Skip to main content

Τα βήματα που δεν τολμάει η εκτελεστική εξουσία για την εξυγίανση στο ποδόσφαιρο

Οι οριζόντιες απαγορεύσεις είναι εξ’ ορισμού άδικες και τσουβαλιάζουν τα χλωρά μαζί με τα ξερά

Τα μέτρα που ανακοίνωσε η κυβέρνηση για την καταπολέμηση της οπαδικής βίας δείχνουν μετά βεβαιότητος δύο πράγματα: Από τη μια η δυσκολία του θέματος γεννά την αδυναμία προσέγγισής του. Από την άλλη, την αμηχανία της πολιτείας να αντιμετωπίσει ένα φαινόμενο στο οποίο εμπλέκονται και διαπλέκονται αφενός μεγάλα οικονομικά συμφέροντα και αφετέρου η λαϊκή συμμετοχή.

Διότι με το ποδόσφαιρο -κακά τα ψέματα όλα από το ποδόσφαιρο ξεκινάνε- ασχολούνται οικονομικοί παράγοντες με μεγάλη επιρροή στην κοινωνία και λόγω των μέσων μαζικής ενημέρωσης που ελέγχουν -διότι όλοι ελέγχουν-, όπως επίσης ασχολείται και το μεγαλύτερο κομμάτι του πληθυσμού, στην πλειονότητά του με την αγνή ιδιότητα του φιλάθλου ή του οπαδού. Αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι οι παράγοντες ενδιαφέρονται για επικράτηση πολεμικού τύπου ούτε έχουν ανάγκη από στρατό. Για κάποιους, όμως, αυτό ισχύει και με το παραπάνω. Επίσης, δεν είναι πολλοί οι φίλοι μιας ομάδας, οι οπαδοί της, που την αντιλαμβάνονται ως «κατοχική» δύναμη επιβολής επί όλων των υπολοίπων, μισητών ή λιγότερο μισητών αντιπάλων. Κι όμως τόσο οι φανατικοί παράγοντες που υπακούν στο φιλοσοφικό δόγμα «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα», όσο και αυτοί που τους ακολουθούν -ενίοτε εισπράττοντας κάποιο χαρτζιλίκι- έχουν καταφέρει να επιβάλλουν την ατζέντα τους. Στην ουσία να μετατρέψουν το ποδόσφαιρο -και τον σωματειακό αθλητισμό γενικότερα- σε πόλεμο, τα γήπεδα σε πεδία μάχης, τους οπαδούς σε ανθρώπους με απελευθερωμένα δολοφονικά ένστικτα και την επικράτεια σε εμπόλεμη ζώνη, αφού τα επεισόδια ξεκινούν οπουδήποτε, οποτεδήποτε. Επίσης, είναι σαφές ότι οι μικρότεροι και πιο περιθωριακοί αισθάνονται απενοχοποιημένοι να ασκήσουν βία στον αθλητικό τους μικρόκοσμο με βάση αυτά που κάνουν ή προκαλούν οι μεγάλοι και οι προβεβλημένοι. Ακόμη και σε γήπεδα τοπικών κατηγοριών ή σε απομακρυσμένα χωριά δέρνονται -ενίοτε ανηλεώς- για ένα γκολ, ένα σφύριγμα, μία κουβέντα, μία βρισιά ή ένα… γαμώτο. Όχι σαν κι αυτό της Βούλας Πατουλίδου που καθαγιάστηκε επειδή ήταν αφιερωμένο στην Ελλάδα, αλλά για έναν αρρωστημένο εγωισμό που θέλει ακόμη και την Άνω με την Κάτω Ραχούλα να σκοτώνονται για τη νίκη και την κυριαρχία.

