Skip to main content

Η… απόσταση Ελλάδας–Κύπρου και τα πολιτικά και οικονομικά συμφέροντα που υπονομεύουν την ενότητα ενός… έθνους ανάδελφου

Η σχέση Ελλάδας – Κύπρου, πέρα από τις επίσημες τοποθετήσεις, συνιστά μέχρι ενός σημείου απόδειξη της ροπής που έχουν οι απανταχού της Γης Έλληνες να διχάζονται, συχνά για δευτερεύοντες λόγους

«Η ψηλαφητή αλήθεια είναι ότι εμείς οι Έλληνες είμεθα έθνος ανάδελφο, αφού συγγενικά μας έθνη δεν υπάρχουν κατ’ αντίθεση προς άλλους λαούς, που δεν είναι μόνοι, αλλά διαθέτουν συγγενείς, όπως οι σλαβικοί λαοί, οι αραβικοί, οι αγγλοσάξονες, οι λατινογενείς κτλ.». 

Αυτή ήταν η πρώτη δημόσια δήλωση του νεοκλεγέντος τότε -την Άνοιξη του 1985- Προέδρου της Δημοκρατίας Χρήστου Σαρτζετάκη, ο οποίος είχε δεχθεί κριτική διότι είχε φανεί ότι βγάζει από το κάδρο την Κύπρο και τους Κυπρίους. Σαράντα χρόνια μετά -και 51 χρόνια από την τουρκική εισβολή και κατοχή του 40% του νησιού- η σχέση ανάμεσα στην μητέρα Ελλάδα και την Κύπρο εξακολουθεί να περνάει από 40 κύματα.

Ίσως ποτέ άλλοτε, όμως, η διάρρηξη των σχέσεων των δύο πλευρών δεν ήταν ορατή όπως τις μέρες μας. Με αφορμή το καλώδιο ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας – Κύπρου, για το οποίο αντιδρά η Τουρκία, οι δύο πλευρές δείχνουν ανήμπορες να συνεννοηθούν.

Όταν, μάλιστα, οι δημόσιες δηλώσεις που πιστοποιούν την αντίθεση γίνονται στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο από τον Πρόεδρο της Κυπριακής δημοκρατίας και υπουργούς της Κυπριακής κυβέρνησης, τότε οι όποιες επανορθώσεις και διαβεβαιώσεις για «αρραγές μέτωπο» φαντάζουν στα μάτια και τα αφτιά της κοινής γνώμης αδύναμες. «Προφάσεις εν αμαρτίαις», όπως λέει και μια εκκλησιαστική φράση που περιλαμβάνονται στους Ψαλμούς του Δαυίδ, την οποία στην κοσμική συζήτηση χρησιμοποιείται όταν κάποιος επιχειρεί να δικαιολογηθεί επικαλούμενος διάφορες προφάσεις για κάτι που δεν έπρεπε να κάνει. 

Το θέμα είναι σοβαρό όχι μόνο διότι αφορά τα δύο έθνη του ελληνισμού και άρα ενέχει ψήγματα εμφύλιας διαμάχης -ως γνωστόν οι εμφύλιοι πόλεμοι είναι οι πιο αιματηροί και οι αδελφικές κόντρες οι πιο σκληρές-, αλλά επειδή η Κύπρος και το Κυπριακό είναι από τη δεκαετία του 1950 ένα από τα σοβαρότερα ζητήματα της ελληνικής εξωτερική πολιτική. Διότι η Ελλάδα ως εγγυήτρια δύναμη στην Κύπρο έχει λόγο στις εξελίξεις και ευθύνη όταν τα πράγματα δεν πηγαίνουν καλά, όπως συνέβη το 1974 με την τουρκική εισβολή.

Επίσης, η σχέση Ελλάδας – Κύπρου, πέρα από τις επίσημες τοποθετήσεις, συνιστά μέχρι ενός σημείου απόδειξη της ροπής που έχουν οι απανταχού της Γης Έλληνες να διχάζονται, συχνά για δευτερεύοντες λόγους. 

Οι υπεύθυνοι μιας τραγωδίας

Όποιος έχει συναναστραφεί Κυπρίους -ανεξαρτήτως εάν ζουν στην Κύπρο, στην Ελλάδα ή οπουδήποτε αλλού-, αντιλαμβάνεται εύκολα και γρήγορα ότι οι περισσότεροι θεωρούν υπεύθυνη για τα δεινά της χώρας τους τις μεταπολεμικές δεκαετίες την… μητέρα Ελλάδα. Από την άλλη το Κυπριακό ήταν θέμα που ακόμη κι όταν με διάφορες αφορμές κορυφώνεται, ξεθυμαίνει γρήγορα στην ελληνική κοινή γνώμη. Ίσως γι’ αυτό ήταν ανέκαθεν μάλλον περιορισμένος ο αριθμός των σχολικών εκδρομών που κατευθύνονται από την Ελλάδα στην Κύπρο, παρ’ όλο που είναι κοινώς παραδεκτό ότι μια επίσκεψη στην «πράσινη γραμμή» της Λευκωσίας, την μοναδικής σήμερα διαιρεμένης ευρωπαϊκής πόλης, είναι για τους Έλληνες ξεχωριστή εμπειρία. Οι παλαιότεροι στη δημοσιογραφία θυμούνται ακόμη τους διευθυντές τους να λένε, μεταφράζοντας την εμπειρία της εποχής της μεγάλης κινητικότητας του Κυπριακού στις δεκαετίες του 1950 και του 1960, ότι «το Κυπριακό δεν πουλάει». Αλλά και οι διεθνολόγοι και οι πολιτικοί παρατηρητές όταν ερωτώνται σήμερα, αναγνωρίζουν ότι το Κυπριακό έχει κουράσει τους Έλληνες πολιτικούς, οι οποίοι σε πολλές περιπτώσεις αν δεν το αντιμετωπίζουν σαν βαρίδι, σίγουρα δεν το περιλαμβάνουν στις ουσιαστικές τους προτεραιότητες. Άλλωστε η αδυναμία της διεθνούς κοινότητας επί μισό αιώνα να αποκαταστήσει τις συνέπειες μιας στρατιωτικής εισβολής, παρά τις περί του αντιθέτου επίσημες διακηρύξεις, αποδεικνύει τη δυσκολία του θέματος να καταγράψει θετικές εξελίξεις. Ακόμη και η αδυναμία των δύο κρατών να ασχοληθούν με τον καθορισμό των μεταξύ τους θαλασσίων ορίων και ζωνών -κάτι που κάνουν ή συζητούν με όλους τους υπόλοιπους γείτονές τους-, είναι ενδεικτική της αμηχανίας που ορισμένες φορές υπάρχει στις διμερείς σχέσεις Ελλάδας – Κύπρου.

