Στην πρώτη πράξη του Άμλετ, ο Σαίξπηρ βάζει στο στόμα του αξιωματικού Μάρκελλου τον περιβόητη φράση «Υπάρχει κάτι σάπιο στο βασίλειο της Δανιμαρκίας», αναφερόμενος στην απάτη, στη διαφθορά και στο κακό. Ο μεγάλος Βρετανός συγγραφέας θέλει με αυτό τον τρόπο όχι απλώς να υπογραμμίσει κάτι το νοσηρό, κάτι το αρρωστημένο, αλλά να επισημάνει ότι κανείς από τους υπευθύνους δεν του δίνει τη δέουσα σημασία σε αυτό το αρνητικό φαινόμενο, αντίθετα το τροφοδοτούν συνέχεια. Μια μεταφορά που ταιριάζει γάντι στο πολιτικό σύστημα της χώρας, το οποίο ενώ την Κυριακή υπέστη μία πρωτοφανούς εντάσεως ήττα, με την αποχή να συγκεντρώνει 60%, κάνει πως δεν… καταλαβαίνει. Στο σύνολό τους οι δηλώσεις των πολιτικών αρχηγών και των πολιτικών στελεχών εξαντλούνται σε κρίσεις για το αποτέλεσμα του δικού τους και των άλλων κομμάτων, ενώ επιχειρούν να ξεπεράσουν το μέγα ζήτημα δημοκρατίας που προφανώς αναδύεται μέσω της αποχής με τρεις φτηνούς τρόπους: Την αποσιώπηση, που επιδιώκει την απαξίωση. Την ξαπλώστρα και τη θάλασσα, λόγω της ζέστης και της καλοκαιρινής ατμόσφαιρας. Την επίκληση του αναμενόμενου, καθώς το φαινόμενο είχε καταγραφεί στις δημοσκοπήσεις, αν και σε όχι τόσο μεγάλη έκταση.
Σε μία χώρα με τις θεσμικές αναπηρίες της Ελλάδας η μη νομιμοποίηση του πολιτικού συστήματος λόγω της περιφρόνησης που δείχνουν οι πολίτες στις διαδικασίες του, είναι εξαιρετικά επικίνδυνη για την κοινωνική συνοχή και την ανάπτυξη. Κυριολεκτική βόμβα στα θεμέλια της χώρας. Κι όμως το πολιτικό σύστημα κάνει πως… ψιχαλίζει. Ασχολείται με το αν 28,3% είναι καλύτερο ή χειρότερο από το 14,9% και αν η διαφορά του 12% είναι λιγότερο ή περισσότερο σημαντική από την απώλεια του 13%. Επιμένει ότι «το μήνυμα ελήφθη», ότι «οι στόχοι επιτεύχθηκαν» και άλλα… ελαφρά, στάση με την οποία τροφοδοτεί το μύλο της απαξίωσής του εκ μέρους της κοινωνίας. Αν υπάρχει κάποιος λόγος οι προχθεσινές ευρωεκλογές να καταγραφούν ως κάτι ξεχωριστό στην πολιτική ιστορία θα αποδειχθεί από το βαθμό αφύπνισης που θα επιφέρουν. Ίσως, αυτή τη στιγμή τίποτε άλλο να μην έχει τόσο μεγάλη σημασία για την πολιτική ζωή της χώρας. Ούτε η άνοδος του Βελόπουλου, που ονειρεύεται να… κυβερνήσει την Ελλάδα. Ούτε η σταθεροποίηση της Νίκης, που προεκλογικά προσπάθησε να ερμηνεύσει και να απαντήσει σε κοινωνικά φαινόμενα με… ακτινογραφίες. Ούτε η είσοδος της κυρίας Λατινοπούλου στην Ευρωβουλή με το σύνθηκαμ «πατρίς, θρησκεία, οικογένεια», κάτι που έχει ξανασυμβεί με άλλους… μοναχικούς καβαλάρηδες. Η αποχή, όμως, του 60%, που αποδεικνύει την σχεδόν πλήρη αδιαφορία ενός σημαντικού μέρους των συμπολιτών μας για τις πολιτικές εξελίξεις και επιλογές, ενδέχεται να αποδειχθεί καθοριστική για τις πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές εξελίξεις τα επόμενα χρόνια. Όχι στο μακρινό, στο απώτερο, αλλά στο εγγύς μέλλον.
