Skip to main content

Η εικόνα του τουρισμού της Θεσσαλονίκης και οι τέσσερις δεξαμενές για να ενισχυθεί

Τρεις πραγματικότητες και τέσσερις δεξαμενές τουριστών για να αλλάξει το υπόδειγμα με το οποίο κινείται η πόλη

Πραγματικότητα πρώτη: Περίπου το 6% των διανυκτερεύσεων στα ξενοδοχεία της Θεσσαλονίκης το 2022 αφορούσε Ισραηλινούς επισκέπτες. Επειδή, όμως, περίπου το 50% αφορά Έλληνες, αυτό σημαίνει ότι για το 12% των επίσημων διανυκτερεύσεων στην πόλη -πάνω από 126.000- «ευθύνονται» οι Ισραηλινοί. Το πραγματικό νούμερο είναι μεγαλύτερο, αφού για να το προσεγγίσουμε πρέπει να συμπεριλάβουμε τις βραχυχρόνιες μισθώσεις, αλλά και όσους διαμένουν σε συγγενείς ή έχουν δικό τους σπίτι. Όπως αξιόπιστα μπορεί να εκτιμήσει κανείς η εικόνα αυτή τους επόμενους μήνες -ή και χρόνια- θα αλλάξει. Εάν η σύρραξη στη Μέση Ανατολή κρατήσει επί μακρόν -όπως φαίνεται- ή γενικευθεί -κάτι που αυτή τη στιγμή αποτελεί πιθανό σενάριο- οι πολίτες του Ισραήλ θα έχουν να διαχειριστούν πιο σοβαρά και επείγοντα ζητήματα από το να ταξιδέψουν ακόμη και στη Θεσσαλονίκη, την οποία έχουν ιδιαίτερους λόγους να επισκεφτούν.

Πραγματικότητα δεύτερη: Τα τελευταία χρόνια η παρουσία Τούρκων επισκεπτών στη Θεσσαλονίκη έχει μειωθεί, κυρίως λόγω της οικονομικής κρίσης που πλήττει τη γειτονική χώρα. Αν και το κίνητρο είναι ισχυρό, αφού στην πόλη μεγάλωσε ο ιδρυτής του Τουρκικού κράτους Μουσταφά Κεμάλ Αττατούρκ και το σπίτι του είναι επισκέψιμο – στο κτίριο στεγάζεται σήμερα το τουρκικό προξενείο-, η άδεια τσέπη, η ακρίβεια και η υποτίμηση της τουρκικής λίρας έχουν κλείσει πολλούς κατοίκους της χώρας εντός των συνόρων. Βέβαια το φετινό καλοκαίρι η παρουσία Τούρκων τουριστών στα θέρετρα της Βορείου Ελλάδος γενικότερα -και στη Θεσσαλονίκη ειδικότερα- έγινε και πάλι αισθητή, αλλά η μέχρι στιγμής ανάκαμψη δεν δείχνει ικανή να επαναφέρει τους αριθμούς στα προ δεκαετίας επίπεδα. Χώρια που οι ανταλλαγές επισκέψεων ανάμεσα στις δύο χώρες επηρεάζονται άμεσα από το πολιτικό κλίμα ανάμεσα στις δύο πλευρές, που παραμένει ασταθές, αφού μετά από δύο χρόνια εντάσεων με αφορμές αφενός το μεταναστευτικό και αφετέρου τους υδρογονάνθρακες στην Ανατολική Μεσόγειο η καχυποψία παραμονεύει, παρά την βελτίωση των σχέσεων ανάμεσα στις δύο κυβερνήσεις. Η προγραμματισμένη συνεδρίαση του Πολιτικού Συμβουλίου Ελλάδος- Τουρκίας, δηλαδή η κοινή συνεδρίαση των δύο υπουργικών συμβουλίων υπό τους Μητσοτάκη και Ερντογάν που έχει οριστεί για τις 7 Δεκεμβρίου στη Θεσσαλονίκη ενδεχομένως να συμβάλλει στη περαιτέρω βελτίωση του κλίματος, αν και ποτέ δεν μπορεί να ξέρει κανείς… Σε κάθε περίπτωση η παρουσία Τούρκων επισκεπτών στη Θεσσαλονίκη δεν αναμένεται να ανακάμψει θεαματικά τα επόμενα χρόνια, κυρίως λόγω οικονομικών και νομισματικών συνθηκών.    

Πραγματικότητα τρίτη: Οι Βαλκάνιοι αποτελούν σημαντικό ποσοστό των ξένων επισκεπτών της Θεσσαλονίκης. Οι Σέρβοι, οι Βούλγαροι, οι Ρουμάνοι, οι κάτοικοι της Βόρειας Μακεδονίας και φυσικά οι Αλβανοί που έχουν πολλούς ομοεθνείς που είναι εγκατεστημένοι στην ευρύτερη περιοχή, αποτελούν τη σταθερή… πελατεία της Θεσσαλονίκης σε 12μηνη βάση και -κατά κάποιο τρόπο- ανεξαρτήτως εξωτερικών συνθηκών. Το πρόβλημα με τα Βαλκάνια είναι ότι συνιστούν υποβαθμισμένες οικονομίες, χωρίς ορατές προοπτικές ιδιαίτερης ανάπτυξης. Ως αποτέλεσμα οι πολίτες των χωρών αυτών στην πλειονότητά τους -άρα και όσοι ταξιδεύουν στη Θεσσαλονίκη- έχουν μετρημένες και περιορισμένες καταναλωτικές δυνατότητες. Κάτι που θα συνεχιστεί και τα επόμενα χρόνια.

