«Με είκοσι φθινόπωρα και άνοιξη καμία /
απ’ την Υπάτη το ’σκασα και πήγα στη Λαμία. /
Ήμουν μικρούλα κι άπραγη και δροσερή κι ωραία /
πώς το ’παθα μανούλα μου κι αγάπησα εκδορέα./
Το γαρ πολύ του έρωτος γεννά παραφροσύνη /
γι’ αυτό και ο Αλή Πασάς έπνιξε τη Φροσύνη».
Αυτά έγραφε -μεταξύ άλλων- ο Νίκος Γκάτσος και μελοποιούσε -μεταξύ πολλών άλλων- ο Μάνος Χατζιδάκις στα χρόνια της μεταπολίτευσης. Την «Προσευχή της παρθένου» τραγούδησε η Μελίνα Μερκούρη, συμπληρώνοντας ιδανικά το σουρεαλιστικό σκηνικό που έστησαν οι δύο δημιουργοί σε μια ευαίσθητη ιστορικά περίοδο. Με φόντο το ανεξήγητο του έρωτα, που φτάνει συχνά σε σημείο… παραλογισμού!
Ένα σκηνικό, που αν αφαιρέσει κανείς τη γοητεία από το ταλέντο αυτών που το δημιούργησαν, ταιριάζει απόλυτα στη «Θεσσαλονίκη λίγες ημέρες πριν από το μετρό». Διότι 15 ημέρες πριν από την έναρξη των δρομολογίων του μετρό στις 30 Νοεμβρίου κάποιοι στην πόλη εξακολουθούν να είναι θυμωμένοι με το συγκεκριμένο έργο. Επειδή έγινε, ενώ εκείνοι δεν το ήθελαν, τους έπεφτε πολύ… βαρύ. Επειδή η λύση που επέλεξε η πολιτεία μετά τις ανασκαφές είναι «και μετρό και αρχαία», ενώ οι ίδιοι θα ήθελαν μόνο τα αρχαία, έστω και θαμμένα εις τους αιώνες των αιώνων κάτω από την άσφαλτο και τα μπετά της οδού Εγνατία. Επειδή η επέκταση του μετρό ξεκίνησε από την Καλαμαριά και όχι από τα δυτικά. Αλλά και επειδή η επόμενη επέκτασή του θα γίνει προς τη δυτική Θεσσαλονίκη και όχι προς το αεροδρόμιο. Είναι οι ίδιοι -ή περίπου οι ίδιοι- που αντιτάχθηκαν στο μετρό κι επειδή δεν πέρασε το δικό τους στράφηκαν κατά της υπερυψωμένης περιφερειακής οδού, της Flyover, που βρίσκεται σε φάση κατασκευής.
Δύο, λοιπόν, εβδομάδες πριν από το πρώτο δρομολόγιο Σιδηροδρομικός Σταθμός – Νέα Ελβετία – Σιδηροδρομικός Σταθμός, το επίδικο (;) είναι το λογότυπο του μετρό. Το «μ» που αποκάλυψε η πολιτική ηγεσία του υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών και η «Ελληνικό Μετρό», στην οποία ως εταιρεία του ελληνικού δημοσίου ανήκει το έργο. Το χαρακτηρίζουν κακό, άσχημο, μίζερο, κλεμμένο, αντιγραφή. Ό,τι αρνητικό μπορεί να φανταστεί ο καθένας. Χωρίς να υπολογίζουν ότι ακόμη κι αν οι ίδιοι, ως αξιόπιστοι κριτικοί τέχνης και θιασώτες της υψηλότερης βαθμίδας αισθητικής, έχουν δίκιο σε όσα λένε, το αποτέλεσμα είναι μηδέν. Όχι διότι η γνώμη τους δεν μετράει, αφού η γνώμη όλων των ανθρώπων έχει την αξία της. Το… μηδέν προέρχεται από τη διαπίστωση ότι για το μετρό, τις περιπέτειες της περασμένης 20ετίας και την επικείμενη λειτουργία του το λογότυπο είναι παντελώς αδιάφορο. Θα μπορούσε να είναι το «π», το λατινικό «k» ή το ηρωικό σήμα του Ηρακλή Θεσσαλονίκης, εάν βεβαίως συναινούσαν οι παράγοντες του Γηραιού! Κι αυτό επειδή λόγω της φύσης της δραστηριότητας του μετρό, αφενός η σηματοδότησή του δεν έχει σημασία και αφετέρου, το λογότυπο που επιλέχθηκε είναι… καταδικασμένο να γίνει σύντομα αποδεκτό και αναγνωρίσιμο, λόγω της συνεχούς χρήσης του σε σταθμούς, βαγόνια, εισιτήρια, κάρτες απεριορίστων διαδρομών κ.λ.π.