Η πραγματοποίηση των αγώνων της μεγάλης κατηγορίας του ποδοσφαίρου κεκλεισμένων των θυρών, δηλαδή χωρίς θεατές, και η αναζήτηση της εντονότερης συμπαράστασης της δικαιοσύνης για το πρόβλημα της οπαδικής βίας αποδεικνύουν τη δυσκολία του θέματος και την αμηχανία της εκτελεστικής εξουσίας να το διαχειριστεί. Διότι οι οριζόντιες απαγορεύσεις είναι εξ’ ορισμού άδικες και τσουβαλιάζουν τα χλωρά μαζί με τα ξερά, ενώ η εντατικοποίηση της δικαιοσύνης συνιστά αναγνώριση ότι σε ορισμένες περιπτώσεις οι εισαγγελείς, οι ανακριτές και οι δικαστές προσεγγίζουν τα θέματα με… χαλαρότητα. Στην ουσία, ακριβώς όπως και μετά τις δολοφονίες Καμπανού και Κατσούρη, η κυβέρνηση γυρίζει γύρω από το πρόβλημα, προσπαθεί να το… κυκλώσει, να το αναλύσει και στο τέλος το αντιμετωπίζει όπως τα φυσικά φαινόμενα. Πολιτικά και με όρους εντυπώσεων, οι οποίες, όμως, μετά από τόσα περιστατικά δεν… περνάνε. Σήμερα δεν υπάρχει ούτε ένας Έλληνας με απλή λογική, ο οποίος να πιστεύει ότι τα συγκεκριμένα μέτρα θα αποδώσουν. Το απόστημα πρέπει να σπάσει. Ο γόρδιος δεσμός όταν δεν λύνεται κόβεται. Εάν το ζητούμενο είναι το αποτέλεσμα, η θεραπεία. Διότι αγώνες κεκλεισμένων των θυρών έχουν γίνει για ανάλογους ή για άλλους λόγους κι άλλες φορές, ενώ και η δικαιοσύνη έχει κάνει το χρέος της. Σχετικά πρόσφατα οι εμπλεκόμενοι στη δολοφονία του Άλκη Καμπανού στη Θεσσαλονίκη τιμωρήθηκαν ως συμμορία. Καταδικάστηκαν σε ισόβια δεσμά. Είδε κανείς κάποιο από τα επίμαχα… αφτιά να ιδρώνει;

Τα επόμενα βήματα

Με αυτά τα δεδομένα ίσως είναι η στιγμή η πολιτεία να κάνει τα επόμενα βήματα για την εξυγίανση του ποδοσφαίρου και του αθλητισμού γενικότερα και την εξάλειψη της οπαδικής βίας. Έστω κι αν αυτά τα βήματα είναι -ή έστω θεωρηθούν- οπισθοδρόμηση. Άλλωστε συχνά στο ποδόσφαιρο οι παίκτες γυρίζουν τη μπάλα προς τα πίσω, μέχρι τον τερματοφύλακά τους, ώστε η επιθετική -δηλαδή η δημιουργική- τους προσπάθεια να ξεκινήσει οργανωμένα, με καλύτερους όρους και προϋποθέσεις. Δύο είναι αυτά τα μεγάλα βήματα:

Πρώτον, η αναστολή για μερικά χρόνια -ίσως πέντε ή δέκα- του επαγγελματικού αθλητισμού στην Ελλάδα. Άλλωστε στις δεκαετίες που προηγήθηκαν η χώρα δεν έχει πάει ιδιαιτέρως μπροστά σε κανένα άθλημα. Δεν είναι τυχαίο ότι οι επαγγελματικές ομάδες που πρωταγωνιστούν στελεχώνονται από ξένους αθλητές και προπονητές, οι οποίοι καταλήγουν στη χώρα μας επειδή δεν βρίσκουν δουλειά σε κάποιο καλύτερο πρωτάθλημα. Πολλοί, μάλιστα, αποχωρούν κακήν κακώς μετά από λίγο διάστημα, σε ορισμένες περιπτώσεις απλήρωτοι. Αυτά τα δεδομένα συνιστούν τον κανόνα, στον οποίον ασφαλώς υπάρχουν εξαιρέσεις, που παραμένουν… εξαιρέσεις. Η επιστροφή στα… πέτρινα χρόνια ενδέχεται να διατηρήσει τη χαρά του αγώνα, για όσους παράγοντες, παίκτες, φιλάθλους έχουν τέτοιες ανάγκες και αγωνίες. Συγχρόνως θα απαλλάξει μία δραστηριότητα απ’ όλους εκείνους που θέλουν να την αξιοποιήσουν για… αλλότριους σκοπούς. Στο κάτω κάτω αφού οι επαγγελματίες του αθλητισμού δεν μπορούν με τη στάση τους να διασφαλίσουν το απαιτούμενο κύρος στον κλάδο τους έχουν αποτύχει.

