Skip to main content

Γιατί οι περιφερειακές ανισότητες στη χώρα υπονομεύουν το μέλλον της βιομηχανίας στη Β. Ελλάδα

Καμία κοινωνική και οικονομική ανάπτυξη δεν μπορεί να βασίζεται σε μεμονωμένα οικονομικά κίνητρα - Επιδοτήσεις και φορολογικές ελαφρύνσεις χρειάζονται, αλλά δεν αρκούν

Στην παρούσα συγκυρία τα μεγαλύτερα προβλήματα της ελληνικής μεταποίησης είναι οι αυξημένες τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας και η αδυναμία εξεύρεσης του κατάλληλου εργατικού δυναμικού. Πρόκειται για δύο θέματα που απασχολούν τη βιομηχανία -ιδιαίτερα εκτός Αττικής και Θεσσαλονίκης- εδώ και δεκαετίες, αφού συνδέονται ευθέως με το πρόβλημα της εγχώριας περιφερειακής ανάπτυξης, που παραμένει αναιμική. Ο στόχος της περιφερειακής σύγκλισης εντός των συνόρων είναι ακόμη εξαιρετικά μακρινός, κάτι που βρίσκεται στον πυρήνα πολλών αναπτυξιακών προβλημάτων της χώρας. Χωρίς να επιτευχθεί περιφερειακή σύγκλιση, τα αναπτυξιακά όρια της χώρας μας είναι περιορισμένα, σαφώς καθορισμένα και ήδη πλησιάζουν στο να εξαντλήσουν τα όριά τους.

Αξίζει επί των δύο αυτών θεμάτων να έχουμε υπόψιν μας τα εξής:

Πρώτον, σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Βιομηχανιών Ελλάδος η τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας που καταναλώνει η βιομηχανία -μικρή, μεσαία, μεγάλη- στη χώρα μας είναι τα τελευταία 20 χρόνια σταθερά ακριβότερη κατά 25% από την υπόλοιπη Ευρωπαϊκή Ένωση. Κυρίως από την Κεντρική και Βόρεια Ευρώπη, αλλά και πολλές χώρες του Νότου. Φυσικά τους τελευταίους 30 μήνες, δηλαδή από τη στιγμή που ξεκίνησε ο πόλεμος στην Ουκρανία, οι τιμές της ενέργειας έχουν εκτοξευθεί όσο ποτέ άλλοτε, υποβαθμίζοντας ακόμη περισσότερο την ανταγωνιστικότητα των ελληνικών μεταποιητικών επιχειρήσεων. Στη σχετική ερώτηση που δέχθηκε την Κυριακή στη Θεσσαλονίκη ο Κ. Μητσοτάκης απάντησε ότι οι μεγάλες, ενεργοβόρες βιομηχανίες έχουν τη δυνατότητα να ελέγξουν το ενεργειακό τους κόστος μέσω διμερών συμφωνιών με τους παρόχους ηλεκτρικής ενέργειας. Οι άνθρωποι, όμως, της βιομηχανίας διαψεύδουν τον πρωθυπουργό, σημειώνοντας ότι το μεγάλο πρόβλημα -ιδιαίτερα στην περιφέρεια- είναι τα παλιά και περιορισμένης δυνατότητας δίκτυα ενέργειας που βρίσκονται σε λειτουργία. Όπως επισημαίνουν υπάρχουν περιπτώσεις επιχειρήσεων, οι οποίες ενώ θέλουν να αξιοποιήσουν τις δυνατότητες των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας για να μειώσουν το κόστος παραγωγής, δεν μπορούν να το κάνουν επειδή δεν υπάρχει χωρητικότητα στο υφιστάμενο δίκτυο. Επίσης, αναφέρουν σοβαρά προβλήματα που οφείλονται στα παλαιωμένα δίκτυα ηλεκτρικής ενέργειας, υπογραμμίζοντας τις συχνές αυξομειώσεις της τάσης λόγω καιρικών συνθηκών, για παράδειγμα έντονης βροχόπτωση ή καύσωνα. Το μέγα θέμα του εκσυγχρονισμού και της διεύρυνσης των σχετικών υποδομών στην περιφέρεια δεν αφορά μόνο τις επιχειρήσεις, αλλά και τις τοπικές κοινωνίες, οι οποίες επειδή φυλλοροούν και το μέγεθός τους συρρικνώνεται διαρκώς, δεν έχουν την απαιτούμενη επιρροή, ώστε να πιέσουν για να λυθεί ένα ούτως ή άλλως δύσκολο πρόβλημα, που απαιτεί σημαντικούς πόρους.

