Skip to main content

Γιατί όλοι επιμένουν στην ανάγκη να μεγαλώσουν οι μικρομεσαίοι της αγοράς

Ποια είναι τα όρια σε ετήσιο τζίρο και αριθμό εργαζομένων για τη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων

Κάθε φορά που στα οικονομικά τα πράγματα «σφίγγουν» αναδύονται στο προσκήνιο τα προβλήματα του ιδιωτικού τομέα της οικονομίας. Ιδιαίτερα των περίφημων μικρομεσαίων επιχειρήσεων, που στην πλειονότητά τους είναι… μικρομικρές και ο αστικός μύθος θέλει να αποτελούν τη… ραχοκοκαλιά της ελληνικής οικονομίας. Κι επειδή από το 2010 μέχρι σήμερα -για 15 ολόκληρα χρόνια- η ελληνική οικονομία λειτουργεί σε συνθήκες κρίσης -από τη χρεοκοπία της χώρας, τα τρία Μνημόνια και την πανδημία του Covid-19, μέχρι τον πόλεμο στην Ουκρανία και τις συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή- η συζήτηση για το μέγεθος των ελληνικών επιχειρήσεων επανέρχεται διαρκώς στο προσκήνιο. Το -θεωρητικό- συμπέρασμα είναι ότι προ όφελός τους, αλλά και προς όφελος της εθνικής οικονομίας το μέγεθος των ελληνικών επιχειρήσεων θα πρέπει να αυξηθεί. Κάτι που έχει αντιληφθεί το κράτος, το οποίο κατά καιρούς προσφέρει φορολογικά και άλλα κίνητρα για εξαγορές και συγχωνεύσεις. Κάτι που επίσης έχουν αντιληφθεί και ασπάζονται οι παραγωγικοί φορείς, δηλαδή οι συλλογικότητες του επιχειρηματικού κόσμου, αλλά όχι οι ίδιοι οι επιχειρηματίες. Οι οποίοι στη συντριπτική τους πλειονότητα παραμένουν στον μοναχικό -και γι’ αυτό δύσκολο- δρόμο, ενώ συχνά για να επιβιώσουν ή και να αυξήσουν την ισχνή και αναιμική κερδοφορία τους μετέρχονται διαφόρων μέσων και μεθόδων, που είτε βρίσκονται στα όρια της νομιμότητας είτε τα ξεπερνούν εμφανώς. 

Σήμερα το απόγευμα στο Hyatt της Θεσσαλονίκης, στο  πλαίσιο του 34ου Money Show, το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο της πόλης, σε συνεργασία με το Διατμηματικό Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών στη Διοίκηση Επιχειρήσεων (MBA) του Πανεπιστημίου Μακεδονίας, οργανώνουν εκδήλωση για τις στρατηγικές βιώσιμης ανάπτυξης των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Στο επίκεντρο της εκδήλωσης θα βρεθεί ο καθοριστικός ρόλος που διαδραματίζει το μέγεθος μιας επιχείρησης στην αναπτυξιακή της πορεία, καθώς και στην ικανότητά της να διαχειρίζεται με επιτυχία τις σύγχρονες μακροοικονομικές και ανταγωνιστικές προκλήσεις. Για μια ακόμη φορά θα ειπωθούν αυτά που πρέπει, τα σωστά, αλλά τίποτε δεν εγγυάται ότι αυτή τη φορά τα λόγια θα πιάσουν τόπο. Η επιλογή του θέματος δεν είναι τυχαία. Αντίθετα συνιστά μία ακόμη απόδειξη της σοβαρότητας του ζητήματος, καθώς το περιορισμένο μέγεθος των ελληνικών επιχειρήσεων αποτελεί ένα από τα βασικά διαρθρωτικά προβλήματα στην προσπάθεια της χώρας να εκσυγχρονιστεί και να αποκτήσει ανταγωνιστική οικονομία, ώστε να ενταχθεί επί της ουσίας στην ομάδα των ανεπτυγμένων χωρών της Ευρώπης.   

