Την Κυριακή οι πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης καλούνται στις κάλπες για να ψηφίσουν για τα κόμματα και τα μέλη του Ευρωκοινοβουλίου, του μοναδικού οργάνου της Ένωσης που εκλέγεται απευθείας από τους λαούς της Ευρώπης. Αυτό το γεγονός από μόνο του θα έπρεπε να αποτελεί κίνητρο για προσέλευση στην ψηφοφορία, κάτι που, όμως, δεν ισχύει. Ειδικά στην Ελλάδα οι εκλογολόγοι προβλέπουν αποχή – ρεκόρ, ίσως και κοντά στο 50%, που σχετίζεται τόσο με την πολιτική απάθεια και αδιαφορία, όσο και με το πρώιμο καλοκαίρι που διανύουμε και θα έχει ως αποτέλεσμα κάποιοι -λίγοι, αρκετοί, πολλοί, ποιος ξέρει;- να επιλέξουν τις παραλίες και όχι τα εκλογικά κέντρα. Παράλληλα, είναι μάλλον προφανές ότι η συμμετοχή στις ευρωεκλογές σχετίζεται ευθέως και με τη γνώμη που έχουν οι Έλληνες για την Ευρωπαϊκή Ένωση, που είναι μάλλον απογοητευτική. Νέα έρευνα του ινστιτούτου Pew Research Center διαπιστώνει ότι στην Ελλάδα το 53% των ενηλίκων έχουν αρνητική άποψη για την Ε.Ε., ποσοστό αισθητά χαμηλότερο από το 63% των Ευρωπαίων εννέα χωρών (Πολωνία, Σουηδία, Γερμανία, Ουγγαρία, Ιταλία, Ισπανία, Ολλανδία, Γαλλία οι άλλες οκτώ) που κατά μέσο όρο 63% έχουν θετική γνώμη για την ΕΕ. Επίσης -και εδώ βρίσκεται η περίφημη και αλλοπρόσαλλη ελληνική ιδιοτυπία- στη χώρα μας πιο κοντά στην ΕΕ αισθάνονται όσοι αυτοπροσδιορίζονται ως δεξιοί, ενώ στις υπόλοιπες χώρες της έρευνας (στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και τρεις εκτός ΕΕ, η Βρετανία, οι ΗΠΑ και η Τουρκία) περισσότερο φιλοευρωπαίοι εμφανίζονται οι πολίτες αριστερών πολιτικών πεποιθήσεων. Στη χώρα μας -σύμφωνα πάντα με την έρευνα του ινστιτούτου Pew- ποσοστό 56% των πολιτών με δεξιές ιδεολογικές απόψεις έχει θετική άποψη για την Ε.Ε., ενώ μόλις 31% των κατά δήλωση τους αριστερών αντιμετωπίζουν θετικά την Ένωση.
Τα τελευταία 50 χρόνια
Η συγκεκριμένη χαρτογράφηση μπορεί να προκαλεί εντύπωση στους ξένους, αλλά δεν πρέπει να εκπλήσσει όσους ζουν στην Ελλάδα και αισθάνονται στο πετσί τους τις εξελίξεις και τις διεργασίες των τελευταίων 50 ετών, από τη Μεταπολίτευση μέχρι σήμερα. Σε μια κοινωνία που ακόμη κι όταν ψηφίζει ένα δεξιό κόμμα -πιθανώς ελλείψει εναλλακτικής λύσεως- παραμένει «αριστερής» ψυχοσύνθεσης δεν θα μπορούσε να συμβαίνει και πολύ διαφορετικά. Η καθολική παρουσία του κράτους, που ακόμη μέχρι σήμερα παράγει και διανέμει το 50% του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος, ενώ εμφανίζεται καθημερινά και ανεξαρτήτως κυβερνήσεως ο απόλυτος προστάτης και εγγυητής της καθημερινότητας των νεοελλήνων, δεν αφήνει και πολλά