Skip to main content

Γιατί δεν χρειάζονται αποδείξεις για τη φοροδιαφυγή, για τη φοροδιαφυγή βεβαίως βεβαίως!

Ήρθε η ώρα το κράτος να σταματήσει να κλείνει τα μάτια σε επαγγελματίες και επιχειρηματίες που επισήμως δηλώνουν ότι ζουν με 10.000 ευρώ ή και λιγότερα τον χρόνο

Στην κλασική κωμωδία του ασπρόμαυρου ελληνικού κινηματογράφου «Το ξύλο βγήκε απ’ τον παράδεισο», που γυρίστηκε το 1959, ο γυμνασιάρχης, ο γυμνασιάρχης βεβαίως βεβαίως, Χρήστος Τσαγανέας αναγκάζεται να… μαλώσει κάποια κακομαθημένη μαθήτρια του ιδιωτικού κολεγίου που διοικεί, όταν εκείνη ισχυρίζεται πως το βελάκι που έφτιαξε από χαρτί και παραλίγο να βγάλει το μάτι ενός καθηγητή –ίσως του Διονύση Παπαγιαννόπουλου- της έπεσε από τα… χέρια. Επικαλούμενος τον νόμο της βαρύτητας εξηγεί επί της οθόνης πως οτιδήποτε μας φεύγει από τα χέρια πηγαίνει προς τα κάτω και όχι ίσια στον απέναντι. Είναι τόσο αυταπόδεικτος ο συγκεκριμένος φυσικός νόμος, τον οποίο διατύπωσε ο Νεύτων, που δεν χρειάζεται να τον αποδείξει κανείς. Ούτε καν ο… βεβαίως βεβαίως, ο οποίος στην ταινία έχοντας το άγχος των εσόδων για το ιδιωτικό σχολείο που διοικεί δικαιολογεί κάθε καπρίτσιο και κάθε συμπεριφορά των κακομαθημένων κορασίδων των βορείων προαστίων της πρωτεύουσας εκείνης της εποχής. Το ίδιο πάνω κάτω ισχύει στις μέρες μας με τη φοροδιαφυγή. Συμβαίνει καθημερινά σχεδόν σε κάθε δραστηριότητα συγκεκριμένων επαγγελμάτων, που δεν χρειάζονται χειροπιαστές αποδείξεις. Διότι μπορεί ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας να υπολόγισε τη φοροδιαφυγή στα 60 δισ. ευρώ, πρόσφατη μελέτη της Eurobank να την τοποθετεί στην περιοχή των 40 δισ. ευρώ και τον περασμένο Φεβρουάριο το Ινστιτούτο Εφαρμοσμένων Οικονομικών του Πανεπιστημίου του Τύμπινγκεν να την υπολόγισε στο 21,7% του ΑΕΠ -επίσης περί τα 40 δισ. ευρώ-, αλλά όλα αυτά είναι θεωρία και τίποτε περισσότερο. Η ξεκάθαρη απόδειξη της φοροδιαφυγής και πολλά από τα ονοματεπώνυμα που την ασκούν συστηματικά βρίσκεται στα αρχεία της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων. Όπως φαίνεται, λοιπόν, περισσότεροι από έξι στους 10 Έλληνες φορολογούμενοι –κυρίως ελεύθεροι επαγγελματίες- δηλώνουν κέρδη κάτω από 10.000 ευρώ τον χρόνο. Κάτι που από μόνο του είναι προκλητικό και ως εκ τούτου απαράδεκτο. Με τζίρο πάνω από 40 δισ. ευρώ ετησίως και δηλωμένα κέρδη περί τα 4,3 δισ. είναι σαφές ότι κάτι έντονα αντικοινωνικό συμβαίνει στο φορολογικό πεδίο. Διότι μπορεί οι φόροι –γενικώς- να είναι απεχθείς, αλλά με αυτούς ως καύσιμα λειτουργούν οι οργανωμένες κοινωνίες, δηλαδή τα κράτη. Στην Ελλάδα αυτή η… λεπτομέρεια γενικώς μας διαφεύγει, όταν σε πλήρη σύμπλευση με τον τεχνίτη, τον επιστήμονα, τον έμπορο ή όποιον άλλο συμφωνούμε να πληρώσουμε λιγότερα χωρίς απόδειξη, προκειμένου να γλυτώσουμε τον ΦΠΑ ή ένα μέρος του ΦΠΑ. Παράλληλα ο επαγγελματίας αποφεύγει -βεβαίως βεβαίως- να δηλώσει το έσοδο κι έτσι δεν πληρώνει τον φόρο που του αναλογεί.

