Πολιτικά η φετινή άνοιξη είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα, καθώς από τις εξελίξεις που δρομολογήθηκαν, λόγω κυρίως των Τεμπών, διαμορφώθηκε ένα κοινωνικό μέτωπο, με κυρίαρχο αίτημα, αλλά χωρίς δραματικές αλλαγές στις κομματικές ισορροπίες.
Το αίτημα για δικαιοσύνη, για διαφάνεια, για αλήθεια δεν διαφέρει πολύ από εκείνο το παλιό αίτημα περί «κάθαρσης». Οι παλαιότεροι θα τη θυμούνται τη λέξη, που καθόρισε μια πολιτική γενιά και από τότε ανέδειξε τις παθογένειες συνολικά του συστήματος και της ίδιας της κοινωνίας. Το «βαθύ κράτος του παρελθόντος» που έχει ριζώσει στην ελληνική κοινωνία και δεν ευθύνεται γι' αυτό το πολιτικό σύστημα μόνο.
Η λέξη «συγκάλυψη» είναι συγκυριακή. Η κυβέρνηση ήδη δίνει τη μάχη για να αποδείξει ότι δεν υπήρξε συγκάλυψη στα Τέμπη (και σε άλλες περιπτώσεις). Είναι η μάχη με τη συνωμοσιολογία, που είναι διαρκής, επειδή η συνωμοσιολογία πουλάει και βρίσκει σε έναν κόσμο ευήκοων ους.
Εκείνο που δεν είναι συγκυριακό είναι το αίτημα για «κάθαρση». Η κυβέρνηση Μητσοτάκη στην εξαετή θητεία της προσπάθησε μέσα από τις μεταρρυθμίσεις να δημιουργήσει ένα νέο πλαίσιο λειτουργίας του δημοσίου και ευρύτερου δημόσιου τομέα, των θεσμών και συνολικά της Πολιτείας. Αποδεικνύεται ότι δεν έγιναν όσα βήματα έπρεπε να γίνουν. Η διαδικασία είναι εξαιρετικά αργή και σ' αυτή αντιδρά και μεγάλο μέρος της κοινωνίας, μέρος της οποίας βρέθηκε στους δρόμους την Παρασκευή.
Φυσικά αυτή η συνθήκη δεν απαλλάσσει την κυβέρνηση από τις πολιτικές ευθύνες της. Όμως ήξερε ότι υπάρχει. Ήξερε ότι πρέπει να συγκρουστεί με συμφέροντα για να δημιουργήσει ένα νέο πλαίσιο λειτουργίας της χώρας σε όλα τα επίπεδα πιο αξιοκρατικό. Δεν ξεριζώνεις άλλωστε κατεστημένες κοινωνικές νοοτροπίες με απαλές κινήσεις και χωρίς να σκάψεις βαθιά. Ήξερε και ξέρει η κυβέρνηση ότι πρέπει να συγκρουστεί με μεγάλο μέρος της εκλογικής πελατείας της και πελατείας των υπολοίπων κομμάτων.
Εκείνους που ονομάζουμε «βολεμένους» και ακόμα είναι κοινωνικά κυρίαρχοι. Η κυβέρνηση κάποιες αλλαγές πέτυχε και κάποιες απαραίτητες αλλαγές δεν τις έκανε έξι χρόνια τώρα. Όπως για παράδειγμα η αντιδημοφιλής αξιολόγηση στο δημόσιο. Όταν για παράδειγμα επικρίνουμε μια κυβέρνηση για έναν υπάλληλο ενός οργανισμού που έχει τελικά εγκληματική επαγγελματική συμπεριφορά θα πρέπει να καταλαβαίνουμε τι ζητάμε από αυτή την κυβέρνηση. Και δεν νομίζω ότι πολλοί από εκείνους που μιλούν για προσλήψεις με μέσον, για ακατάλληλους υπαλλήλους κτλ. σκέφτονται τι ακριβώς λένε. Μπορεί το άμεσο μήνυμά τους να είναι μια πολιτική καταγγελία εναντίον της κυβέρνησης, αλλά στο βάθος το μήνυμα είναι η καταπολέμηση μιας διαχρονικής παθογένειας. Δεν μας φτάνει πια ως κοινωνία να καταδικαστεί ένας εργαζόμενος που έκανε λάθος και το λάθος οδήγησε στον θάνατο 57 συνανθρώπους μας... Συνεπώς, όταν ληφθεί ένα ριζικό κυβερνητικό μέτρο για να απαλλαχτούμε από την παθογένεια, οι καταγγέλλοντες θα πρέπει να ξεχάσουν τα μικροκομματικά οφέλη τους και το ατομικό ή μικροομαδικό συμφέρον και να συνηγορήσουν στο μέτρο χάνοντας κομματικά πελατάκια όπως και η κυβέρνηση, που αναλαμβάνει αυτή την πρωτοβουλία, χάνοντας και το βόλεμά τους.
