Skip to main content

Η αληθινή μουσική δεν είναι ούτε αναλγητικό ούτε επίπλωση χώρου!

Η επίκουρη καθηγήτρια της Παντείου Χαρίκλεια Τσοκανή μιλάει στη Voria.gr με αφορμή το βιβλίο της «Από τη μουσική στον θόρυβο»
Προσθήκη του voria.gr ως προτεινόμενη πηγή στην Google

Αν και η μεγάλη πλειονότητα των ανθρώπων αναγνωρίζουν την αξία της μουσικής στη ζωή τους, μάλλον λίγοι είναι αυτοί που την ακούνε συνειδητά και συστηματικά. Κάπως έτσι συχνά οι… θόρυβοι εκλαμβάνονται ως μουσική, με αποτέλεσμα οι λέξεις και οι έννοιες να χάνουν το νόημά τους.

Σε αυτό το πλαίσιο το βιβλίο της Χαρίκλειας Τσοκανή με τίτλο «Από τη μουσική στον θόρυβο» και τον ευρύ και διαφωτιστικό υπότιτλο «Σκέψεις για τη φαντασμαγορία του ήχου, τη μουσική εμπειρία, την τονική και ατονική μουσική και την μουσικότητας της καβαφικής ποίησης», που κυκλοφορεί από τις «εκδόσεις Πατάκη» είναι πολλαπλώς χρήσιμο.

Αρχικά διότι βάζει στο τραπέζι την αντίθεση ανάμεσα στον οργανωμένο μουσικό ήχο και τον θόρυβο. Επίσης, επειδή υπερασπίζεται πειστικά την προσφορά της μουσικής στο πεδίο της αφύπνισης των συναισθημάτων του ανθρώπου. Για όλα αυτά η συγγραφέας, που είναι επίκουρη καθηγήτρια του τμήματος Επικοινωνίας, Μέσων  και Πολιτισμού του Παντείου Πανεπιστημίου μίλησε στη Voria.gr, η οποία ταυτόχρονα εντοπίζει την αδυναμία του σύγχρονου ανθρώπου να περιφρουρήσει μέσα του την εσωτερική εκείνη περιοχή που είναι απαραίτητη για να αναλογίζεται τη ζωή του, περιοχή στην οποία η μουσική έχει προνομιακή πρόσβαση.         

Κυρία Τσοκανή, ποια ανάγκη σας οδήγησε να γράψετε ένα βιβλίο για τη μουσική, τους ήχους και τον θόρυβο;

Βασικός στόχος του βιβλίου μου είναι να συμβάλλει στην κατανόηση μιας θεμελιώδους πολιτισμικής διαδικασίας  η σημασία της οποίας στην εποχή μας – μια εποχή γενικότερης σύγχυσης αντιλήψεων και αισθημάτων- δεν εκτιμάται όπως θα  έπρεπε. Πρόκειται για το γεγονός ότι ο άνθρωπος γνώρισε των έξω κόσμο  και τον εαυτό του με την διαμεσολάβηση τού επεξεργασμένου ήχου με τον οποίο  σκηνοθέτησε -σύμφωνα με τα παραγγέλματα της φαντασίας του- τον δικό του  ηχόκοσμο  δημιουργώντας, έτσι, το συμβολικό ανάλογο τού φυσικού κόσμου. Συνεπώς, θα σφάλαμε εάν θεωρούσαμε ότι η  μουσική είναι δυνατόν να αναπαράγει απευθείας, μιμούμενη απλώς, τους φυσικούς ήχους. Εκείνο που η μουσική μπορεί, είναι να μας τους καταστήσει γνωστούς ως προς την εκφραστική τους δύναμη, δηλαδή να τους κάνει να αντηχήσουν μέσα μας. Για να συμβεί όμως αυτό ο τεχνητός ήχος χρειάστηκε  να κωδικοποιηθεί και  να αρθρωθεί σε μια «γλωσσική» μορφή. Το πιο εντυπωσιακό κορυφαίο παράδειγμα αυτής της διαδικασίας  αποτελεί η  δημιουργία  της  έντεχνης  δυτικής μουσικής, η οποία αρθρώθηκε σε μια  μορφή γλώσσας με καθολικά γνωρίσματα, ικανή να προσδώσει εκφραστικό περιεχόμενο  όχι μόνον στους ακουστούς αλλά και στους μη-ακουστούς «ήχους» που λαμβάνουν χώρα στα ενδότερα της ψυχικής πραγματικότητας του ανθρώπου.  