Τώρα αν η διαδικασία που ακολούθησε η Ελληνικό Μετρό ήταν η δέουσα ή όχι. Αν κακώς ακυρώθηκαν δύο διαγωνισμοί και φτάσαμε στην ανάθεση. Εάν αγνοήθηκαν οι αρχιτέκτονες της Θεσσαλονίκης. Όλα αυτά τα εάν συνιστούν πιθανά ενδεχόμενα, αλλά δεν έχουν σχέση με την ουσία του θέματος. Για όλα αυτά υπάρχουν οι θεματοφύλακες των δημοσίων και ευρωπαϊκών διαδικασιών και των σχετικών κονδυλίων, οι οποίοι μπορούν να παρέμβουν είτε αυτοβούλως, είτε κατόπιν εγκλήσεως. Πρόκειται για διοικητικά και οικονομικά θέματα που συχνά στην Ελλάδα εμφανίζουν αδυναμίες και αστοχίες. Προφανώς μια σύγχρονη χώρα οφείλει να κάνει τα πράγματα σωστά, ενώ όσοι διαχειρίζονται ένα έργο που κόστισε πάνω από 1,5 δισ. ευρώ θα έπρεπε να είναι προσεκτικοί και με τις λεπτομέρειες μερικών χιλιάδων ευρώ. Ακόμη και με το λογότυπο του μετρό, η λειτουργία του οποίου αναμένεται να αλλάξει το κέντρο της Θεσσαλονίκης και μελλοντικά ολόκληρο το πολεοδομικό συγκρότημα. Διότι το ζήτημα δεν είναι ότι το κόστος του σήματος διαμορφώθηκε σε 30.000, αλλά ότι η γυναίκα του Καίσαρα οφείλει όχι μόνο να είναι, αλλά και να φαίνεται τίμια. Στο παραμικρό. Η διαδικασία θα έπρεπε να δρομολογηθεί νωρίτερα, ώστε να υπάρχει ο απαιτούμενος χρόνος για να ολοκληρωθεί, ακόμη και κόντρα σε ενστάσεις, προσφυγές και τα σχετικά.
Από τον Καλατράβα στο ΜΙΤ
Ανάμεσα σε όσα υποστήριξε ο Σύλλογος Αρχιτεκτόνων Θεσσαλονίκης για την ανάθεση της δημιουργίας του λογότυπου του μετρό, υπάρχει και η άποψη ότι η ανάθεση δεν έγινε «σε κάποια διάσημη εταιρεία για το αναγνωρισμένο σχετικό έργο της, αλλά σε μια άσημη νεοσύστατη εταιρεία, η οποία την ημέρα της ανάθεσης δεν είχε ούτε καν ενεργό ιστότοπο». Κάτι που μεταφράζεται ότι εάν η ανάθεση είχε γίνει «σε κάποια διάσημη εταιρεία για το αναγνωρισμένο σχετικό έργο της» θα ήταν ανεκτή. Ίσως. Μόνο που κατά το παρελθόν στη Θεσσαλονίκη κάτι τέτοιο δεν ίσχυσε. Το αντίθετο. Ορισμένοι παράγοντες της πόλης στοχοποίησαν διεθνείς επιστήμονες και καταστάσεις, που εκλήθησαν να ασχοληθούν με την πόλη. Δύο παραδείγματα από τη δεκαετία του 2000.