Θεσσαλονίκη – Κύπρος 

Για τη Θεσσαλονίκη η Κύπρος είναι συγγενής χώρος. Μέχρι πριν από δύο περίπου δεκαετίες, όταν στην Κύπρο ξεκίνησε η λειτουργία πανεπιστημίων, το Αριστοτέλειο πανεπιστήμιο επέλεγαν κατά προτεραιότητα οι Κύπριοι για τις σπουδές τους, αρκετοί εκ των οποίων παρέμειναν μετά στην πόλη είτε ως ερωτικοί, είτε ως επαγγελματικοί… μετανάστες. Κάτι που οδήγησε στην ύπαρξη κραταιάς κυπριακής κοινότητας και προξενείου στην πόλη. Αλλά και στις μέρες μας οι απευθείας πτήσεις Θεσσαλονίκη – Λάρνακα στηρίζουν τις εκατέρωθεν επαφές και επικοινωνίες. Άλλωστε σήμερα πολλοί Θεσσαλονικείς σπουδάζουν στα πανεπιστήμια της Κύπρου, ενώ δεν είναι λίγοι όσοι την τελευταία 15ετία της ελληνικής οικονομικής κρίσης αναζήτησαν στο νησί την επαγγελματική τους προοπτική.

Προς επίρρωσιν αυτής της ιδιαίτερη σχέσης μόλις το περασμένο Σάββατο εγκαινιάστηκε στην πινακοθήκη της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών η έκθεση «Κύπρος, 1974. Η μνήμη είναι η μόνη πατρίδα των ανθρώπων», που πραγματοποιείται με πρωτοβουλία των δύο κοινοβουλίων.

Στην έκθεση περιλαμβάνεται μεγάλος αριθμός εκθεμάτων που έχουν αναζητηθεί και παραχωρηθεί από πολλούς φορείς και ιδιώτες. Οι επισκέπτες έχουν την δυνατότητα να δουν εικόνες της κυπριακής τοπογραφίας, φωτογραφίες, κρατικά έγγραφα, βιβλία, αφίσες, γραμματόσημα, αντικείμενα και κειμήλια, ιστορικές, λογοτεχνικές και μουσικές αφηγήσεις, έργα τέχνης, κινηματογραφικές αναπαραστάσεις, καθώς και μαρτυρίες ανθρώπων που βίωσαν τα γεγονότα. Η έκθεση θα διαρκέσει έως τις 25 Ιανουαρίου 2026 και τότε, όταν θα γίνει ο απολογισμός, θα φανεί και το μέγεθος του ενδιαφέροντος των πολιτών της Θεσσαλονίκης για το θέμα. 

Ελλαδίτες και Κύπριοι

Ασφαλώς όλα αυτά αφορούν πρωτίστως τις διακρατικές σχέσεις, αλλά και τον τρόπο που οι πολίτες αντιμετωπίζουν τα μείζονα εθνικά προβλήματα που υπάρχουν στην μεγαλόνησο. Διότι στο ανθρώπινο επίπεδο της καθημερινότητας Ελλαδίτες και Κύπριοι ομονοούν και όποτε βρίσκονται συμπεριφέρονται σαν αδέλφια. Και όχι μόνο στον διαγωνισμό της Eurovision, που μέχρι πρόσφατα αντάλλασσαν αυτονόητα τα 12άρια. Αυτό όμως -όπως φαίνεται από τις εξελίξεις- δεν αρκεί.

Η γλώσσα, η θρησκεία και η ιστορία αποτελούν συγκολλητικούς παράγοντες, αλλά -όπως και πάλι συνάγεται από τις εξελίξεις- δεν αρκούν. Τα πολιτικά και οικονομικά συμφέροντα, που με αφορμή το καλώδιο της ηλεκτρικής διασύνδεσης είναι ολοφάνερο ότι υπάρχουν σε αυτή τη φάση κυρίως στην κυπριακή πλευρά, πρέπει να μπουν στην άκρη, κάτι που -όπως όλοι αναγνωρίζουν- είναι εξαιρετικά δύσκολο. Έως ακατόρθωτο… 

 
ΥΓ. Χωρίς αμφιβολία η είσοδος της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση το 2004, με άλυτο το θέμα της εισβολής και κατοχής, ασφαλώς αποτελεί πρωτίστως επιτυχία της Ελλάδας, που όμως μάλλον δεν τονίζεται επαρκώς.