Ο νέος ιδιοκτήτης του ποδοσφαιρικού Ηρακλή Παναγιώτης Μονεμβασιώτης είναι γνωστός επιχειρηματίας και γι’ αυτό έχει τονώσει τις ελπίδες των φίλων της κυανόλευκης ομάδας της Θεσσαλονίκης για καλύτερες ημέρες. Ο Ηρακλής έχει χαθεί τα τελευταία χρόνια από τα… σαλόνια του ελληνικού ποδοσφαίρου και τώρα οι φίλοι του ελπίζουν να επανέλθει, αφού βασική προϋπόθεση γι’ αυτό είναι η οικονομική υγεία και επένδυση, που κάποιος σαν τον κ. Μονεμβασιώτη μπορεί -θεωρητικά τουλάχιστον- να κάνει.
Πέρα, όμως, από το καθαρά αθλητικό πεδίο στον χώρο του ποδοσφαίρου -και του αθλητισμού γενικότερα- δοκιμάζονται και κοινωνικά αντανακλαστικά. Τα οποία συχνά έχουν μεγαλύτερη επίδραση από τα αμιγώς αθλητικά, αφού εξ’ ορισμού η εμβέλειά τους είναι ευρύτερη. Με αυτή την έννοια ο κ. Μονεμβασιώτης ξεκίνησε αρνητικά. Με το… αριστερό. Η άστοχη αναφορά του στον Νίκο Γκάλη και στο ποιος είναι ο καλύτερος Έλληνας μπασκετμπολίστας, αλλά και η εκ των υστέρων προσπάθειά του να εξηγήσει τα… ανεξήγητα τον εξέθεσαν. Ας ευχηθούμε όχι ανεπανόρθωτα. Για τους ακόλουθους λόγους:
Πρώτον, διότι βρίσκεται, πλέον, στη Θεσσαλονίκη, όπου η ευαισθησία για τους κορυφαίους -κυρίως για τον Γκάλη στο μπάσκετ και τον Χατζηπαναγή στο ποδόσφαιρο- είναι διασωματειακή. Όπως θα λέγαμε με όρους εφαρμοσμένης πολιτικής… διακομματική. Στη Θεσσαλονίκη ποτέ κανείς δεν σκέφτηκε εάν ο μεν Γκάλης γεννήθηκε κι έμαθε μπάσκετ στην Αμερική, ούτε εάν ο Βάσια γεννήθηκε κι έμαθε μπάλα στα βάθη της Σοβιετικής Ένωσης. Το ότι είναι και οι δύο ελληνόπουλα της διασποράς δεν τους διαχωρίζει σε τίποτα από τους συναθλητές τους, οι οποίοι γεννήθηκαν και μυήθηκαν στα αθλήματά τους στην Ελλάδα. Άλλωστε η χώρα μας τα τελευταία 100 και περισσότερα χρόνια έχει υποδεχθεί -όχι πάντα με τον καλύτερο τρόπο, τουλάχιστον στην αρχή- εκατομμύρια πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία, τον Πόντο, τις δημοκρατίες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης. Όλοι αυτοί κατά κανόνα πρόκοψαν, πολλοί μεγαλούργησαν και κέρδισαν τον σεβασμό, αλλά ποτέ κανείς δεν τους διαχώρισε με βάση τον τόπο γέννησής τους.