Κι όμως! Τόσο οι καταναλωτές-πελάτες όσο και οι επαγγελματίες έχουν καθημερινά απαιτήσεις από το κράτος. Να υπάρχουν νοσοκομεία και τους ασθενείς, σχολεία για τα παιδιά, πανεπιστήμια για τους φοιτητές, αστυνομία για την ασφάλεια στη γειτονιά, στρατός στα σύνορα. Να πληρώνονται μισθοί στο δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, αλλά και συντάξεις -σχεδόν σε κάθε σπίτι μπαίνει δημόσιο χρήμα, ενώ περίπου ένα στα δύο ευρώ που εισπράττει ο ιδιωτικός τομέας είναι επίσης δημόσιο χρήμα. Ως αποτέλεσμα και προκειμένου να ανταπεξέλθει το κράτος δανείζεται για να καλύψει τις ανάγκες του και τις υποχρεώσεις που έχει αποδεχθεί, φορτώνοντας με χρέη τις επόμενες γενιές για τις οποίες στην πραγματικότητα δεν νοιάζεται κανείς.

Με αυτά τα δεδομένα η καταπολέμηση της φοροδιαφυγής στην Ελλάδα είναι απλώς όρος επιβίωσης. Η χώρα είναι ήδη υπερχρεωμένη και καθώς μετά την πανδημία του κορωνοϊού έχουμε εισέλθει παγκοσμίως σε φάση αύξησης των δημοσίων δαπανών, προκειμένου να λειτουργούν οι οικονομίας και να αποφευχθούν οι υφέσεις -ήδη πριν από λίγες ημέρες μιλώντας στους υπουργούς Οικονομικών των G20 η επικεφαλής του ΔΝΤ, Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα είπε πως «είναι ώρα να ξαναφτιάξουμε τα δημοσιονομικά «μαξιλάρια» μετά από μια περίοδο διευκολυντικής νομισματικής πολιτικής»-, ακόμη και οι πλουσιότερες χώρες έχουν αναγκαστεί να αυξήσουν τον δανεισμό τους. Επομένως αναζητούν πρόσθετους πόρους για να αποπληρώσουν και ο πιο δίκαιος τρόπος για να αυξήσουν τα έσοδά τους είναι η καταπολέμηση της φοροδιαφυγής. Όταν κάτι τέτοιο είναι ζητούμενο στη Γερμανία, στην Ελβετία και σε άλλες χώρες της Κεντρικής και της Βόρειας Ευρώπης, για τον νότο της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι κάτι που θα έπρεπε να έχει ξεκινήσει από… προχθές. Όσο για τη δική μας χώρα, τη φτωχή Ελλάδα με τους πλούσιους κατοίκους, η φοροδιαφυγή, η φοροκλοπή -μόνο ο ΦΠΑ τον οποίο παρακρατούν και δεν αποδίδουν επιχειρήσεις και επαγγελματίες υπολογίζεται από την Κομισιόν σε ετήσια βάση στα 3,5 δισ. ευρώ- και η φοροαποφυγή είχαν σημαντική συμβολή στην ουσιαστική χρεοκοπία της χώρας το 2010. Τότε -πριν από 13 χρόνια- μας έσωσαν οι εταίροι με τα φτηνά δάνεια των Μνημονίων, τώρα, όμως, τα πράγματα είναι διαφορετικά. Πλέον, ακόμη και ο τελευταίος στην Ελλάδα, στην Ευρώπη και στον κόσμο αντιλαμβάνεται ότι η χώρα μπορεί να τα καταφέρει μόνη της αρκεί να κάνει τα βασικά. Πρωτίστως να… ασπρίσει όσο μεγαλύτερο κομμάτι της γκρίζας οικονομίας μπορεί. Ήρθε η ώρα -ασφαλώς το έχουμε σκεφτεί κι άλλες φορές, αλλά η ελπίδα πεθαίνει τελευταία- το κράτος να σταματήσει να κλείνει τα μάτια σε επαγγελματίες και επιχειρηματίες που επισήμως δηλώνουν ότι ζουν με 10.000 ευρώ ή και λιγότερα τον χρόνο. Οι οποίοι κυκλοφορούν με αυτοκίνητο 2.000 κυβικών που βεβαίως βεβαίως κληρονόμησαν, τεράστιο σπίτι, που ασφαλώς κληρονόμησαν και στέλνουν τα παιδιά στα καλύτερα σχολεία, τα δίδακτρα των οποίων πληρώνουν πιθανόν δανειζόμενοι από συγγενείς και φίλους! Τίποτε από αυτά δεν υπάρχει. Καλό θα ήταν όλες αυτές οι περιπτώσεις να ενταχθούν στη λογική του νόμου της βαρύτητας, που δεν χρειάζεται… αποδείξεις. Εκτός ίσως από ελάχιστες εξαιρέσεις που επιβεβαιώνουν τον κανόνα, σχεδόν το σύνολο αυτών των δηλωμένων δεκαχίλιαρων αποτελούν ένα κλάσμα των πραγματικών εισοδημάτων. Για τους αρμόδιους, που μετά βεβαιότητος έχουν ακόμη στο μυαλό τους το πολιτικό κόστος, ο χρόνος τελειώνει. Στις μέρες μας υπάρχουν τα μέσα, οι ψηφιακές διασταυρώσεις δηλαδή, για να αποκαλυφθούν όλα. Αν όχι όλα και γρήγορα, σίγουρα τα μισά. Οι ανάσες των δημόσιων ταμείων ακόμη και με το κουτσουρεμένο 35%.