Δεύτερον, η κατάργηση του επαγγελματισμού να συνοδεύεται και από τον αποκλεισμό των ελληνικών ομάδων από τις ευρωπαϊκές διοργανώσεις, προκειμένου το ενδιαφέρον να επικεντρωθεί κατά το δυνατόν στη χαρά του αθλήματος. Για να εκλείψει κάθε κίνητρο από τους ματαιόδοξους, που αποτελούν την πρώτη ύλη για κάθε φύσεως αδίστακτη εξουσία. Στη δεκαετία του 2010 με την οικονομική καταστροφή και τη χρεοκοπία αποδείχθηκε ότι μια χώρα και μια κοινωνία μπορεί να υποχρεωθεί να σκύψει το κεφάλι, αλλά με τις κατάλληλες κινήσεις μπορεί, επίσης, να επανέλθει στην πρώτη γραμμή.

Έστω ως υποσημείωση

Προφανώς δεν υπάρχει ούτε σήμερα ούτε στον ορίζοντα κυβέρνηση που θα τα βάλει ευθέως και συνολικά με τον κόσμο του επαγγελματικού αθλητισμού στην Ελλάδα, όσο αρρωστημένος κι αν είναι. Οι κυβερνήσεις αποτελούνται από πολιτικά πρόσωπα που ενδιαφέρονται κατά προτεραιότητα για την επιβίωσή τους στο προσκήνιο. Οπότε οι ρηξικέλευθες προτάσεις δεν τα αφορούν ούτε τους περνούν από το μυαλό. Υπάρχουν, όμως, και καλό είναι να καταγράφονται. Έστω και ως υποσημείωση. Ποιος ξέρει, ίσως κάποτε, υπό το βάρος γεγονότων, οι καιροί να ωριμάσουν. Διότι το ποτήρι έχει ξεχειλίσει, όχι μία αλλά πολλές φορές. Και ούτε πιο κάτω έχει…

ΥΓ1. Εννοείται ότι οι κοινωνιολόγοι που συνδέουν την οπαδική βία με τη γενικότερη κατάσταση στην κοινωνία έχουν δίκιο. Οι αιτίες της οργής του κόσμου -και ιδιαιτέρως των νέων ανθρώπων- είναι βαθύτερες και ανεξάρτητα από το εάν κάποιος συμφωνεί ή διαφωνεί με αυτές υπάρχουν. Η μπάλα, ο Ολυμπιακός, ο Παναθηναϊκός, η ΑΕΚ, ο ΠΑΟΚ, ο Άρης συνιστούν αφορμές για να ξεσπάσει το κακό. Αφού, λοιπόν, η πολιτεία διαγράψει με τον τρόπο της σε πρώτη φάση τις αφορμές, μετά οφείλει να ασχοληθεί με προσήλωση και με τις αιτίες. Τις ανισότητες, τις κοινωνικές αδικίες, τα αδιέξοδα, την απελπισία για τα χαμένα όνειρα, το ανεπαρκές εκπαιδευτικό σύστημα, το στρεβλό παραγωγικό μοντέλο κλπ., κλπ., κλπ. Διότι πέραν των άλλων οι «μάχες του ποδοσφαίρου», όχι αυτές που παίζονται μέσα στις τέσσερις γραμμές, αλλά οι μάχες στις κερκίδες και οι πόλεμοι στις πλατείες, λειτουργούν και ως παραμορφωτικοί φακοί. Διότι κάποιοι -μάλλον αρκετοί- από τους συμμετέχοντες νομίζουν ότι εκεί, στον δικό τους μάταιο, απελπισμένο και λυσσασμένο αγώνα κατά του απέναντι οπαδού ή αστυνομικού, κρύβεται η δικαίωση, που ασφαλώς δεν αποκαλύπτεται ποτέ μέσα από τέτοιες διαδικασίες.

ΥΓ2. Εννοείται, επίσης, πως ούτε ο αθλητισμός και τα αθλήματα φταίνε σε τίποτα. Το ποδόσφαιρο, το μπάσκετ, το βόλεϊ, το χάντμπολ και όλα τα αθλήματα (πρέπει να)  προσφέρουν χαρά κι εκτόνωση στους ανθρώπους. Να τους διδάσκουν την αξία της προσπάθειας και τον υγιή ανταγωνισμό. Είτε βρίσκονται μέσα στον αγωνιστικό χώρο είτε στις κερκίδες. Διότι χωρίς θεατές -η κυβερνητική απόφαση, δηλαδή, για τη μεγάλη κατηγορία του ποδοσφαίρου- το κάθε άθλημα είναι ένα… άλλο άθλημα. Αποδείχθηκε αυτό στη διάρκεια της πανδημίας, παντού στον κόσμο.