Δεύτερον, ειδικότερα για τον Νίκο Γκάλη τα πράγματα είναι πιο περίπλοκα -ή ίσως και πιο απλά- διότι η παρέμβαση και η επιρροή του μέσω της αθλητικής πορείας εκτείνεται στο σύνολο του αθλητισμού της χώρας, αλλά και -χωρίς καμία υπερβολή- πολύ παραπέρα. Πριν την εμφάνιση του Γκάλη το ελληνικό μπάσκετ ήταν περιθωριακό και η καρδιά του κτυπούσε περισσότερο στα λιγοστά γηπεδάκια στις γειτονιές, παρά στις ομάδες και στα πρωταθλήματα. Μετά τον Γκάλη, τις διεθνείς του επιτυχίες και το Ευρωμπάσκετ του 1987, η χώρα γέμισε μπασκέτες κι έτσι έμαθαν το άθλημα οι νεότεροι. Πέραν αυτού ο… γκάνγκστερ υπήρξε σχολείο για τους επαγγελματίες αθλητές, αλλά και τους Έλληνες που είχαν στόχους σε οποιοδήποτε πεδίο. Η νοοτροπία του βοήθησε χιλιάδες παιδιά στην Ελλάδα να πιστέψουν στον εαυτό τους και τα όνειρά τους. Μόνο τυχαίο δεν μπορεί να θεωρηθεί το γεγονός ότι αυτός ο αθόρυβος, από τότε που εγκατέλειψε τα παρκέ, άνθρωπος γίνεται αντικείμενο λατρείας σε κάθε δημόσια εμφάνισή του. Στους μεν συναθλητές του έμαθε επί του πεδίου τι σημαίνει να καλλιεργείς το ταλέντο που έχεις με σκληρή δουλειά και θυσίες, ώστε και καλύτερος να γίνεται, αλλά και να έχεις διάρκεια. Στους δε όλους τους άλλους -αλλά και τους συναθλητές του- έμαθε τι σημαίνει επαγγελματισμός. Διότι πέρα από τις επιδόσεις, επαγγελματισμός σημαίνει και δίκαιη ανταμοιβή. Σωστή τιμολόγηση. Ο Γκάλης αντιλαμβανόταν και τιμολογούσε αντιστοίχως όχι μόνο τη δική του αξία, αλλά και την υπεραξία που προσέδιδε στην ομάδα του και –τελικά- συνολικά στο ελληνικό μπάσκετ. Τιμολογούσε τον τρόπο να παραμένει σε υψηλό επίπεδο και να κερδίζει. Τον τρόπο ζωής του, τη σκληρή προπόνηση, την πνευματική συγκέντρωση. Όλα αυτά που –κακά τα ψέματα- ήταν άγνωστα στην Ελλάδα της δεκαετία του 1980, που έκανε τα πρώτα της βήματα στον επαγγελματικό, ανταγωνιστικό αθλητισμό. Και τα έκανε χωρίς ο ίδιος να κρύβεται πίσω από μια υποκριτική μετριοφροσύνη.
Η σοφή διαχείριση
Επιπροσθέτως, σε όλα τα χρόνια της καριέρας του, αλλά και όσα χρόνια έχουν ακολουθήσει από τη στιγμή που κρέμασε τη φανέλα, ο Νίκος Γκάλης αποδεικνύεται σοφός σε ό,τι αφορά τη διαχείριση του ονόματός του. Ιδιαίτερα στις δεκαετίες που έχουν περάσει από τότε που κρέμασε τη φανέλα του δείχνει καθημερινά ότι τίποτε απ’ όσα του συνέβησαν όταν έπαιζε, δεν ήταν τυχαίο. Ως βετεράνος παραμένει όσο συνεπής ήταν και ως παίκτης. Όπως προτίμησε να πάει για ύπνο το βράδυ του Ιουνίου του 1987, όταν οδήγησε την Ελλάδα στην κατάκτηση του Eurobasket –τους λόγους αυτής της επιλογής, εάν ήταν η κούραση ή η συναίσθηση ότι οι αθλητικές του υποχρεώσεις δεν είχαν τελειώσει ή απλώς η συνήθεια του οργανισμού, τους γνωρίζει μόνο ο ίδιος- έτσι και στην μεταγηπεδική του ζωή δεν επέλεξε ούτε τις προφανείς λύσεις, ούτε τους εύκολους δρόμους. Διότι όταν είσαι για πολλά χρόνια ο πρώτος των πρώτων, το μετά είναι δύσκολο. Γεμάτο παγίδες, τις οποίες ο Γκάλης κατάφερε να ξεπεράσει, επιλέγοντας να παραμείνει πιστός στο αντικείμενό του, σε αυτό που έμαθε στη ζωή καλύτερα απ’ οτιδήποτε άλλο. Δεν χρησιμοποίησε τον αθλητισμό και το μπάσκετ για να παραστήσει κάτι διαφορετικό. Δεν εξαργύρωσε το όνομά του, όπως προφανώς πολλοί τον προκάλεσαν να κάνει. Δεν αποφάσισε να γίνει κάτι άλλο, ούτε καν μέσα στο ίδιο το μπάσκετ –προπονητής ή παράγοντας. Σεβάστηκε το είδωλό του. Εάν αυτό είναι αποτέλεσμα αυτογνωσίας –η μεταπήδηση γνωστών αθλητών στην πολιτική δεν είναι για την Ελλάδα ούτε καινούριο, ούτε πετυχημένο μοντέλο- ή άλλων μηχανισμών άμυνας, λίγο ενδιαφέρει. Το βέβαιο είναι ότι σήμερα κανείς δεν μπορεί να ψέξει τον Νίκο Γκάλη ότι ανακατεύθηκε με τα… πίτουρα. Ούτε ότι προσπορίστηκε δημόσιο χρήμα ή ανέλαβε κρατικά αξιώματα, που είναι το ίδιο.