Εδώ λοιπόν στη συνείδηση της κοινωνίας ο κ. Μητσοτάκης κέρδισε συγκριτικά με όλους τους υπόλοιπους πολιτικούς αρχηγούς. Διότι αποδείχτηκε πιο αποφασιστικός από τους προκατόχους του και τους πολιτικούς αντιπάλους του. Δεν είναι μια και δυο οι περιπτώσεις κυβερνητικών πρωτοβουλιών με πολιτικό κόστος. Κόστος που το 2023 αποδείχτηκε εξαιρετικά μικρό συγκριτικά με το όφελος. Δεν είναι τυχαίο. Αυτή άλλωστε είναι και η αιτία, που οι πολιτικές εξελίξεις τις οποίες δρομολόγησαν οι κινητοποιήσεις για τα Τέμπη δεν φαίνεται να επιφέρουν δραματικές αλλαγές στις κομματικές ισορροπίες.
Δυο είναι οι λέξεις κλειδιά για την επόμενη μέρα: «αποφασιστικότητα» και «αποτελεσματικότητα». Είναι δυο όπλα της κυβέρνησης και προσωπικά του πρωθυπουργού, διότι έχει το πάνω χέρι ακόμα στις πρωτοβουλίες. Το θέμα είναι να μην το χάσει. Ναι η σταθερότητα πουλούσε και θα συνεχίσει να πουλάει. Όμως όπως διαμορφώθηκαν πλέον κοινωνικά τα πράγματα δεν είναι απίθανο να θυσιάσει ο κόσμος τη σταθερότητα, στο επίπεδο που την εγγυάται ο πρωθυπουργός, για ένα άλμα σε κάτι άλλο, με την ελπίδα να είναι καλύτερο.
Συνεπώς, η αποφασιστικότητα και η αποτελεσματικότητα είναι τα δυο κύρια στοιχεία για την επόμενη μέρα. «Τίποτα δεν θα είναι πια όπως πριν». Η φράση του μηνύματος του πρωθυπουργού πριν τις κινητοποιήσεις δείχνει τη διάθεση να δημιουργήσει μια νέα πολιτική πραγματικότητα, να συγκρουστεί με τις παθογένειες, να κάνει ριζικές αλλαγές στη δομή και τη λειτουργία του κράτους και της Πολιτείας και τελικά να δώσει απάντηση στο ουσιώδες αίτημα της κοινωνίας περί «κάθαρσης».
Η Ιστορία επαναλαμβάνεται, ενίοτε και ως φάρσα. Πλην όμως κάθε πολιτική περίοδος πρέπει να αποτελεί ένα μάθημα για το μέλλον. Ας δουν λοιπόν οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής τις συνθήκες που επέβαλαν, στο όχι και τόσο μακρινό παρελθόν, ως πάνδημο αίτημα την «κάθαρση» και πού τελικά οδήγησαν πολιτικά όσα ακολούθησαν τότε. Είναι εξαιρετικά διδακτικά κατά τη γνώμη μου.
