Εάν δεν υπήρχαν οι σεισμοί της Σαντορίνης, χωρίς αμφιβολία τα Τέμπη, τόσο ως σιδηροδρομικό δυστύχημα, στο οποίο χάθηκαν 57 άνθρωποι, νέοι στην πλειονότητά τους, όσο και ως δικαστική, αλλά και πολιτική υπόθεση θα κυριαρχούσαν στην ειδησεογραφία. Μόνο που όσοι ενδιαφέρονται γι’ αυτό το τόσο σοβαρό θέμα το κάνουν από διαφορετικές σκοπιές. Με διαφορετικούς στόχους και σκοπιμότητες. Ως αποτέλεσμα υπάρχει ένα απίστευτο μπέρδεμα, που ωφελεί μόνο όσους θέλουν να ψαρέψουν σε… θολά νερά. Και δεν είναι λίγοι. Διότι αν αφήσουμε απέξω τους τραγικούς γονείς, συγγενείς και φίλους των θυμάτων, οι οποίοι -το έχουμε ξαναγράψει- μπορούν να λένε ό,τι θέλουν, διότι το συναισθηματικό τους βάρος είναι ασήκωτο, με αποτέλεσμα να στρέφονται κατά πάντων, ακριβώς επειδή δεν μπορούν να επιτύχουν αυτό που πραγματικά θέλουν, να φέρουν τα παιδιά τους πίσω, οι υπόλοιποι εμπλεκόμενοι στον δημόσιο διάλογο θα έπρεπε να το ξανασκεφτούν πριν μιλήσουν.
Η κυβέρνηση, που προσπάθησε να κλείσει το θέμα όπως όπως και τώρα που η υπόθεση άνοιξε ξανά και μάλιστα ορμητικά, οχυρώνεται πίσω από το γνωστό μοτίβο ότι «η αντιπολίτευση εργαλειοποιεί ένα τόσο τραγικό ζήτημα». Η αντιπολίτευση προσπαθεί να κερδίσει εντυπώσεις και πολιτικούς πόντους χρεώνοντας τα πάντα, τα πριν και τα μετά του δυστυχήματος, στην κυβέρνηση, συχνά με επιπόλαιο τρόπο. Τα κόμματα της αντιπολίτευσης αδειάζουν το ένα το άλλο, ενώ τουλάχιστον σε μία περίπτωση -στον ΣΥΡΙΖΑ- καταγράφεται και… εμφύλιος. Οι πάντες έχουν γίνει χημικοί, ενώ οι εμπειρογνώμονες μιλούν σα να κατέχουν την απόλυτη αλήθεια, εφαρμόζοντας το πασίγνωστο δόγμα «οι απαντήσεις είναι ανάλογες των ερωτήσεων». Από κοντά και οι δικηγόροι, οι οποίοι -στο πλαίσιο της δουλειάς τους ή της υποτιθέμενης δουλειά τους- είναι ικανοί να πουν τα πάντα, να υπονοήσουν περισσότερα και να υπαινιχθούν ακόμη πιο πολλά. Επίσης, πολλοί από τους δημοσιολογούντες που ασχολούνται με τα Τέμπη στα φυσικά καφενεία και στο διαδίκτυο, περιπτωσιολογούν και στρέφονται κατά της δικαιοσύνης, που -όπως λένε- δεν κάνει καλά τη δουλειά της Κάποιοι τηλεοπτικοί σταθμοί και ορισμένες εκπομπές τοκίζουν ανερυθρίαστα στον πόνο των ανθρώπων και την ευαισθησία που δικαιολογημένα δείχνει ο κόσμος για την υπόθεση, αναβιώνοντας το παιχνίδι του καλού και του κακού, ενώ παράλληλα ηθικολογούν απέραντα και… υποκριτικά. Αφενός για να γράψουν νούμερα και να δικαιολογήσουν τις αμοιβές τους και αφετέρου για να εξυπηρετήσουν πολιτικές σκοπιμότητες. Κι όλα αυτά ενώ -υποτίθεται- ότι όλοι θέλουν να μάθουν την αλήθεια και να αποδοθεί δικαιοσύνη. Μόνο που ο καθένας εννοεί τη δική του αλήθεια και τη δική του δικαιοσύνη, ό,τι ο ίδιος νομίζει τέλος πάντων. Βάζουν δηλαδή ερωτήματα, στα οποία δεν περιμένουν απαντήσεις. Βάζουν ερωτήματα, που προκύπτουν από τις απαντήσεις που ήδη έχουν έτοιμες στο μυαλό τους. Αφήνουν, δε, υπονοούμενα ότι κάτι κρύβεται πίσω από κάτι άλλο, που κι αυτό βρίσκεται μέσα σε ένα τσαντάκι, που βρίσκεται μέσα σ’ ένα άλλο τσαντάκι, που με τη σειρά του είναι σε ένα κουτί, που κάποιος έχει τοποθετήσει στο βάθος μιας ντουλάπας, η οποία βρίσκεται σε ένα σπίτι, κτισμένο κάπου! Οι ίδιοι, φυσικά, υπονοούν ότι γνωρίζουν, αλλά δεν μας λένε τι γνωρίζουν για να μη μας χαλάσουν το… σασπένς. Η αβάσταχτη ελαφρότητα του τίποτα. Αλλά και η μελαγχολία ενός τίποτα, που προσπαθεί να δείξει -και να πείσει- ότι είναι κάτι, έστω… δανεικό κι αγύριστο.
Η υπόθεση των Τεμπών είναι πολύ σοβαρή για να εκτροχιαστεί από τις ράγες της Δικαιοσύνης. Η οποία οφείλει και πρέπει να αποφανθεί για το τι έγινε, πώς έγινε, ποιοι φταίνε και σε ποιον βαθμό. Τότε και μόνο τότε θα δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για όλες τις άλλες συζητήσεις -πολιτικές, επαναστατικές, ανατρεπτικές, οργανωτικές κλπ. Μέχρι τότε η σιωπή θα ήταν μια καλή υπηρεσία προς τους δικαστικούς παράγοντες, οι οποίοι δύο χρόνια τώρα ασχολούνται με την υπόθεση υπό αφόρητη πίεση και θα φτάσουν κάποια στιγμή να κρίνουν καταστάσεις και ανθρώπους.
ΥΓ. Οι χθεσινές διαδηλώσεις φοιτητών και μαθητών, στη μνήμη των φίλων και συνομηλίκων τους που χάθηκαν άδικα στο φρικτό σιδηροδρομικό δυστύχημα, υπήρξαν αυθεντικές. Γι’ αυτό δεν υπήρξε καπέλωμα και όπου επιχειρήθηκε απέτυχε. Οι νέοι άνθρωποι που βγήκαν στους δρόμους ζητούν το αυτονόητο. Να μάθουν τι έγινε. Το δικαιούνται! Το δικαιούται η ίδια η ηλικία τους.
ΥΓ2. Πρόσφατα η ιστορικός Μαρία Ευθυμίου είπε ότι καταντά γελοίο η Ελλάδα να βρίσκεται σε ένα διαρκή εμφύλιο διχασμό για πάνω από 100 χρόνια.