι μόνο αποδείχθηκε ότι έχει πλήρη άγνοια για βασικά πολιτικά θέματα, αλλά και ότι εμφορείται από απόψεις ακραία συντηρητικές για ζητήματα που έχουν λυθεί εδώ και 40 χρόνια, όπως αυτό της άμβλωσης. Όπως ήταν επόμενο οι πρώην υποστηρικτές της, που υπό την απειλή της πολιτικής τους εξαΰλωσης τους, είχαν πλέον μετατραπεί σε άσπονδους εχθρούς, βρήκαν την ευκαιρία που απεγνωσμένα ζητούσαν για να της επιτεθούν μαζικά.

Η υποκρισία στο μεγαλείο της! Γιατί μου είναι πολύ δύσκολο να πιστέψω ότι επί δύο και πλέον χρόνια ουδείς εξ αυτών δεν αντιλήφθηκε ποιες ήταν πραγματικά οι πολιτικές θέσεις της Μαρίας Καρυστιανού, την οποία με τόσο προθυμία προμοτάριζαν, ή ότι ουδείς εξ αυτών δεν έβλεπε τα red flags, τους ακραίους συντηρητικούς που αποτελούσαν το στενό περιβάλλον της, ούτε άκουσε ποτέ τίποτε για  γερόντισσες και μέντιουμ που προφητεύουν στα Αραμαϊκά.

Το πρόβλημα όμως δεν είναι η Καρυστιανού, το κόμμα που θα κάνει και οι απόψεις της. Άλλωστε η ίδια είναι μόλις μία συνέντευξη μακριά από την πλήρη απομυθοποίηση, ενώ σύμφωνα και με τα όσα εμφανίζονται στον Τύπο τις τελευταίες μέρες, και οι συνεργάτες της αποτελούν ένα μείγμα από απόμαχους πολιτικούς της εκκλησιαστικής δεξιάς και γυρολόγους της πολιτικής που αναζητούν εναγωνίως μία βουλευτική έδρα. 

Το πρόβλημα είναι η τραγική ανεπάρκεια και η ένδεια πολιτικών επιχειρημάτων του συνόλου των κομμάτων της Αντιπολιτεύσεως, των οποίων όλο το πρόγραμμα συνοψίζεται σε 4 λέξεις: «Να φύγει  ο Μητσοτάκης». Αδυνατώντας  να εκφέρουν  έναν στοιχειωδώς σοβαρό πολιτικό λόγο, ολισθαίνουν στην φαιδρότητα αλλά και την τοξικότητα, αδιαφορώντας για το γεγονός ότι μακροπρόθεσμα πλήττουν την ίδια την λειτουργία της Δημοκρατίας την οποία υποτίθεται ότι υπηρετούν. Δεν είναι τυχαίο ότι πριν από την ανακάλυψη και προώθηση της Καρυστιανου η προηγούμενη ελπίδα  όλων αυτών ήταν ένα, επίσης παντελώς άσχετο με την πολιτική, golden boy,  o Στέφανος Κασσελάκης. Ο - υποτίθεται - χαρισματικός αυτός φέρελπις νέος,  χωρίς σαφείς πολιτικές θέσεις αλλά με ισχυρό life style αποτύπωμα, στη βραχύβια πορεία του το μόνο που κατάφερε ήταν να δώσει τη χαριστική βολή στον ήδη παραπαίοντα ΣΥΡΙΖΑ, αφού βεβαίως προηγουμένως αυτός και οι πρώην «σύντροφοι» του μας χάρισαν  άφθονο γέλιο, για  να βρίσκεται σήμερα επικεφαλής ενός κόμματος το οποίο βρίσκεται στα όρια της εκλογικής εξαφάνισης. 

Όμως το πάθημα Κασσελάκη δεν στάθηκε ικανό να συνετίσει. Έτσι τώρα εισήλθαμε στην περίοδο Καρυστιανού, για την οποία βέβαια δεν έχω καμία αμφιβολία ότι θα αποδειχθεί εξίσου βραχύβια με την περίοδο του Στέφανου. 

Είμαι δε το ίδιο βέβαιος ότι μέσα στην απελπισία τους και με την έλλειψη σοβαρότητας και πολιτικής κρίσης που τους χαρακτηρίζει, οι πολιτικοί ταγοί της αντιπολίτευσης και τα εκδοτικά συγκροτήματα και επιχειρηματικά συμφέροντα που απεργάζονται την πτώση του Μητσοτάκη, είναι ικανοί την επόμενη φορά να μας πλασάρουν και τον Γούντι τον Τρυποκάρυδο, αν πιστέψουν ότι έτσι μπορεί να καταφέρουν το σκοπό τους. 

Έτσι όμως παιδιά - και λυπάμαι που θα σας στεναχωρήσω – το πιθανότερο είναι ότι ο Μητσοτάκης θα φύγει σε βαθιά γεράματα ή όταν μας βαρεθεί.