Skip to main content

Γιατί να πληρώσουν η Ορεστιάδα και το Καστελόριζο την καθαριότητα και τα ΚΑΠΗ του δήμου Θεσσαλονίκης;

Γιατί πρέπει να αλλάξει η διοικητική και οικονομική προσέγγιση της λειτουργίας των δήμων

Το αίτημα του δήμου Θεσσαλονίκης προς το υπουργείο Οικονομικών για έκτακτη οικονομική ενίσχυση κάλυψης των νέων βαρών, που προσθέτουν στον προϋπολογισμό του δήμου πρόσφατες αποφάσεις της πολιτείας, δεν (μπορεί να) παραξενεύει κανέναν. Μάλλον πρόκειται για αναμενόμενη κίνηση, την οποία πιθανόν να ακολουθήσουν και άλλοι δήμοι της χώρας, αφού κάθε φορά που τα οικονομικά δεδομένα αλλάζουν ή όποτε υπάρχει οικονομική αστοχία οι δήμοι στρέφονται στην πολιτεία και ζητούν από το κοινωνικό σύνολο της χώρας και όχι της περιοχής τους να καλύψει τη διαφορά ή τη… χασούρα. 

Στην προκειμένη περίπτωση οι αυξήσεις αφορούν τις αποφάσεις της πολιτείας για αυξήσεις στη μισθοδοσία του προσωπικού (και) των δήμων κατά περίπου 7,5%, για τα τέλη ταφής απορριμμάτων που καλούνται να επιβαρυνθούν οι δήμοι, τις αυξήσεις στην τιμολογιακή πολιτική του ΦΟΔΣΑ Κεντρικής Μακεδονίας και την απόφαση της Πολιτείας για κατάργηση Νομικών Προσώπων των Δήμων και ένταξη του προσωπικού τους στον κυρίως Οργανισμό του οικείου δήμου (ΟΒΡΕΠΟΜ, ΚΑΠΗ, ΚΕΔΗΘ, Κέντρο Πολιτισμού). 

Ο απερχόμενος δήμαρχος σημειώνει ότι, από τις τέσσερις αυτές κυβερνητικές αποφάσεις, ο δήμος Θεσσαλονίκης θα επιβαρυνθεί από τη νέα χρονιά με το ποσό των 14.396.493 ευρώ. Στο έγγραφό του ο κ. Ζέρβας ζητά έκτακτη ενίσχυση του δήμου Θεσσαλονίκης από την κεντρική κυβέρνηση για το 2024, με το ποσό των 8,5 εκατ. ευρώ, προκειμένου, όπως σημειώνει, «να αποφευχθεί η ανάγκη μεταφοράς αυτού του κόστους στους δημότες Θεσσαλονίκης, με την επιβολή αύξησης Δημοτικών Τελών, της τάξεως του 30%-35%».

Με την τσέπη των… άλλων

Το συγκεκριμένο θέμα, το οποίο είναι εξαιρετικά σοβαρό, όπως κάθε θέμα που σχετίζεται με χρήματα, είναι ενδεικτικό του τρόπου που λειτουργούν τόσο ο δήμος Θεσσαλονίκης όσο και πολλοί άλλοι ελληνικοί Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης, αν όχι το σύνολό τους. Το αντικειμενικό δεδομένο είναι ότι συχνά η κυβέρνηση -η όποια κυβέρνηση σε βάθος χρόνου- νομοθετεί με την τσέπη των άλλων. Χαρακτηριστικά είναι τα παραδείγματα -για να δούμε μόνο κάποια πρόσφατα- της αύξησης του κατώτατου μισθού και της αναθέρμανσης των τριετιών, που είχαν παγώσει το 2012. Πρόκειται για πολιτικές αποφάσεις που έχουν επιπτώσεις στο ταμείο κάθε ιδιωτικής επιχείρησης, την οποία το κράτος φυσικά δεν καταδέχθηκε να ρωτήσει. Διότι ανεξαρτήτως του πόσο δίκαιο ή άδικο και για ποιους είναι κάποιο μέτρο, σε μια ευρωπαϊκή χώρα των αποφάσεων πρέπει να προηγούνται διάλογος και διαβούλευση. Δυστυχώς στην Ελλάδα της οικονομικής κρίσης και της χρεοκοπίας αυτό θεωρήθηκε λεπτομέρεια άνευ… ουσιώδους σημασίας, άποψη που στην πράξη εξακολουθεί να ισχύει μέχρι σήμερα.    