Στο βιβλίο υπάρχουν εκτεταμένες αναφορές στην ποίηση και τη μουσικότητά της. Πιστεύετε ότι κάθε ποίημα έχει τη δική του μουσική την οποία ο συνθέτης που το μελοποιεί οφείλει να την αποκαλύψει;

Η μουσική είναι συνυφασμένη με την γλώσσα έτσι που να μην μπορούμε να πούμε με ασφάλεια εάν οι φωνητικοί  ρυθμικοί σχηματισμοί συνιστούν την  απαρχή της γλώσσας ή της μουσικής. Σύμφωνα με τον διακεκριμένο μουσικολόγο Θρασύβουλο Γεωργιάδη η αρχαία ελληνική γλώσσα εμπεριέχει την μουσική. Δηλαδή, στην αρχαία ελληνική λέξη είναι  εγγεγραμμένη η μελωδική και ποσοτικο- ρυθμική διάσταση των ήχων: οι τυποποιημένοι ρυθμοί και οι καθορισμένες μελωδικές εξάρσεις κατά την εκφορά τους. Όμως στη νέα ελληνική γλώσσα η μουσικότητά της ορίζεται διαφορετικά. Εδώ, τον καθοριστικό ρόλο ως προς  το ρυθμικό και μελωδικό ανάπτυγμα της φράσης διαδραματίζει ο δυναμικός τονισμός των λέξεων και ο επιτονισμός της φράσης. Στο βιβλίο μου ασχολήθηκα με την καβαφική ποίηση διότι η ποίηση αυτή  δεν ακολουθεί  τους μουσικοποιητικούς δρόμους που αναγνωρίζει ο κλασικός ορισμός του λυρισμού. 

Ωστόσο, δεν υπάρχει ποίηση χωρίς μουσική. Κι αυτός είναι ο λόγος που το ποίημα συχνά είναι σαν να αναζητεί τον  μουσικό που θα διαπλατύνει το ρυθμικο-μελωδικό του άκουσμα. Το πιο σαφές μουσικό στοιχείο στην ποίηση είναι βέβαια ο ρυθμός, ο οποίος είναι άλλωστε και το θεμέλιο της μουσικής. Τα υψηλής στάθμης ποιήματα συνθέτουν ρυθμικά συστήματα  που οργανώνουν  την μνήμη συγκροτώντας την ψυχική διάθεση του ακροατή ή του αναγνώστη. Απαγγέλοντας ένα τέτοιο ποίημα είναι σαν να επιβαίνει κανείς σ’ ένα όχημα  που τον οδηγεί σωματικά αλλά και διανοητικά έξω από κάθε αταξία και δυσαρμονία. Οι ρυθμικοί σχηματισμοί ενός σημαντικού ποιήματος δεν λαμβάνουν χώρα μόνον  στην ηχητική επιφάνεια των στίχων του αλλά και στο επίπεδο των νοηματικών ενοτήτων του. Ο συνθέτης που επιχειρεί να μελοποιήσει ένα τέτοιο ποίημα  καλείται να συλλάβει αυτούς τους φανερούς αλλά και κρυφούς ρυθμικούς  σχηματισμούς αν δεν θέλει να προδώσει το περιεχόμενό του.

