Στη σημερινή Τουρκία όπου κι αν κοιτάξει κανείς θα δει πορτρέτα του Κεμάλ Ατατούρκ. Ο Ταγίπ Ερντογάν, ο οποίος κυβερνάει περίπου 25 χρόνια -δηλαδή ένα τέταρτο του αιώνα- και πολύ θα ήθελε να γίνει ο ίδιος πρόσωπο αναφοράς για τη χώρα του στη θέση του Κεμάλ, δεν έχει τολμήσει να τα πειράξει. Για τους Τούρκους ο Ατατούρκ παραμένει ο πατερούλης τους. Και είναι ένας λαός που δεν μπορεί χωρίς… πατερούλη.
Ειδικά στις μεγάλες πόλεις, όπως η Κωνσταντινούπολη και η Σμύρνη, η εικόνα του ιδρυτή του σύγχρονου τουρκικού κράτους, όπως και η σημαία της χώρας βρίσκονται κυριολεκτικά παντού. Με αυτήν την έννοια είναι απορίας άξιον το ότι η Δέσποινα Βανδή ξαφνιάστηκε τόσο πολύ και αγανάκτησε τόσο πολύ, ώστε έφτασε να ματαιώσει την εμφάνισή της. Πολύ καλά έκανε αφού έτσι ένιωσε, αλλά… «δεν ήξερε, δεν ρώταγε;». Όσοι έχουν τέτοιου χαρακτήρα αξιακά συστήματα στις δουλειές τους οφείλουν να προσέχουν και κυρίως να προνοούν. Διότι όσοι δεν αντέχουν να βρεθούν φάτσα με φάτσα με τον Κεμάλ Ατατούρκ ή με φόντο την τουρκική σημαία, το καλύτερο που έχουν να κάνουν είναι να διαγράψουν την Τουρκία από το επαγγελματικό -και γενικότερο- ημερολόγιο τους. Εν προκειμένω μία ή δύο λιγότερες συναυλίες τον χρόνο. Δεν είναι και σπουδαίο πράγμα!
Όσο για τα περί υπερήφανης Πόντιας γυναίκας, που αντέδρασε στην πρόκληση, τα οποία λένε και γράφουν οι επαγγελματίες ενός ακριβοπληρωμένου και αναποτελεσματικού πατριωτισμού παλαιάς κοπής και αποκλειστικά εσωτερικής κατανάλωσης, προφανώς βρίσκονται στα όρια του… γραφικού. Η συμπεριφορά τους μπορεί να χαρακτηριστεί ταυτόχρονα οξύμωρη, αντιφατική και υποκριτική: Από τη μία τούς ενοχλεί ο Ατατούρκ και η τουρκική σημαία. Από την άλλη, όμως, δεν τους πειράζει το τουρκικό χειροκρότημα που προσπάθησε -με την καλή έννοια του όρου- να εισπράξει η Ελληνίδα τραγουδίστρια. Απλώς βρήκαν την ευκαιρία να χωρίσουν, αυτήν τη φορά εμμέσως και εξ αντανακλάσεως, τους Έλληνες -πολίτες, καλλιτέχνες, πολιτικούς- σε καλούς και… κακούς. Σε πατριώτες και… στους άλλους. Σε αυτούς που αντιδρούν στις προκλήσεις και σε αυτούς που τις υφίστανται. Σε ευαίσθητους και αναίσθητους. Σε υπερήφανους και… γονατισμένους. Γνωστό το παιχνίδι. Προβλέψιμο και αδιέξοδο. Και γι’ αυτό κουραστικό και βαρετό, έστω και για τα 15 λεπτά της δημοσιότητας, που κατάφερε να αποσπάσει. Όπως είπε ο -συνάδελφος της Βανδή στην τραγουδιστική πιάτσα- Σαββόπουλος, η αλήθεια είναι σε άλλη συγκυρία και με άλλη αφορμή, που όμως ταιριάζει γάντι στην περίσταση: «Στα ρεζιλίκια μας τοκίζοντας / κανείς ποτέ δεν χάνει».
ΥΓ. Για έναν άλλον Κεμάλ, έναν νεαρό πρίγκιπα της ανατολής, απόγονο του Σεβάχ του Θαλασσινού, που νόμισε ότι μπορεί να αλλάξει τον κόσμο, είναι γραμμένο το ομότιτλο τραγούδι του Μάνου Χατζιδάκι και του Νίκου Γκάτσου. Που τελειώνει απαισιόδοξα, αλλά ταυτόχρονα λυτρωτικά και -κατά κάποιον τρόπο- διδακτικά: «Καληνύχτα Κεμάλ / αυτός ο κόσμος δεν θα αλλάξει ποτέ».
ΥΓ2. Προφανώς κανείς δεν μπορεί να ποινικοποιήσει την ευαισθησία. Ούτε καν να την αμφισβητήσει! Πρόκειται για προσωπικό μέγεθος. Μπορεί, όμως, να εντοπίσει τις υπερβολές. Διότι -ας μη ξεχνιόμαστε- βρισκόμαστε σε μια περιοχή της Ελλάδας στην οποία πολλοί πιστεύουν ότι «η Μακεδονία είναι η ψυχή μας», αλλά συγχρόνως περνούν τα σύνορα για να γεμίσουν το ρεζερβουάρ στη Γευγελή.