Άφθαρτο όνομα
Ο Γκάλης δεν έβαλε απλώς το μπάσκετ στο σπίτι κάθε Έλληνα, αλλά κυρίως δίδαξε μέσω του αθλητισμού ότι η στοχοπροσήλωση και η σκληρή δουλειά μπορούν να πάνε κάθε άνθρωπο πολύ μακριά. Με καθαρά οικονομικούς και αναπτυξιακούς όρους ο Νίκος Γκάλης αύξησε θεαματικά τον κύκλο εργασιών των αθλητικών δραστηριοτήτων στην Ελλάδα. Υπήρξε ο καθοριστικός παράγων για την εμπέδωση του επαγγελματισμού συνολικά στον ελληνικό αθλητισμό. Δεν το έκανε, όμως, προσχεδιασμένα, αλλά ως αποτέλεσμα της αξίας του στο αθλητικό χρηματιστήριο. Όπως λένε οι παροικούντες την μπασκετική Ιερουσαλήμ, υπήρξε ψυχρός διαπραγματευτής, αλλά ταυτόχρονα υπηρέτησε τη φανέλα. Στην καριέρα του άλλαξε μόλις δύο ομάδες – η Εθνική Ελλάδος είναι υπεράνω. Μάλιστα, η αποχώρησή του από τον Άρη προς τον Παναθηναϊκό δεν ήταν καν μία 100% δική του απόφαση. Επίσης, η απόδοσή του ήταν σταθερά καλή. Και μετά, όταν έφτασε στην ηλικία της συνταξιοδότησης, προτίμησε την ησυχία του. Απέφυγε –μέχρι παρεξηγήσεως- να περιφέρει το σαρκίο του και το όνομά του δεξιά κι αριστερά. Ακόμη και για τα μέσα ενημέρωσης παραμένει ακριβοθώρητος. Γι’ αυτό δεν το έχει φθείρει. Γι’ αυτό δεν έχει κουράσει. Πόσοι πειρασμοί υπήρξαν όλα αυτά τα χρόνια; Μόνο ο ίδιος ξέρει, αλλά σίγουρα είναι πολλοί.
Υ.Γ.1: Ο Γιάννης Αντετοκούνμπο είναι Έλληνας όχι μόνο επειδή γεννήθηκε και μεγάλωσε στη χώρα μας -από Νιγηριανούς γονείς-, αλλά επειδή, όπως είναι λογικό, έτσι νιώθει. Και στο ΝΒΑ όπου διαπρέπει τον φωνάζουν -ακόμη και ο ίδιος ο Ντόναλντ Τραμπ- «ο Έλληνας». Επομένως με καθαρά αθλητικούς όρους και για όποιον ψάχνει σώνει και καλά τον καλύτερο Έλληνα παίκτη μάλλον ο Γιάννης βρίσκεται εκτός συναγωνισμού.
Υ.Γ.2: Προφανώς ο Δημήτρης Διαμαντίδης είναι από τους καλύτερους Έλληνες μπασκετμπολίστες όλων των εποχών, ανεξάρτητα εάν έπαιξε στον Ηρακλή. Όπως και ο Βασίλης Σπανούλης, αλλά -για να μη ξεχνιόμαστε- και ο Παναγιώτης Γιαννάκης, που υπήρξε πρότυπο και ίνδαλμα και για τους δύο.