Skip to main content

Η διαπλοκή στην Ελλάδα, οι άδειες και η χειραγώγηση της πληροφόρησης

Ο λαός θα αναγνώριζε τη συνεισφορά της κυβέρνησης στην πάταξη της διαπλοκής, αν ερχόταν ένα ν/σ που θα κυνηγούσε τις παρατυπίες στο τηλεοπτικό τοπίο.

Ως συνηθίζει η Αριστερά με το «ηθικό πλεονέκτημά» της, κατά την συζήτηση στην Βουλή μίλησε περί όλων πλην της ουσίας. Επανελήφθησαν όλα τα γνωστά και κατακριτέα, περί των οποίων όλοι θα συμφωνούσαμε, εάν η τροπολογία περί αδειοδότησης τηλεοπτικής συχνότητας είχε αντικείμενο την πάταξη της αθέμιτης συναλλαγής μεταξύ καναλαρχών και πολιτικών.

Δεν κομίζει κανείς γλαύκα εις Αθήνας, υποστηρίζοντας ότι το ραδιοτηλεοπτικό τοπίο είναι σκοτεινό και αδιαφανές. Εθνικοί προμηθευτές χρησιμοποιούν τα ΜΜΕ προς άσκηση πίεσης προκειμένου να ευνοηθούν με φωτογραφικούς διαγωνισμούς ή αναθέσεις. Και με τα υπερκέρδη που αποκτούν μπορούν να καλύψουν τις ζημίες από την επιχειρηματικότητα στα ΜΜΕ.

Αυτό πράγματι είναι πρόβλημα, που έρχεται να σκιάσει τις δημοκρατικές διαδικασίες και το οποίο καμιά κυβέρνηση από την στιγμή λειτουργίας της ιδιωτικής ραδιοτηλεόρασης όχι μόνον δεν θέλησε να κολάσει, αλλ’ απεναντίας ενίσχυε την ζοφερά κατάσταση, γνωστού όντος ότι η διαπλοκή χρειάζεται δύο για λειτουργήσει. Τον εθνικό προμηθευτή και τον πολιτικό.

Η δύναμη του Τύπου είναι γνωστή από την πρώτη ώρα που ο Γουτεμβέργιος έδωσε τη δυνατότητα εκτυπώσεων. Μάλιστα ο Σουρής, είχε γράψει στην εφημερίδα «ο Ρωμιός» ένα δίστιχο, που αφορούσε βουλευτή της εποχής του Τρικούπη, ο οποίος απειλούσε τον πρωθυπουργό με τα λόγια: «Ή υπούργημα μου δίνεις, ή εφημερίδα βγάζω». Στην εποχή μας τροποποιήθηκε «ή δημόσιο έργο μού δίνεις, ή σε τσακίζω με τα δημοσιεύματα».

Ένα νομοσχέδιο, λοιπόν, που θα ερχόταν να επιβάλει συγκεκριμένους όρους λειτουργίας του Τύπου, με διαφανή τρόπο και με κολασμό όλων των παρατυπιών, θα ήταν ευπρόσδεκτο και θα αναγνώριζε ο λαός την συνεισφορά της κυβέρνησης στην πάταξη της διαπλοκής. Δεν ήρθε. Αντ’ αυτού επιβάλλεται του λοιπού η πλήρης χειραγώγηση της πληροφόρησης από την κυβέρνηση.

Θα έλεγε κάποιος, αν έτσι συμβαίνει, τότε η επόμενη συντηρητική κυβέρνηση θα μπορεί κι αυτή να εκμεταλλευτεί την δύναμη που της δίνει ο νέος νόμος και να χειραγωγεί αυτή την πληροφόρηση.

Είναι αφελές τέτοιο επιχείρημα. Αφενός επειδή οι άδειες θα δοθούν σε φίλα προσκείμενους στο κυβερνητικό κόμμα, οπότε παγιώνεται η κατάσταση, αφετέρου, οι συντηρητικές κυβερνήσεις είναι αυτές που γέμισαν τα κρατικά κανάλια με στελέχη της Αριστεράς (πάντα έμφοβοι κεντρώοι και δεξιοί πολιτικοί, πρόθυμοι δωρητές στους αντιπάλους τους).

Αλλά, δεν είναι μόνον ο αριθμός των αδειών, που αποκλειστικώς και μόνον συζητήθηκε εχθές αφού αυτό περιείχε η τροπολογία. Το «πονηρόν» της υπόθεσης κρύβεται και στο επόμενο νομοσχέδιο που θα έρθει, και που μεταξύ άλλων επιβάλει την πρόσληψη συγκεκριμένου αριθμού υπαλλήλων, για να μετριάσει ίσως την αντίδραση των συνδικαλιστών.

Επειδή έχω αρκετή εμπειρία στη λειτουργία των περιφερειακών σταθμών, βεβαιώνω κατ’ απόλυτο τρόπο ότι από τους 104 τοπικούς και περιφερειακούς τηλεοπτικούς σταθμούς που λειτουργούν, είναι ζήτημα αν κατορθώσουν να επιβιώσουν περί τους 10. Και αυτοί θα βρεθούν ίσως στα χέρια «μικρών διαπλεκομένων» με τους τοπικούς άρχοντες, ή «εθνικών προμηθευτών» που αγοράζοντας εννέα περιφερειακούς σταθμούς αποκτούν στην ουσία έναν πανελλήνιο (με την σύνδεσή τους και κοινό πρόγραμμα).

Ότι το άρθρο 15 παρ.2 του Συντάγματος ορίζει πως η αρμοδιότητα ανήκει στο Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης ως Ανεξάρτητη Αρχή, είναι ψιλά γράμματα για την κυβέρνηση της Αριστεράς του «ηθικού πλεονεκτήματος». Κι άλλη φορά το έχω γράψει. Ο στόχος είναι να αλώσει το Κράτος, ώστε και από την αντιπολίτευση ακόμη να το ελέγχει, σε μεγαλύτερο βαθμό από ό,τι το έλεγχε όλα αυτά τα χρόνια, είναι πλέον κοινή πεποίθηση. Και, όπως δείχνουν τα πράγματα, θα υπάρξουν και άλλες παρόμοιες καταστάσεις, αφού το κόμμα έχει ισχυρούς υποστηρικτές.