Δεύτερον, η αδυναμία εξεύρεσης εργαζομένων από την ελληνική βιομηχανία είναι σαφώς δυσκολότερη στην περιφέρεια. Κι αυτό επειδή ακόμη και πριν από τον μισθό οι υποψήφιοι εργαζόμενοι εξετάζουν το κοινωνικό περιβάλλον, στο οποίο θα κληθούν να ζήσουν. Γι’ αυτό οι περισσότεροι επιλέγουν να παραμείνουν στο λεκανοπέδιο της Αττικής, τη Θεσσαλονίκη και δυο – τρεις ακόμη πόλεις της χώρας, ώστε -ένα μόνο παράδειγμα- τα παιδιά τους να έχουν αρχικά παιδικούς σταθμούς και αργότερα φροντιστήρια. Η κοινωνική υπανάπτυξη της ελληνικής περιφέρειας, ως συνέπεια των περιφερειακών ανισοτήτων, που διευρύνονται τις τελευταίες δεκαετίες, αποτελεί δομικό μειονέκτημα. Τροφοδοτεί ένα καθοδικό σπιράλ, στους στροβίλους του οποίου χάνονται ευκαιρίες και υποβαθμίζονται δυνατότητες. Κάπως έτσι σε αυτές τις περιοχές, που είναι οι περισσότερες στη χώρα, αλλά φιλοξενούν τους λιγότερους κατοίκους, ισχύει το «κάθε πέρσι και καλύτερα». Για να μη μιλήσουμε για το… κάθε δεκαετία.

Ενδεχομένως, λοιπόν, η συζήτηση για την ανάπτυξη και την παραγωγική ανασύνταξη της Ελλάδας, που ξεκίνησε επιτακτικά μετά τα αρνητικά οικονομικά σοκ της κρίσης της δεκαετίας του 2010 και της πανδημίας, να ξεκινάει -στο βαθμό που ξεκινάει και γίνεται- από λανθασμένη βάση. Καμία κοινωνική και οικονομική ανάπτυξη δεν μπορεί να βασίζεται σε μεμονωμένα οικονομικά κίνητρα. Επιδοτήσεις και φορολογικές ελαφρύνσεις χρειάζονται, αλλά δεν αρκούν. Ούτε καν (πρέπει να) βρίσκονται ως προτεραιότητες στην κορυφή της σχετικής αξιολόγησης. Εν προκειμένω δεν αρκούν ούτε οι διμερείς συμφωνίες των επιχειρήσεων με παρόχους ενέργειας, ούτε οι καλύτεροι μισθοί στους εργαζόμενους.

Εάν δεν υπάρξει πρόγραμμα συνολικής ανασυγκρότησης της ελληνικής περιφέρειας, ώστε το περιβάλλον να… σηκώνει ανάπτυξη, τίποτα δεν πρόκειται να προχωρήσει. Κάθε χρόνο, κάθε πενταετία, κάθε δεκαετία θα συζητάμε ακριβώς τα ίδια, διαπιστώνοντας ότι βρισκόμαστε σε χειρότερη κατάσταση, σε μεγαλύτερο αδιέξοδο. Ιδιαίτερα σε περιοχές της Βορείου Ελλάδος, που και βιομηχανική παράδοση έχουν και μεταποιητικές μονάδες διαθέτουν ακόμη. Το πρόβλημα, που έχει διογκωθεί με το πέρασμα των χρόνων και την εντεινόμενη αστυφιλία, είναι πολύ δύσκολο να επιλυθεί. Όχι αδύνατον, με την έννοια ότι δεν υπάρχει σχεδόν τίποτα στη ζωή που να είναι αδύνατον. Σε συνδυασμό, μάλιστα, με την μετανάστευση πολλών νέων Ελλήνων στο εξωτερικό τα τελευταία 10 – 15 χρόνια, αλλά και την ταχύτατη γήρανση του πληθυσμού που ζει στην ελληνική περιφέρεια, προδιαγράφει το μεσοπρόθεσμο μέλλον της χώρας αβέβαιο. Χωρίς καμία υπερβολή.