Skip to main content

Χαμηλές πτήσεις εμπιστοσύνης: Σε ποιον καταφεύγουν και ποιον αποφεύγουν οι Έλληνες

Η έρευνα της «διαΝΕΟσις» μάς δείχνει τι πιστεύουν οι Έλληνες για την κλιματική αλλαγή, την τεχνητή νοημοσύνη, τα δικαιώματα των γυναικών και των ομόφυλων ζευγαριών, ποιες απόψεις κυριαρχούν για το δημογραφικό και για τους νέους, αλλά και την πολιτική συμμετοχή και την εμπιστοσύνη στους θεσμούς. Αρκεί βέβαια να μην αντιμετωπίζεται ως ένα απλό ανάγνωσμα…

Επί μια δεκαετία σχεδόν η ετήσια μεγάλη δημοσκοπική έρευνα της «διαΝΕΟσις» «Τι πιστεύουν οι Έλληνες» μας αποκαλύπτει κάθε φορά αυτά που λίγο πολύ πιστεύουμε οι περισσότεροι, τα συζητάμε, μετά σβήνουμε το φως και πάμε για ύπνο, γιατί η ζωή συνεχίζεται. Κι αυτό ακριβώς είναι το δυσάρεστο, τα συμπεράσματα απλώς να λειτουργούν ως ένα ενδιαφέρον ανάγνωσμα, αλλά να μην χρησιμοποιούνται στο ελάχιστο ως εξάντας για το ταξίδι μας στο μέλλον.

Αλλά ας τα πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Η «διαΝΕΟσις» από το 2015 συστηματικά κάνει μια έρευνα- σκούπα. Ως οργανισμός έρευνας και ανάλυσης, όπως αυτοπροσδιορίζεται, σαρώνει βουτώντας πιο βαθιά σε σχέση με άλλες συναφείς έρευνες που ανιχνεύουν το τι πιστεύει η κοινή γνώμη. Μας κάνει κοινωνούς αυτού που λέμε βαθύτερες αξίες του ελληνικού πληθυσμού και μας παρουσιάζει τι πιστεύει γι’ αυτές μέσα από την ανάλυση. Κάθε φορά, εάν δείτε τα συμπεράσματά της, είναι να πιάνεται η ψυχή μας, καθώς εν ολίγοις βεβαιώνει επιστημονικά πως είμαστε ανεπίδεκτοι μαθήσεως και δεν διορθώνουμε πολλά κακώς κείμενα. Ασχέτως εάν οι μεταρρυθμίσεις… πάνε κι έρχονται.

Στο τελευταίο ερευνητικό πακέτο που έτρεξε το δεύτερο 15νθήμερο του φετινού Ιανουαρίου η «διαΝΕΟσις», σε συνεργασία με την Metron Analysis, διενήργησε είτε τηλεφωνικές είτε online συνεντεύξεις, που μας έδειξαν τι πιστεύουν οι Έλληνες για την κλιματική αλλαγή και το περιβάλλον, την  τεχνολογία και την τεχνητή νοημοσύνη, τα δικαιώματα των γυναικών και των ομόφυλων ζευγαριών, ποιες απόψεις κυριαρχούν για το δημογραφικό και για τους νέους, αλλά και την πολιτική συμμετοχή, όπως και για την εμπιστοσύνη στους θεσμούς.

Από τις απαντήσεις διαπιστώνουμε ότι κυβέρνηση και  πολιτικοί, με μια φράση, το πολιτικό μας σύστημα βρίσκεται στην πρώτη θέση των συνολικών αναφορών ως προς το «ποιος νομίζετε ότι φταίει για τα προβλήματα που αντιμετωπίζει σήμερα η Ελλάδα». Πιο συγκεκριμένα η έρευνα αναδεικνύει πως στην κορυφή αυτών που φταίνε για τα προβλήματα ξεχωρίζει η κυβέρνηση και οι πολιτικοί με ποσοστό 52,7%, δηλ. οι περισσότεροι από τους μισούν χρεώνουν το φταίξιμο σε αυτούς. Ακολουθούν με ποσοστό 45,7 τα «οργανωμένα συμφέροντα/συντεχνίες», με ποσοστό 44,5% «οι επιλογές των ίδιων των πολιτών», με 29,6% «οι ισχυρές χώρες / μεγάλες δυνάμεις» και μόλις ένας στους εκατό ή ακριβέστερα το 1,1% απαντά «τίποτε από αυτά, υπάρχουν αντικειμενικές δυσκολίες».

Στο θέμα των νέων και ως προς το ποια είναι τα σημαντικότερα προβλήματα που αντιμετωπίζουν σήμερα στην Ελλάδα, οι απαντήσεις αρχίζουν από τις χαμηλές αποδοχές κι έπονται η ανεργία, το αβέβαιο επαγγελματικό και ασφαλιστικό μέλλον, το ανεπαρκές εκπαιδευτικό σύστημα, η κακή ψυχική υγεία, η αδυναμία δημιουργίας οικογένειας, η έλλειψη αξιοκρατίας και δικαιοσύνης, η αδυναμία ανεξαρτησίας – αυτονόμησης, η έλλειψη ευκαιριών, η στέγαση, η μοναξιά, ο περιορισμός ελευθεριών – δικαιωμάτων, η κακή σωματική υγεία, οι φυλετικές και άλλες διακρίσεις. Δηλαδή… τα πάντα.