Ένα κεφάλαιο του βιβλίου είναι αφιερωμένο στον Καβάφη. Γιατί;

Για τον λόγο ότι στον Καβάφη δεν μπορούν να εφαρμοστούν τα κριτήρια μουσικότητας που εφαρμόζονται σε άλλους ποιητές. Η καβαφική ποίηση μοιάζει να αντιστέκεται στην μελοποίησή της. Γι’ αυτό άλλοτε ορισμένοι από τους κριτικούς της τής απέδωσαν το χαρακτηριστικό της «αντιμουσικότητας». Αναλύοντας ορισμένα  εμβληματικά ποιήματα του Καβάφη επιχείρησα να δείξω ότι η δυσκολία αυτή οφείλεται  κυρίως στο ότι ο ποιητής δεν βασίζεται στην χρήση του σώματος  της γλώσσας για να συνθέσει τα ποιήματά του, αλλά ότι τον ενδιαφέρει προπάντων να αξιοποιήσει την φωνητική και ρυθμική κίνηση της γλώσσας για να συνθέσει τον ήχο και το νόημα των ποιημάτων του.  

Πώς εξελίσσεται στις μέρες μας η γλώσσα της μουσικής και από τι εξαρτάται η εξέλιξή της;

Αν χρησιμοποιήσουμε τον όρο μουσική γλώσσα με την έννοια ενός κώδικα συντεταγμένου επί τη βάσει ορισμένων  αρχών αναγνωρίσιμων ως τέτοιων από ένα μεγάλο μέρος του σύγχρονου ακροατηρίου, ο όρος αυτός δεν παραπέμπει  σε  καμία σύγχρονη μουσική πραγματικότητα. Διότι  αυτό που χαρακτηρίζει την μουσική παραγωγή σήμερα δεν είναι η γλωσσική σύνταξη και άρθρωση της μουσικής που ενοποιεί όλα τα επιμέρους μουσικά  στυλ, αλλά ο τεχνικός τρόπος κατασκευής της. Το μουσικό έργο δημιουργείται κατά κανόνα, ως τελικό προϊόν, στο στούντιο της ηχογράφησης. Κι αυτό το γεγονός προσδιορίζει όχι μόνον τον ήχο και την δομή της μουσικής, αλλά και τον τρόπο της πρόσληψής της. Ο τρόπος αυτός συνύφανσης της μουσικής με την τεχνολογία  διαφέρει ποιοτικά από τον προγενέστερο τρόπο παραγωγής της.  Διότι ενώ  στην παραδοσιακή  πρακτική της σύνθεσης η τεχνολογία του μουσικού οργάνου εμπλούτιζε ως ένα βαθμό  το  άκουσμα και το περιεχόμενό της, σήμερα η δυναμική των τεχνολογικών μέσων αφήνει ελάχιστα περιθώρια στην  ανάδυση ενός κάποιου μουσικού περιεχομένου χάριν της επίδειξης των ειδικών θεαματικών δυνατοτήτων του ίδιου του μέσου παραγωγής της. 

Οι αποδέκτες των οργανωμένων ήχων, δηλαδή οι ακροατές, πόσο επηρεάζουν αυτή την εξέλιξη και τι ρόλο παίζουν στην ανάδειξη και την κατανόηση ενός μουσικού έργου;

Ο μέσος ακροατής δεν επηρεάζει πλέον την εξέλιξη της μουσικής αφού δεν συμμετέχει με κάποιον ενεργό τρόπο στην παραγωγή της,  όπως συμμετείχε άλλοτε ο άνθρωπος της προφορικής παράδοσης. Το γούστο του σύγχρονου  ακροατή  σχηματίζεται από την βιομηχανία της διασκέδασης η οποία αξιοποιώντας τα μαζικά μέσα επικοινωνίας διαμορφώνει τον μουσικό ήχο, είτε μέσω του συστήματος του χιτ παρέϊντ δηλαδή της «παρέλασης των επιτυχιών», ένα σύστημα ισοπέδωσης των μουσικών ακουσμάτων, είτε  προωθώντας - μέσω της διαφήμισης - την ιδέα ότι η μουσική είναι  κι αυτή ένα προϊόν προς κατανάλωση.   