Με δεδομένη αυτή την πραγματικότητα οι ιδιωτικές επιχειρήσεις προσπαθούν να αντιμετωπίσουν τα θέματα που προκύπτουν από κυβερνητικές αποφάσεις, όπως φυσικά και από την αγορά, δηλαδή την ίδια τη ζωή και την πραγματικότητα, με ίδια μέσα. Αναπροσαρμογή προϋπολογισμών, επανακαθορισμός προτεραιοτήτων, αύξηση πωλήσεων, ενίσχυση παραγωγικότητας και -όταν ο λογαριασμός δεν βγαίνει- μείωση προσωπικού, γενικότερη συρρίκνωση αυξήσεις κεφαλαίου με τη συνδρομή των μετόχων. Για τους δημάρχους της χώρας -και γενικότερα το σύστημα των αιρετών, οι οποίοι είτε κρύβονται πίσω από την εκλογή τους είτε επικαλούνται τους πολίτες που δεν πρέπει να επιβαρυνθούν- στη διαχείριση των οικονομικών προβλημάτων το κεντρικό κράτος αποτελεί πάντα μέρος της λύσης. Που συνήθως δεν είναι λύση αλλά προσωρινή θεραπεία. Στην προκειμένη περίπτωση ο δήμος Θεσσαλονίκης ζητά έκτακτη οικονομική ενίσχυση από το κεντρικό ταμείο, στο οποίο με πολλούς και διάφορους τρόπους εισφέρουν όλοι οι Έλληνες από την Ορεστιάδα μέχρι τα Χανιά και από την Κέρκυρα μέχρι τη Ρόδο, ώστε να μην αυξήσει τα δημοτικά τέλη και δι’ αυτού του τρόπου επιβαρυνθούν οι δημότες της Θεσσαλονίκης. Να πληρώσει δηλαδή ο κάτοικος του Καστελόριζου, της Καστοριάς, της Τρίπολης -βάλτε στην εξίσωση όποια πόλη, κωμόπολη, άλλον δήμο του πολεοδομικού συγκροτήματος Θεσσαλονίκης ή χωριό της χώρας επιθυμεί ο καθένας- την αποκομιδή των απορριμμάτων, τις κοινωνικές λειτουργίες και το προσωπικό του δήμου Θεσσαλονίκης. Πολύ καλό για να είναι… αληθινό. Αλλά και άδικο για να γίνει αποδεκτό και να ανοίξει -προφανώς- τον ασκό του Αιόλου με την υποβολή εκατοντάδων ανάλογων αιτημάτων από τους δήμους της χώρας. 

Αλλαγή προσέγγισης 

Είναι προφανές ότι για να λυθεί το συγκεκριμένο ζήτημα, αλλά και πολλά άλλα οικονομικά και διαδικαστικά που δημιουργούνται σχεδόν καθημερινά στους ΟΤΑ, πρέπει να αλλάξει η διοικητική και οικονομική προσέγγιση της λειτουργίας των δήμων. Διότι ένα δήμος μπορεί να είναι στην ουσία κοινωνική δομή, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν οφείλει να έχει χρηστή και επαρκή οικονομική διαχείριση. Να… απλώνεται μέχρι εκεί που φτάνει και να θέτει προτεραιότητες, κάτι που σημαίνει ότι πολύ συχνά θα αποκλείει δραστηριότητες και οι δήμαρχοι θα μάθουν να λένε -πού και πού- και από κάποιο ΟΧΙ, έστω κι αν δυσαρεστούν κάποιους. Επίσης, όπως κάθε μικρός ή μεγάλος οργανισμός που σέβεται τον εαυτό του, οφείλουν να είναι παραγωγικοί. Να δημιουργούν έσοδα αξιοποιώντας κάθε δυνατότητα, κάτι που σημαίνει -αυτό κι αν είναι βαρύ κι ασήκωτο- ότι οι δήμαρχοι και οι αντιδήμαρχοι, οι οποίοι εκτέθηκαν και εξελέγησαν εθελοντικά, πέρα από συσκέψεις και διαβουλεύσεις και άλλα γραφειοκρατικά θα αποφασίζουν και θα βάζουν και από καμιά υπογραφή, αποδεχόμενοι τον απολογισμό της πρωτοβουλίας τους. Επίσης, δεν θα… φοβούνται να χρεώσουν τους πελάτες τους, δηλαδή τους δημότες, όταν για αντικειμενικούς λόγους μια υπηρεσία ακριβαίνει ή όταν προσθέτουν κάτι καινούργιο στις παροχές τους. Για όποιον δεν κατάλαβε, το πρόβλημα που υπάρχει διαχρονικά με τα δημοτικά τέλη, για τα οποία βαρυγκομούν οι πολίτες -ιδιώτες και επιχειρήσεις- δεν σχετίζεται ακριβώς με το ύψος τους, αλλά με την εξαιρετικά περιορισμένη -στην καλύτερη περίπτωση- ανταποδοτικότητά τους. Διότι -επίσης για όποιον δεν κατάλαβε- τα δημοτικά τέλη που χρεώνονται στους πολίτες δεν καταβάλλονται για να πληρωθούν οι εργαζόμενοι του δήμου και να συντηρηθούν κάποιες δομές. Καταβάλλονται για να παρέχει ο δήμος καλές υπηρεσίες -προφανώς με δομές και εργαζομένους- σε αυτούς που πληρώνουν, δηλαδή στους δημότες και την περιοχή. Εάν αυτό δεν συμβαίνει -και στη Θεσσαλονίκη συμβαίνει πλημμελώς σε πολλά επίπεδα- είναι αδιάφορο που πηγαίνουν τα χρήματα των δημοτικών τελών.   

ΥΓ. Η δουλειά του δημάρχου, του αντιδημάρχου και των στελεχών ενός δήμου είναι δύσκολη, ως προς την απόλυτη αναγκαιότητα να υπάρχει αποτέλεσμα. Κάποιοι λειτουργοί της αυτοδιοίκησης μάλλον δεν το έχουν συνειδητοποιήσει αυτό και επιμένουν να θέλουν να λειτουργήσουν στο απυρόβλητο, με το απρόσωπο κράτος να καλύπτει τον ανεπαρκή τρόπο με τον οποίον προσεγγίζουν τη δουλειά τους και τους ίδιους να αποφεύγουν τη λογοδοσία. Ακόμη και μέσα στην τετραετία, αφού η εκλογή -σε αντίθεση με τους αριθμούς- δεν εγγυάται την καταλληλότητα.