Η διαμάχη του δήμου Θεσσαλονίκης με τις υπηρεσίες του υπουργείου Πολιτισμού για τον αριθμό των επιχειρήσεων και των τραπεζοκαθισμάτων στον πεζόδρομο της Αγίας Σοφίας και τους γύρω από αυτόν πεζόδρομους, Αγίας Θεοδώρας και Γεωργίου Σταύρου, αποδεικνύει την έλλειψη σαφούς προσανατολισμού για το χαρακτήρα και τη φυσιογνωμία της πόλης. Και εκθέτει μια μία ακόμη φορά τη… φραπεδούπολη. Διότι στη Θεσσαλονίκη οι οικονομικές, κοινωνικές, πολιτιστικές διαστάσεις της καθημερινότητας αντί να συντονίζονται συνηθέστατα συγκρούονται, ανάλογα με τα συμφέροντα των εμπλεκομένων παραγόντων του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα.
Εν προκειμένω ο δήμος προτείνει την ενίσχυση του εμπορικού χαρακτήρα της Αγίας Σοφίας μέσω της παρουσίας επιχειρήσεων εστίασης υγειονομικού ενδιαφέροντος με την ανάπτυξη τραπεζοκαθισμάτων. Από την πλευρά του το υπουργείο Πολιτισμού επιμένει ότι οι προτάσεις του δήμου αφενός θα ζημιώσουν τις αισθητικές, αρχιτεκτονικές και λειτουργικές προδιαγραφές με τις οποίες κατασκευάστηκε το έργο, ενώ αφετέρου θα περιορίσουν τους χώρους για την κίνηση των πεζών, αφού η πρόταση για την Αγίας Σοφίας περιλαμβάνει 12 διακριτούς χώρους και για τους άλλους δύο μικρότερους πεζόδρομους το μέγιστο 13 διακριτούς χώρους. Και το καλύτερο: οι αρχιτεκτονικές υπηρεσίες του δημοσίου «ανακάλυψαν» το 2016 την αξία που έχει το κτήριο του 15ου γυμνασίου – λυκείου, το πρώην Ανώτερο Παρθεναγωγείο, που βρίσκεται μεταξύ της Γεωργίου Σταύρου, της Αγίας Θεοδώρας και της Καρόλου Ντιλ, το οποίο πρέπει να αναδειχθεί ως αξιόλογο… μεσοπολεμικό διδακτήριο.
Εννοείται ότι όλα αυτά είναι σωστά. Ταυτόχρονα, είναι μάλλον υπερβολικά, άρα λάθος. Πολύ απλά διότι δεν υπακούουν σε μία κατεύθυνση, ενώ αποκαλύπτουν την πλήρη έλλειψη συνεργασίας ανάμεσα στους φορείς που οφείλουν να συνεργάζονται. Αν σε αυτή την εξίσωση συμπεριλάβει κανείς την αγορά, που πάντα θα ζητάει κάτι παραπάνω, αντιλαμβάνεται τους λόγους που η Θεσσαλονίκη είναι καλύτερη όταν βρέχει, έχει ομίχλη και κάνει κρύο. Η πόλη έτσι κι αλλιώς επί πολλά χρόνια εξελίσσεται σε ένα απέραντο καφενείο, χωρίς αρχή, μέση και τέλος. Και πρέπει να αναγνωρίσουμε την προσπάθεια της διοίκησης Μπουτάρη να παρέμβει στο φαινόμενο των τραπεζοκαθισμάτων στην Αριστοτέλους, στη Νίκης, στην Ικτίνου και αλλού, αλλά με πρωτοβουλίες που αφορούν κυρίως την ευταξία και την οριοθέτηση τους, όχι τον περιορισμό τους. Η πόλη παραμένει με το υψηλότερο κατά κεφαλήν αριθμό αδειών για επιχειρήσεις εστίασης (καφέ, μπαρ, κυλικεία, ταβέρνες, fast food κ.λπ.) στην Ελλάδα, στην Ευρώπη, στον πλανήτη γη. Mόνο γι’ αυτό ίσως κάποτε οι Θεσσαλονικείς να καλοτυχίζουν το ΤΑΙΠΕΔ, που αρνείται την παραχώρηση της 1ης προβλήτας στο δήμο.
Η Θεσσαλονίκη διαθέτει ένα γοητευτικό κέντρο, στο οποίο συγκεντρώνεται μεγάλο κομμάτι της οικονομικής της ζωής. Όχι μόνο η διασκέδαση και η ψυχαγωγία, που συνιστούν βασικό μέγεθος, αλλά και οι εξίσου σημαντικοί τομείς του εμπορίου, των υπηρεσιών, της φιλοξενίας. Επίσης, πρόκειται για περιοχή κατοικιών, κάτι που επίσης πρέπει να ληφθεί πολύ σοβαρά υπόψιν. Η συνύπαρξη και η συμπληρωματικότητα όλων αυτών των δραστηριοτήτων και των καταστάσεων αποτελεί τη φυσιογνωμία του κέντρου. Η διαχείρισή τους οδηγεί σε οικονομική ανάπτυξη, στασιμότητα ή υποχώρηση, που λόγω της δομής του πολεοδομικού ιστού έχει αντανάκλαση στο σύνολο της πόλης. Γι’ αυτόν κυρίως το λόγο στο συγκεκριμένο πεδίο δεν επιτρέπονται ούτε οι αυτοσχεδιασμοί, ούτε οι συντεχνιακές λογικές.