Ο πρωθυπουργός έκανε σωστή ανάγνωση των βαθύτερων αιτίων της τραγωδίας των Τεμπών και της πάνδημης συμμετοχής στις εκδηλώσεις διαμαρτυρίας της Παρασκευής. Μπορεί ως μήνυμα στον χρόνο που βγήκε να μην έλεγε τίποτα, ίσως και να ήταν περιττό, αλλά αν κάποιος διαβάσει πίσω από τις λέξεις δεν μπορεί να μη διακρίνει την αυτοκριτική φράση περί «βίαιου εκτροχιασμού των βεβαιοτήτων μας».
Κακώς υπήρχαν τέτοιες «βεβαιότητες». Δεν έγιναν τόσο μεγάλες αλλαγές στην Ελλάδα, ώστε να είμαστε ασφαλείς πως μπορούμε να προλάβουμε εθνικές τραγωδίες. Αντιθέτως, η ανασφάλεια βασιλεύει. Και θα συνεχίσει να βασιλεύει όσο η αναξιοκρατία αποτελεί βασικό πυλώνα της στελέχωσης θεσμών, οργανισμών, δημοσίου, ευρύτερου δημόσιου τομέα, κράτους, Πολιτείας κτλ.
Δεκαετίες μετά η μόνη μεταρρύθμιση την οποία επικαλείται η εκάστοτε κυβέρνηση για την αξιοκρατική λειτουργία της είναι το ΑΣΕΠ. Τα μόρια από τα τυπικά προσόντα και οι ουσιώδεις λεπτομέρειες (ψυχολογική ικανότητα, νοητική ικανότητα, αντίληψη του αντικειμένου, συνέπεια, ουσιαστική εμπειρία κτλ.), που δεν λαμβάνονται υπόψη όσο ένα μεταπτυχιακό που αποκτήθηκε όπως αποκτήθηκε.
Μια μεταρρύθμιση σε αυτό το επίπεδο είναι επείγουσα και αναγκαία. Αλλιώς θα συνεχίσουμε να έχουμε το σύστημα που μας αξίζει. Με «βολεμένους», με παθογένειες, με εγκληματικά και μη λάθη.
Αυτό το μήνυμα των συγκεντρώσεων της Παρασκευής δεν θα το υποστηρίξει η πλειοψηφία. Διότι όσο η όποια μεταρρύθμιση αγγίζει τους άλλους είμαστε φανατικοί υποστηρικτές της, αλλά όταν χτυπήσει τη δική μας πόρτα την περιμένουμε με την καραμπίνα. Θέλει ο κόσμος να αλλάξουν όλα. Να πάψουν οι παθογένειες που οδηγούν στην ανασφάλεια. Πρέπει να ξέρει τι ακριβώς ζητά. Αλλά αυτό είναι πρόβλημα της κοινωνίας.
Το πρόβλημα της κυβέρνησης είναι η ουσία. Και η ουσία είναι να κάνει πράξη αυτό που δεσμεύτηκε ο πρωθυπουργός στο μήνυμά του: «Να προχωρήσει πιο δυναμικά και γρήγορα σε τομές που θα οδηγήσουν σε σύγχρονα και ασφαλή τρένα. Σε πιο αποτελεσματικές υπηρεσίες. Και σε μια αναβαθμισμένη καθημερινότητα για όλους».
Από την Τρίτη περιμένουμε λοιπόν την αποφασιστικότητα. Και στο εγγύς μέλλον την αποτελεσματικότητα. Αλλιώς, μπορεί οι κομματικές ισορροπίες να αλλάξουν άρδην και πολύ γρήγορα. Όπως έγραψα και, χθες, μετά τις κινητοποιήσεις, το πολιτικό κεφάλαιο κυβέρνησης και πρωθυπουργού δεν είναι ανεξάντλητο. Για να το διατηρήσει πρέπει να δώσει στην κοινωνία να καταλάβει ριζικές αλλαγές. Η αλαζονική στάση ορισμένων ότι το πολιτικό κεφάλαιο δεν έχει πού να πάει δεν βοηθά. Ούτε την κυβέρνηση, ούτε την κοινωνία. Κάπου θα βρει να πάει. Άλλωστε, εδώ και δυο χρόνια μάς στοιχειώνουν όλους άλλες πορείες: «Πάμε κι όπου βγει»...