Έτσι ο σύγχρονος ακροατής έχει εκπαιδευτεί να  αντιλαμβάνεται, κατά κανόνα, την μουσική είτε ως αναλγητικό που ελαφρύνει τον σωματικό του μόχθο ή τον ψυχικό του πόνο (αυτό είναι έκδηλο στα καταστήματα πώλησης ρούχων και τροφίμων αλλά και στα μπαρ και εστιατόρια όπου η μουσική ηχεί εκκωφαντικά προσφέροντας ένα είδος τόνωσης στους εργαζόμενους εκεί), είτε ως μέσον «επίπλωσης» ενός δημόσιου ή ιδιωτικού χώρου. Όσον αφορά τη συμμετοχή του ακροατή στις  συναυλίες, αυτές είναι έτσι δομημένες ώστε να τον καλούν με την αυξητική κλιμάκωση των db να  συμμετάσχει σε μια φαντασμαγορική τελετουργία όπου ο μουσικός ήχος αποτελεί ένα μόνο από τα στοιχεία της μαζί  με τα φωτορυθμικά και τ’ άλλα ηχητικά εφέ.  

Image

Οι Έλληνες είναι καλοί ακροατές;

Θα ήταν αδύνατον σε μια χώρα όπως η Ελλάδα να μην υπήρχαν καλοί ακροατές της μουσικής. Οι Έλληνες  με  την μακρά τραγουδιστική παράδοση είχαν μάθει να ακροώνται  προσεκτικά  και να αναμεταδίδουν το τραγούδι τραγουδώντας  ή και χορεύοντάς το. Αλλά ο μέσος Έλληνας δεν έχει εξοικείωση ούτε και αγωγή στην ακρόαση συμφωνικών έργων μεγάλης διάρκειας. Δυσκολεύεται να παρακολουθήσει αυτό το είδος μουσικής όχι μόνον από την έλλειψη μουσικής εκπαίδευσης, αλλά και από την εξωστρεφή ιδιοσυγκρασία του η οποία τον εμποδίζει να αφεθεί στην σιωπηλή παρακολούθηση της μουσικής την οποία απαιτούν τα μεγάλα συμφωνικά έργα της δυτικής παράδοσης. Αυτό το είδος ακρόασης προϋποθέτει, βέβαια, ένα πιο εκλεπτυσμένο μουσικό γούστο και ένα ακροατήριο ικανό για αυτοπειθάρχηση. Διότι η μουσική αυτή απαιτεί προσεκτικό άκουσμα επειδή απευθύνεται στα ενδότερα του ακροατή, κάτι που πιθανόν πολλοί  θα ήθελαν να το αποφύγουν αφήνοντας αυτό το μέρος του εαυτού τους ανεξέταστο. Είναι ένα μεγάλο και χρόνιο πρόβλημα το ότι το θυμικό των Ελλήνων έμεινε, σε μεγάλο βαθμό, ανεκπαίδευτο. 

Στη χώρα μας ποια είναι η πορεία της μουσικής;  

Ελάχιστα  πιστεύω ότι ευνοήθηκε στην χώρα μας η μουσική μεγάλης πνοής, εκτός από το τραγούδι που ριζώνει βαθιά στη  γλωσσική μας παράδοση. Όμως μουσική δεν είναι μόνο το τραγούδι, το τραγούδι είναι σύνθεση μουσικής, ποίησης και γλώσσας. Υπήρξαν βέβαια σημαντικοί  συνθέτες συμφωνικής μουσικής, όπως ο Σκαλκώτας, που δεν βρήκαν την θέση που θα τους άξιζε στην πατρίδα μας, όπως υπάρχουν  και σήμερα κάποιοι που υπηρετούν επάξια την συμφωνική μουσική. Όμως στην εποχή μας, και ειδικά στη χώρα μας, η πλειονότητα των ανθρώπων δεν έχει αυτιά για να τους ακούσει. Άλλωστε, οι δημιουργοί δεν μπορούν να  υπάρξουν παρά μόνον όταν η εποχή τους τούς το επιτρέψει ή έστω όταν θελήσει να τους ανεχθεί.

Image