Στη διάρκεια της εκδήλωσης, όπως αναφέρουν οι διοργανωτές στη σχετική πρόσκληση, θα παρουσιαστούν και στοιχεία που αποδεικνύουν την άμεση σχέση του μεγέθους μιας επιχείρησης αφενός με τις επιδόσεις της και αφετέρου με τα προβλήματα και τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει. Το συμπέρασμα που θα δημοσιοποιηθεί -για άλλη μια φορά- είναι ότι όσο πιο μικρό είναι το μέγεθος μιας επιχείρησης τόσο δυσκολότερη καθίσταται η πορεία της στο οικονομικό περιβάλλον. Κάτι που ισχύει όχι μόνο για το παρόν και την καθημερινότητα, αλλά και για τις προοπτικές της -τις επενδύσεις, τις σχέσεις με το τραπεζικό σύστημα και εν γένει με τη βιωσιμότητά της. Όπως έχει αναδειχθεί και στο παρελθόν, με βάση τα στοιχεία, ο κύκλος εργασιών που ξεπερνά τις 500.000 ευρώ και φτάνει μέχρι το 1 εκατ. ευρώ το χρόνο και η απασχόληση που κινείται μεταξύ 6 και 10 εργαζομένων φαίνεται ότι συνιστούν τη διαχωριστική γραμμή. Όποια επιχείρηση βρίσκεται πάνω από αυτά τα μεγέθη συνήθως έχει θετική δυναμική, ενώ όποια βρίσκεται κάτω από αυτά τα όρια έχει προβληματική πορεία. Ειδικά οι πολύ μικρές επιχειρήσεις, με ετήσιο τζίρο μέχρι 250.000 ευρώ, που απασχολούν από έναν μέχρι πέντε εργαζομένους, που είναι πολλές, έχουν τα σημαντικότερα προβλήματα βιωσιμότητας, καθώς δεν μπορούν να επενδύσουν, ενώ δεν έχουν πρόσβαση στο τραπεζικό σύστημα.  

Οι εξαγορές και οι συγχωνεύσεις είναι δύο μέθοδοι που μπορούν να δώσουν το απαραίτητο κρίσιμο μέγεθος σε μια επιχείρηση, αλλά «κολλάνε» στην πλήρη απουσία κουλτούρας συνεργασίας στη χώρα μας. Για να υπάρξει, λοιπόν, καλύτερη εικόνα εκτός από τη λογική της οικονομίας των αριθμών θα πρέπει να υπάρξει αλλαγή νοοτροπίας των επιχειρηματιών και των επαγγελματιών. Το πώς θα συμβεί αυτό παραμένει μεγάλο ζητούμενο, ένα «σταυρόλεξο για δυνατούς λύτες», ένα στοίχημα που μέχρι στιγμής είναι χαμένο, παρά τις δυσάρεστες για τους μικρομικρούς εξελίξεις στην πραγματική οικονομία.

Αξίζει να σημειωθεί όσο η οικονομία στην Ελλάδα… ασπρίζει, κυρίως λόγω της ψηφιακότητας, δηλαδή όσο περιορίζονται τα μαύρα και γκρίζα πεδία της με την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, της φοροαποφυγής, της φοροκλοπής και της εισφοροδιαφυγής, τόσο τα περιθώρια επιβίωσης για τους μικρούς θα στενεύουν και οι διέξοδοι θα περιορίζονται. Αλλά οι εξελίξεις δείχνουν να κινούνται αργά και να χάνεται πολύτιμος χρόνος. 

ΥΓ. Πριν από δέκα χρόνια, καταμεσής της οικονομικής κρίσης και των μνημονίων, μια έρευνα σε έναν μικρομεσαίο νομό της είχε καταγράψει 40 ΑΦΜ με εμπόριο υποδημάτων. Σύμφωνα με τους εμπειρογνώμονες για να βγαίνουν υγιώς 40 μαγαζιά του συγκεκριμένου αντικειμένου στοn συγκεκριμένο γεωγραφικό χώρο οι άνθρωποι της περιοχής θα έπρεπε να είναι… σαρανταποδαρούσες. Επειδή, όμως, η φύση δεν έχει επιτρέψει κάτι τέτοιο, η απάντηση στο ερώτημα για το πώς επιβιώνουν αυτές οι επιχειρήσεις ήταν απλή. Επιβιώνουν… κλέβοντας. Και προς αποφυγή παρεξηγήσεων -επειδή η λέξη κλοπή είναι βαριά- επρόκειτο για κλοπή των επιχειρηματιών ακόμη και έναντι του εαυτού τους. Όταν για παράδειγμα ένα μαγαζί είναι ιδιόκτητο και επομένως δεν πληρώνει ενοίκιο ή όταν κάποιος αυτοαπασχολούμενος εργάζεται στο μαγαζί του, αλλά εισπράττει μόνο όταν το επιτρέπει το ταμείο. Με την μόνη επισήμανση ότι η χρήση επαγγελματικού ακινήτου χωρίς ενοίκιο ή εργαζομένου δίχως αμοιβή συνιστά αντι-οικονομική συνθήκη, αλλά και αθέμιτο ανταγωνισμό, έναντι όσων δεν διαθέτουν ιδιαιτερότητες αυτού του τύπου. Που ακόμη και όταν συμβάλλουν στην -έστω προσωρινή- διάσωση ενός καταστήματος ή τη διατήρηση κάποιου αυτοαπασχολούμενου στην εργασία υποσκάπτει τις προοπτικές της τοπικής αγοράς. Αλλά στην Ελλάδα, όπου μετράει αρρωστημένα το σήμερα, ποιος νοιάζεται για το αύριο…