Στην ενότητα με το ερώτημα για το «ποιες είναι οι δύο μεγαλύτερες απειλές για το μέλλον των Ελλήνων», οι Έλληνες ερωτηθέντες ιεραρχούν τις απαντήσεις τους ως εξής: το 49,1 κατατάσσει πρώτη την «οικονομική κατάσταση της χώρας», το 36,7% το «δημογραφικό / μείωση του πληθυσμού», το 20,5% την «κλιματική αλλαγή», το 17,9 την «ανεργία», το 17,1% τη «μετανάστευση», το 16,4% την «κρίση/πτώχευση» και ουραγό σε αυτήν την κατηγορία βλέπουμε με ποσοστό 12,1% τις «σχέσεις με την Τουρκία».

Σε ό,τι αφορά το «εμπιστευόμαστε έναν από τους παρακάτω θεσμούς ή δομές» με σειρά βαθμολόγησης προκύπτουν οι εξής απαντήσεις: οι Έλληνες δίνουν τα πρωτεία στην οικογένεια, ακολουθούν οι ένοπλες δυνάμεις, οι επιστήμονες / τεχνοκράτες, η αστυνομία, η εκκλησία, ο δήμαρχος, η Δικαιοσύνη και η Προεδρία της Δημοκρατίας. Στον αντίποδα, στις τελευταίες πέντε θέσεις, από τον ουραγό και πιο πάνω, φαίνεται σύμφωνα με τις απαντήσεις πως οι Έλληνες εμπιστεύονται λιγότερο από όλους -22 ήταν συνολικά στη λίστα- τις μη κυβερνητικές οργανώσεις (ΜΚΟ), τις συνδικαλιστικές οργανώσεις, τα ΜΜΕ (εφημερίδα, ραδιόφωνο, τηλεόραση), τα πολιτικά κόμματα, το τραπεζικό σύστημα, τις εργοδοτικές οργανώσεις, το ίντερνετ και τα social media.

Εξαιρετικά ενδιαφέρον είναι πως, με άριστα το πέντε για το μεγαλύτερο ποσοστό εμπιστοσύνης, οι Έλληνες που απάντησαν στην έρευνα μετά βίας δίνουν βαθμό βάσης, δηλ. κοντά στο 2,5, στις ανεξάρτητες αρχές, τον πρωθυπουργό, την Ε.Ε., την κυβέρνηση, το Κοινοβούλιο, τον περιφερειάρχη και το κράτος πρόνοιας.

Αναλύοντας τα δεδομένα της παραπάνω έρευνας ο αναπληρωτής Καθηγητής Κοινωνιολογίας στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του ΕΚΠΑ Παναγής Παναγιωτόπουλος σημειώνει πως ουσιαστικά έχουμε να κάνουμε με μια «κοινωνία απαιτητική́ με το Κράτος και την Αγορά́, εξαιρετικά́ ευαίσθητη σε ζητήματα δικαιωμάτων των γυναικών, αυξημένα ευαίσθητη σε ζητήματα ομοφύλων ζευγαριών και ιδιαιτέρως ενημερωμένη γύρω από τα διακυβεύματα και τους κινδύνους που ενέχει η τεχνητή́ νοημοσύνη. Από́ την άλλη, επιβεβαιώνεται το χαμηλό́ ενδιαφέρον για την πολιτική́, καθώς και η χαμηλή́ εμπιστοσύνη στους κύριους κρατικούς και κοινωνικούς θεσμούς, με εξαίρεση την οικογένεια. Η κουλτούρα της καχυποψίας και η κρίση των θεσμών αποτυπώνονται αμφότερες με καθαρό́ τρόπο. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει, εξάλλου, η έκδηλη αγωνία για το οικονομικό́ μέλλον της χώρας και τον υψηλό́ βαθμό́ απειλής που αισθάνονται εξαιτίας αυτού́ οι ερωτώμενοι, ενώ οι επίσημοι κρατικοί δείκτες σχετικά με την ανεργία μοιάζουν να επιβεβαιώνονται και σε επίπεδο κοινωνικής πρόσληψης, τουλάχιστον σε σχέση με το πρόσφατο παρελθόν».

Βλέποντας τις απαντήσεις συμπερασματικά θα λέγαμε πως φαίνεται να συμπεριφερόμαστε και να πράττουμε ανακόλουθα σε σχέση με αυτά που πιστεύουμε. Ένα ταμείο εάν κάνουμε σχετικά με το πώς φερόμαστε, ποια θέματα προκρίνουμε, ποια πάμε να λύσουμε, ποια δεν τα πιάνουμε ποτέ, ποια δεν διορθώνουμε και ποια τα κρύβουμε κάτω από το χαλί θα μας πείσει. Γιατί δεν εμπιστευόμαστε π.χ. τα κοινωνικά δίκτυα και όλη μέρα εκεί βολοδέρνουμε, αυτά συζητάμε, με αυτά αστειευόμαστε ή απορούμε και ενώ ξέρουμε την ουσία και τα σημαντικά, πορευόμαστε στην επιφάνεια και παίρνουμε μόνο τον αφρό. Όμως το λέει ο ποιητής κι ας μην ακούμε, για να «γυρίσει ο ήλιος θέλει δουλειά πολλή»…