Όταν η ΔΕΘ – Helexpo μετά το 2004, ενόψει δεύτερης διεκδίκησης από τη Θεσσαλονίκη της Παγκόσμιας Έκθεσης ΕXPO, κάτι που τελικά δεν προχώρησε, αλλά εάν γινόταν θα απαιτούσε συγκεκριμένο σχεδιασμό για την ανάπλαση, τον εκσυγχρονισμό και την πολεοδομική επέκταση του υφιστάμενου εκθεσιακού κέντρου σε συνολική έκταση 250 στρεμμάτων, κάλεσε τον διάσημο Ισπανό αρχιτέκτονα και πολεοδόμο Σαντιάγο Καλατράβα να επενδύσει αρχιτεκτονικά την πολεοδομική πρόταση του γραφείου του Δοξιάδη, που είχε προηγηθεί, ακούστηκαν πολλές γκρίνιες. Παρά το ότι ο Καλατράβα ήταν τότε από τα πρώτα ονόματα διεθνώς, ενώ είχε συνδεθεί στενά και με τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004 στην Αθήνα, τα αρνητικά σχόλια για τη δήθεν ξενομανία και την υποτίμηση του δυναμικού της Θεσσαλονίκης, που ασχολείται με τέτοια θέματα, ήταν πολλά.
Επίσης, υπήρξαν γκρίνιες όταν το 2010 το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Θεσσαλονίκης συνεργάστηκε με το Τεχνολογικό Ινστιτούτο της Μασαχουσέτης (ΜΙΤ) και τον εξαιρετικά επιδραστικό και διάσημο μέχρι σήμερα καθηγητή Carlo Ratti, o οποίος διευθύνει το MIT Senseable City Lab. Πρόκειται για ένα εργαστήριο που διερευνά το πώς οι νέες τεχνολογίες αλλάζουν τον τρόπο που κατανοούμε, σχεδιάζουμε και τελικά ζούμε στις πόλεις. Το γεγονός είναι πως οι μεταπτυχιακοί φοιτητές του ΜΙΤ ήρθαν ανά ομάδες στη Θεσσαλονίκη -αν και αμερικάνικο πανεπιστήμιο ούτε ένας δεν ήταν Αμερικανός, αφού ως γνωστόν στα μεγάλα πανεπιστήμια μετρούν οι ικανότητες και όχι το… αίμα-, μελέτησαν στην πόλη και προχώρησαν σε προτάσεις, που τότε ήταν πρωτοποριακές, αλλά σήμερα τις επιβάλλει η ίδια η ζωή δια της τεχνολογίας. Ανάμεσα σε αυτές -χαρακτηριστική για τη Θεσσαλονίκη- ήταν η πρόταση για επέκταση του πλακόστρωτου της Παλιάς Παραλίας με ξύλινο ντεκ, κάτι που αναμένεται να υλοποιηθεί το επόμενο διάστημα. Οι προτάσεις αυτές είχαν παρουσιαστεί σε ειδική εκδήλωση, αλλά δεν αξιολογήθηκαν, ούτε από τους τοπικούς πολιτικούς παράγοντες, ούτε από την δήθεν αρχιτεκτονική και πολεοδομική ελίτ (sic) της πόλης.
Συμπέρασμα: είναι πιθανόν η γκρίνια των αρχιτεκτόνων της Θεσσαλονίκης για την ανάθεση του λογότυπου, που πάντως έχει μια κάποιου τύπου ηθική βάση, αφού το τελικό αποτέλεσμα δεν προέκυψε από διαγωνισμό, αλλά από ανάθεση, να σχετίζεται με τη συντεχνιακή νοοτροπία και τα τοπικιστικά αισθήματα που ακόμη αντέχουν στην πόλη. Είναι πιθανόν, όχι σίγουρο. Και μακάρι να μην είναι έτσι, αλλά όταν η ιστορία γενικώς επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά τότε εκπίπτει σε… φάρσα.
Υ.Γ.: Όσοι παρακολούθησαν την περασμένη Τετάρτη την εξάωρη συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου Θεσσαλονίκης για την ανάπλαση του χώρου της Διεθνούς Εκθέσεως είχαν λόγους να αισθάνονται μελαγχολικά. Όχι για τα σχέδια της ΔΕΘ, αλλά για ορισμένες αντιδράσεις. Σαν να βρισκόμαστε 20 χρόνια πριν, ίσως και περισσότερα…