του Κωνσταντή Σεβρή
Από τον διχασμό της Κρητικής Πολιτοφυλακής μεταξύ του Ελ. Βενιζέλου και του πρίγκιπα Γεώργιου στις αρχές του 20ου αιώνα, μέχρι τη δολοφονία του Ευάγγ. Μάλλιου από τη «17 Νοέμβρη» το 1976 η ελληνική αστυνομία (που συναντάται στον ιστορικό χρόνο με διαφορετικές ονομασίες) είναι εμφατικά παρούσα καθ’ όλη τη διάρκεια των μεγάλων αντιθέσεων του πολύπαθου ελληνικού κράτους. Ακολουθώντας μαζί με την πολιτεία και την κοινωνία τη μακρά διαδρομή της εμβάθυνσης της ελληνικής δημοκρατίας.
Στην πρόσφατη μνήμη των Ελλήνων κυριαρχεί ακόμα η φιγούρα των ένστολων του ΕΑΤ-ΕΣΑ. Οι τελευταίοι ήλεγχαν «τους ήχους», τις ιδέες και τις συναθροίσεις. Το χέρι τους δεν δίσταζε να χτυπήσει και να βασανίσει. Με αποτέλεσμα να οξυνθούν και να αναβιώσουν τα πάθη του εμφυλίου, αλλά και οι αντιθέσεις προηγούμενων δεκαετιών.
Η γενιά της μεταπολίτευσης, μέσα από την επίδραση κυρίως του ιδεολογικού φορτίου της αριστεράς, έκρινε πως ο δημοκρατικός μετασχηματισμός της αστυνομίας περνά και μέσα από την διάχυση της «ατιμωρησίας» στην κοινωνία. Η υπέρβαση της προηγούμενης περιόδου των απαγορεύσεων και της αυταρχικότητας θα μετασχηματίσει στην πάροδο του χρόνου ταυτοχρόνως την αστυνομία, αλλά και την ελληνική κοινωνία. Ο αστυνομικός ευτυχώς θα πάψει να προκαλεί φόβο!
Στην ελληνική κοινωνία ωστόσο θα καλλιεργηθεί η εντύπωση πως η μετεξέλιξη του αστυνομικού σημαίνει αυτόματα πως όλα επιτρέπονται. Αίσθηση που διαπερνά από τον απλό περιπατητή που δεν περνάει τον δρόμο από τη διάβαση πεζών μέχρι τον «νονό» που κυκλοφορεί άφοβα με μια πάνοπλη ιδιωτική φρουρά καλόπαιδων, «ρυθμίζοντας» τις υποχρεώσεις τρίτων. Μια απαξίωση της «τάξης» που εντέλει οδηγεί σε μια ασύλληπτη και φρικτή αταξία.
Η δεινοσαυρική γραφειοκρατικοποίηση του σώματος, η παρασιτική ενσωμάτωση των αστυνομικών στις παθογένειες του ευρύτερου «δημοσίου» και η εργαλειοποίηση της αστυνομίας από το πολιτικό σύστημα και την εκάστοτε κυβέρνηση, θα απονεκρώσουν με τον καιρό τον θεσμικό της ρόλο και θα αμβλύνουν την ποιότητα των αντανακλαστικών της. Μόνο διά των φωτεινών εξαιρέσεων η αστυνομία θα μένει προσδεμένη στο λαϊκό σώμα.
Το αίτημα για συλλογική ασφάλεια που υπηρετεί η αστυνομία αφορά τα πλατιά κοινωνικά στρώματα και κυρίως τα λαϊκότερα στρώματα. Οι ισχυροί του κόσμου λύνουν με την αγοραστική τους δύναμη το ζήτημα της ασφάλειάς τους.
Ο Ιωάννης Καποδίστριας το μακρινό 1828 επεσήμανε: «Η δυσχέρεια δεν είναι εν τη δημιουργία ενός αστυνομικού σώματος, αλλά εις τας αντιλήψεις του λαού, ότι η αστυνομία δεν είναι δύναμις εχθρική προς τα συμφέροντά του, αλλά μια αρχή προστατευτική των συμφερόντων όλων των πολιτών».
Σήμερα, στις πρώτες δεκαετίες του 21ου αιώνα, τι απάντηση δίνουμε στον διαχρονικό προβληματισμό που διατύπωσε κοντά διακόσια χρόνια πριν ο Ι. Καποδίστριας;
Έχει το σθένος η πολιτεία να συγκρουστεί με το ιδεολογικό μετατραυματικό φορτίο της γενιάς της μεταπολίτευσης και να καθορίσει μια ιδρυτική νέα σχέση δημοκρατικής πολιτείας, τάξης, αστυνόμων και ασφάλειας; Μπορεί το αστυνομικό σώμα να συμβάλλει στην ταυτόχρονη αυτοκάθαρσή του και στην επανατοποθέτησή του στο κοινωνικό σώμα ως εγγυητής της ασφάλειας; Αντέχουμε την προσαρμογή μας σε μια νέα συνθήκη κανόνων και υποχρεώσεων; Έχουμε την πολιτική προπαιδεία να αντιληφθούμε πως αυτός είναι ο δρόμος που θα οδηγήσει στην αναγέννηση των αντανακλαστικών της αστυνομίας;
Ή μήπως απαθείς περιμένουμε ένα «άκρο» να κοινωνήσει την εύκολη λύση; Να αναστήσει δηλαδή τον αστυνόμο - φόβητρο ως εγγυητή μιας σιδηρόφρακτης πολιτείας που απαντά μόνο «λεκτικά» στο λαϊκό αίτημα για ασφάλεια ώστε να βυθιστούμε εκ νέου στη δίνη των παθών των παλαιότερων δεκαετιών…;
*Ο Κωνσταντής Σεβρής είναι πολιτικός επιστήμονας