ΥΓ. Στη δεκαετία του 1990 η κυβέρνηση Σημίτη είχε εφαρμόσει στη φορολογία τα περίφημα αντικειμενικά κριτήρια. Έναν ισοπεδωτικό τρόπο να υπολογίζει το ελάχιστο των εισοδημάτων με βάση το επαγγελματικό αντικείμενο, την περιοχή, τις εγκαταστάσεις κλπ. Τότε, όμως, δεν υπήρχαν ούτε τα κομπιούτερ ούτε τα λάπτοπ, ούτε οι ψηφιακές πλατφόρμες. Ακόμη και το πλαστικό χρήμα -οι πιστωτικές και χρεωστικές κάρτες- ήταν λίγες. Αντίθετα υπήρχε η δραχμή. Σήμερα όλα αυτά έχουν αλλάξει, ο κόσμος προχωράει.

ΥΓ2. Η Θεσσαλονίκη στα χαρτιά είναι πραγματική φτωχομάνα. Τα εισοδήματα που δηλώνονται είναι λίγα. Οι μεγάλες επιχειρήσεις λίγες, τα μικρά μαγαζιά άπειρα, η ανεργία μεγάλη, οι τεχνίτες δυσεύρετοι, οι γιατροί και οι δικηγόροι με ουρές στους προθαλάμους τους. Η πραγματική ζωή, όμως, εκπέμπει άλλα σήματα. Τις Παρασκευές και τα Σάββατα δεν υπάρχει ούτε σκαμπό άδειο, ενώ το καλοκαίρι η Χαλκιδική βουλιάζει από αυτοκίνητα με τα διακριτικά του νομού Θεσσαλονίκης. Δεν θέλουμε αποδείξεις για τη φοροδιαφυγή και δεν χρειάζονται. Χορεύει μπροστά στα μάτια μας…