Στην Ελλάδα των 50 χρόνων της μεταπολίτευσης οι εκλογές ήταν συνήθως μια γιορτή, με την έννοια ότι η συμμετοχή ήταν μεγάλη. Οι θλιβερές μνήμες από τα αρνητικά πολιτικά γεγονότα των δεκαετιών μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, με αποκορύφωμα την επταετή δικτατορία των Συνταγματαρχών της περιόδου 1967 – 1974, είχαν ως αποτέλεσμα οι Έλληνες να προσέρχονται στις κάλπες μαζικά, τουλάχιστον στις δεκαετίες του 1970, του 1980 και του 1990. Από εκεί και πέρα άρχισαν να… αραιώνουν με λογικό ρυθμό, αλλά το τσουνάμι της αποχής 60% των ευρωεκλογών της περασμένης Κυριακής δεν αποτελεί απλώς… καμπανάκι, αλλά σήμα διαρκείας. Η εξήγηση για όσα συμβαίνουν είναι, τουλάχιστον στη θεωρία, απλή, αλλά η θεραπεία πολύ δύσκολη. Μια κοινωνία που εκ των πραγμάτων εξελίσσεται διαρκώς δεν μπορεί να εκφράζεται μέσω ενός πολιτικού συστήματος που παραμένει καθηλωμένο. Από την άλλη ένα πολιτικό σύστημα καθηλωμένο, επειδή αισθάνεται βολεμένο, είναι εξαιρετικά δύσκολο να διαγνώσει τι συμβαίνει και μετά να αυτοθεραπευτεί. Χρειάζεται σοφία, τόλμη, θάρρος, προσόντα στα οποία καταγράφεται ανεπάρκεια.
Μερικά από τα αρνητικά του ελληνικού πολιτικού συστήματος, τα οποία είναι ορατά δια γυμνού οφθαλμού, μπορούν να κωδικοποιηθούν ως ακολούθως:
- Απόλυτος πρωθυπουγοκεντρισμός. Στην Ελλάδα ισχύει η αρχή του ενός ανδρός, ο οποίος αποφασίζει μόνος ακόμη και για τα πιο συνταγματικά καθορισμένα ζητήματα, όπως -για παράδειγμα- ο χρόνος των εκλογών. Η απόλυτη εξουσία του εκάστοτε ενοίκου του Μεγάρου Μαξίμου δεν αμφισβητείται ούτε απ’ όσους έχουν διατελέσει πρωθυπουργοί, ούτε απ’ όσους φιλοδοξούν να γίνουν πρωθυπουργοί, ούτε απ’ όσους ονειρεύονται να γίνουν πρωθυπουργοί, ούτε απ’ όσους ούτε θέλουν, ούτε μπορούν να φτάσουν να γίνουν πρωθυπουργοί. Η περίφημη υπόθεση της «κομματικής πειθαρχίας» προφανώς αλλοιώνει επί της ουσίας το ρόλο των βουλευτών, αλλά ισχύει σχεδόν απόλυτα σε κυβέρνηση και αντιπολίτευση.
- Η έλλειψη θεσμικών αντίβαρων στη λειτουργία των δημοκρατικών θεσμών είναι κρίσιμη, κάτι που έχει ως αποτέλεσμα συχνά να ασκεί πολιτική δια των αποφάσεών της η Δικαιοσύνη και ειδικότερα τα Ανώτατα Δικαστήρια της χώρας. Για παράδειγμα, αντισυνταγματικοί νόμοι εκπίπτουν στο Συμβούλιο της Επικρατείας, επειδή στην πορεία δεν υπάρχει διαδικασία – κόφτης ούτε στην εξόφθαλμη περίπτωση της αντισυνταγματικότητας μίας ρύθμισης.
- Ο προεκλογικός αγώνας των κομμάτων που απαιτεί πολύ χρήμα, το οποίο συνήθως παραμένει επισήμως αγνώστου προελεύσεως.
- Ο τρόπος εκλογής των βουλευτών, που είναι βέβαιον ότι στα μεγάλα αστικά κέντρα απαιτεί πολύ χρήμα και μάλιστα άδηλο χρήμα, επίσης αγνώστου προελεύσεως.
- Πολιτικά στελέχη που εναλλάσσονται σε υπουργικούς θώκους. Πολύ απλά ένας υπουργός που κρίνεται ακατάλληλος ή αποτυχημένος σε ένα πόστο, γι’ αυτό και αλλάζει, τοποθετείται σε κάποιο άλλο υπουργείο. Πρόκειται για μια αξιολόγηση, έναν κανόνα αξιοκρατίας, που δεν τον καταλαβαίνει κανείς. Ή ένας βουλευτής που δεν επανεκλέγεται συχνά το κόμμα του τον βολεύει σε μια κρατική θέση.
Όλα αυτά οι πολίτες τα βλέπουν καθημερινά. Ακόμη κι αν δεν ενδιαφέρονται ενεργητικά για την πολιτική αντιλαμβάνονται τους πολιτικούς ως συντεχνία. Γι’ αυτό καταλογίζουν στον πολιτικό χώρο αυτοαναφορικότητα, αυτονόμηση, αυτοτροφοδοσία και -κάπως έτσι- του γυρίζουν την πλάτη. Είναι χαρακτηριστικό, όπως επισημαίνει γνωστός δημοσκόπος και πολιτικός αναλυτής, ότι όταν στις δημοσκοπήσει μπαίνει το ερώτημα «ποιο κόμμα μιλάει για τα θέματα που σας απασχολούν» η απάντηση είναι συντριπτική, αφού σε ποσοστό 65% - 70% απαντούν κανένα.
Υ.Γ./ Υπάρχει, βέβαια, και η άποψη ότι οι Έλληνες απείχαν κατά 60% από τις ευρωεκλογές επειδή είχε ζέστη και προτίμησαν να βρεθούν σε κάποια παραλία ή ακόμη και να μείνουν μέσα στο σπίτι, στη θαλπωρή του κλιματιστικού μηχανήματος. Γιατί όχι;