περιθώρια για ευρύτερες σκέψεις. Διότι παρά το γεγονός ότι η πλειοψηφία των Ελλήνων αντιλαμβάνεται τον πακτωλό των δισεκατομμυρίων που έχουν εισρεύσει στη χώρα από το 1980 που εντάχθηκε στην τότε ΕΟΚ και στην ουσία άλλαξαν τη μορφή και το προφίλ της στο επίπεδο των υποδομών, πολύ λιγότεροι συνειδητοποιούν τη συμμετοχή της ΕΕ στις θεσμικές αλλαγές, που συμβαίνουν και ενδέχεται κάποια στιγμή στο μέλλον να οδηγήσουν την Ελλάδα στην κατηγορία των πραγματικά ανεπτυγμένων κρατών της Δύσης. Και παρά το ότι το 80% των νόμων που ψηφίζει η Βουλή των Ελλήνων αποτελεί προσαρμογή της χώρας στις οδηγίες, τις προτάσεις και τις επιταγές της ΕΕ, οι μισοί Έλληνες στρέφουν την πλάτη στις Βρυξέλλες. Ακόμη και μετά την οικονομική περιπέτεια στη δεκαετία του 2010, με την ουσιαστική χρεοκοπία της Ελλάδας, που εάν ελάμβανε τυπικά χαρακτηριστικά -κυρίως εάν οδηγούμασταν εκτός ευρώ- θα είχαμε συγκλονιστικά δυσμενέστερες οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες. Εξέλιξη που αποφεύχθηκε λόγω της στήριξης και συμπαράστασης των εταίρων μας -ακόμη και οι πιο φτωχές χώρες της ΕΕ δάνεισαν την Ελλάδα με μηδενικό επιτόκιο- η γνώμη των Ελλήνων για την Ευρώπη έχει χειροτερέψει. Συνέβη, δηλαδή, το αντίθετο από αυτό που θα περίμενε κανείς σκεπτόμενος ορθολογικά, κάτι που επίσης αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό του δυτικού κόσμου στον οποίο (υποτίθεται ότι) ανήκει η Ελλάδα.
Η αμεριμνησία των… μυαλών
Χωρίς να είναι κανείς ψυχαναλυτής, ούτε να διεκδικεί την αυθεντική ερμηνεία της ψυχολογίας των μαζών, εύκολα μπορεί να διακρίνει ορισμένους από τους λόγους για τους οποίους οι Έλληνες δεν συμπαθούν -τουλάχιστον οι μισοί και οι περισσότεροι αριστεροί- την Ε.Ε. Σημειώστε:
Πρώτον, η ανάγκη να αποκτήσει η Ελλάδα σύγχρονη ανταγωνιστική οικονομία, απαλλαγμένη από την αρρωστημένη γραφειοκρατία, περνάει μέσα από την καθημερινότητα των… βολεμένων συμπατριωτών μας. Διότι η Ευρώπη (προσπαθεί να) επιβάλλει αφενός την προοπτική συρρίκνωσης του ελληνικού δημοσίου, κάτι που σημαίνει λιγότερους διορισμούς στο κράτος, περισσότερη λογοδοσία και μια κάποια αξιολόγηση. Τα ίδια στην ουσία τους, αλλά με διαφορετικούς όρους και προϋποθέσεις, ισχύουν και για τον ιδιωτικό τομέα, που σε πολλά επίπεδα λειτουργεί όσων το δημόσιο, κυρίως στη νοοτροπία των ανθρώπων. Διότι πίσω από την έννοια της ελληνικής επιχείρησης κυρίως της μικρομεσαίας, αλλά όχι μόνον, συμπεριλαμβάνονται επιχειρηματίες με τη γραφειοκρατική νοοτροπία ενός υπαλλήλου και εργαζόμενοι που έχουν ως πρότυπο και στόχο τις συνθήκες μιας δουλειάς στο ελληνικό δημόσιο.
Δεύτερον, που εν πολλοίς εξηγεί το γιατί, σε αντίθεση με τον υπόλοιπο ανεπτυγμένο κόσμο, στην Ελλάδα οι αριστεροί είναι στην πλειοψηφία τους κατά της ΕΕ. Γιατί συμφωνούν -και ενίοτε φωνάζουν με πάθος- με συνθήματα όπως το «Όχι στην Ευρώπη των μονοπωλίων, ναι στην Ευρώπη των λαών». Ξεχωρίζοντας κάτι απολύτως ενιαίο ικανοποιούν τη φαντασίωση τους ότι ο άλλος -παλιά λέγαμε ο τρίτος- δρόμος για μια κοινωνία επιτυγχάνεται απλώς με μια πολιτική απόφαση. Ακόμη και μετά τις απανωτές… καρπαζιές της πραγματικότητας στην «πρώτη φορά Αριστερά» διακυβέρνηση της περιόδου 2015 – 2019, οι ιδεολογικά προσκείμενοι στην Αριστερά του 19ου και των αρχών του 20ου αιώνα επιμένουν στις χρεοκοπημένες απόψεις τους ακόμη και στον προχωρημένο, ψηφιακό πλέον, 21ο αιώνα. Ίσως επειδή το ελληνικό κράτος – πατερούλης εξασφαλίζει -ανεξαρτήτως κυβερνήτη και με τη συμπαράσταση της ΕΕ- ένα ανεκτό βιοτικό και εισοδηματικό επίπεδο, με πλήθος επιδομάτων για το κάθε τι. Σε μια χώρα στην οποία προφανώς υπάρχουν πάμπλουτοι και πάμφτωχοι, αλλά τον μέσο όρο της ακόμη και μετά τη χρεοκοπία τον ζηλεύουν οι συντριπτικά περισσότερες χώρες του πλανήτη. Άλλωστε η -απολύτως αναπότρεπτη με βάση τα αντικειμενικά οικονομικά δεδομένα- υποβάθμιση του βιοτικού επιπέδου και των εισοδημάτων πολλών ανάμεσα μας στα πρώτα χρόνια της κρίσης, απογοήτευσε και οδήγησε σε αντιευρωπαϊκές θέσεις και απόψεις. Μόνο που από τότε τα θέματα αναλύθηκαν εξαντλητικά, για όποιον τουλάχιστον ενδιαφέρεται, και τα βασικά συμπεράσματα για το τι οδήγησε στη χρεοκοπία και με ποιες απώλειες βγήκαμε τελικά από τα Μνημόνια έχουν σε σημαντικό βαθμό οριστικοποιηθεί.
Τρίτον, η -κατά Ελύτη- «αμεριμνησία των μελτεμιών», που στην ελληνική κοινωνία και όσον αφορά τα γενικότερα θέματα, πέραν των στενών ατομικών, μεταφράζεται σε «αμεριμνησία των μυαλών». Πρόκειται είτε για το καθαρά ανατολίτικο σύνδρομο του κισμέτ και της θυματοποίησης, σύμφωνα με το οποίο υπάρχει η βεβαιότητα ότι «οι άλλοι, οι ισχυροί αποφασίζουν για μας», είτε για την αρχαιοπληξία, κατά την οποία επειδή όλα τα καλά και σπουδαία άρχισαν από την αρχαία Ελλάδα, όλος ο υπόλοιπος πλανήτης οφείλει να πληρώνει τόκους για να ζει ή μάλλον να καλοζεί η σημερινή Ελλάδα. Όλα τα υπόλοιπα περί ατομικής ευθύνης και κοινωνικής υπευθυνότητας είναι… ύποπτα και ασφαλώς μη αποδεκτά. Κάτι που ταιριάζει απόλυτα και με τις συνωμοσιολογίες των ψεκασμένων μυαλών, που αναφύονται τα τελευταία χρόνια, με αφορμή πρώτα την οικονομική κρίση, ύστερα με την πανδημία και αργότερα με τον πόλεμο στην Ουκρανία. «Ψεκασμένα μυαλά» που σε ορισμένες περιπτώσεις τα περιθάλπουν καθιερωμένοι θεσμοί όπως τα κόμματα και η εκκλησία.
Όλα αυτά -αν και εκ του προχείρου- εξηγούν σε κάποιο βαθμό ότι οι Έλληνες, που στις δεκαετίες του 1990 και του 2000- ήταν από τους πιο φιλοευρωπαίους της ΕΕ έχουν εκπέσει σήμερα -έστω κατά 50%- στον αντιευρωπαϊσμό. Άλλωστε όλα «τα κακομαθημένα παιδιά της Ιστορίας» πιστεύουν στο ρητό που λέει «τα δικά μας δικά μας και τα δικά σας δικά μας».