Αυτές οι τρεις πραγματικότητες σκιαγραφούν σε αυτή τη φάση την τουριστική Θεσσαλονίκη. Ευτυχώς για την τουριστική της οικονομία η πόλη εξακολουθεί να δέχεται πολλούς Έλληνες, οι οποίοι την επισκέπτονται για διάφορους λόγους από κάθε γωνιά της χώρας και τονώνουν το τουριστικό της προϊόν. Ακόμη κι έτσι, όμως, τα ξενοδοχεία της παραμένουν υποκοστολογημένα, με τις τιμές των δωματίων να είναι 40% φθηνότερες από τα αντίστοιχα της Αθήνας. Και μπορεί η Θεσσαλονίκη να μην είναι πρωτεύουσα της χώρας, ούτε να διαθέτει Παρθενώνα και Μουσείο Ακρόπολης, αλλά το περιθώριο του 40% μέσα στην ίδια χώρα και στην ίδια οικονομία δεν είναι απλώς μεγάλο, είναι τεράστιο και προβληματικό. Πολύ, όταν διαθέτει ιστορική διαδρομή ως μεγαλούπολη μεγαλύτερη των 23 αιώνων.

Αλλαγή υποδείγματος
 
Με αυτά τα δεδομένα η αλλαγή αυτού του υποδείγματος προς το καλύτερο, δηλαδή η βελτίωση της απόδοσης του τουρισμού προς όφελος της οικονομίας και της κοινωνίας, προϋποθέτει για τη Θεσσαλονίκη αν όχι αλλαγή, σίγουρα ενδυνάμωση του μείγματος εθνοτήτων που την επισκέπτονται. Στην πραγματικότητα τέσσερις είναι οι «δεξαμενές» στις οποίες μπορεί και πρέπει να (προσπαθήσει να) ποντάρει η τουριστική Θεσσαλονίκη, προκειμένου να βγει από την αφάνεια και τη μετριότητα και να εισπράξει σε χρήμα και κοσμοπολιτισμό αυτό που -κατά κάποιον τρόπο- αντικειμενικά της αναλογεί. Αλλά και για να δικαιωθούν όσοι τα τελευταία χρόνια έχουν επενδύσει -και συνεχίζουν- πολύ και πολλά στην ενίσχυση των υποδομών φιλοξενίας της πόλης, που στο συγκεκριμένο πεδίο βρίσκεται, πλέον, σε εξαιρετικό επίπεδο.

Τέσσερις δεξαμενές τουριστών

Δεξαμενή πρώτη: Οι Ευρωπαίοι που επισκέπτονται τη Θεσσαλονίκη είναι αρκετοί, αλλά οι προϋποθέσεις για να αυξηθούν υπάρχουν ή -έστω- σταδιακά δημιουργούνται. Πρόκειται, κυρίως, για τη δραστηριότητα του αεροδρομίου «Μακεδονία», το οποίο διαρκώς πυκνώνει την απευθείας συνδεσιμότητα της Θεσσαλονίκης με την Ευρωπαϊκή Ένωση και την υπόλοιπη Ευρώπη. Σε αεροπορική απόσταση 2 – 2,5 ωρών υπάρχουν χώρες, οι πολίτες των οποίων λόγω τρόπου ζωής και οικονομικού επιπέδου επιδεικνύουν έντονη κινητικότητα. Εκείνο που λείπει είναι η στοχευμένη προβολή της πόλης ως προορισμός city break, δηλαδή πόλης του σαββατοκύριακου και του τριήμερου. Κάτι που δεν συμβαίνει ούτε καν προς τους διερχόμενους επιβάτες του αεροδρομίου «Μακεδονία», οι οποίοι τους καλοκαιρινούς μήνες κατευθύνονται στη Χαλκιδική, την Πιερία και άλλα παραθεριστικά μέρη. Εκείνο που επίσης εμφανώς απουσιάζει είναι μια συγκεκριμένη τουριστική ταυτότητα για τη Θεσσαλονίκη -στην πραγματικότητα μια σύνθεση όσων προσφέρει ως περιβάλλον, ιστορία, τρόπος ζωής, μνημεία κλπ.-, που θα πρέπει να διατυπωθεί με επαγγελματικό τρόπο για να λειτουργήσει αποτελεσματικά.       

Δεξαμενή δεύτερη: Οι Ηνωμένες Πολιτείες και ο Καναδάς είναι χώρες με έντονη εξωστρέφεια, αλλά ακόμη για τη Θεσσαλονίκη πέφτουν πολύ μακριά. Κάτι που μπορεί να βελτιωθεί εάν υπάρξει μία, δύο ή και περισσότερες υπερατλαντικές πτήσεις προς και από το «Μακεδονία». Η υποδομή του αεροδρομίου δίνει, πλέον, αυτή τη δυνατότητα με τον νέο, μακρύτερο διάδρομο προσγείωσης / απογείωσης και από εδώ και πέρα το θέμα είναι η προσέλκυση των πτήσεων. Κάτι δύσκολο, αλλά όχι ακατόρθωτο. Ένα πεδίο που προσφέρεται για συνεργασία των δυνάμεων της πόλης, είτε ανήκουν στον δημόσιο τομέα (Περιφέρεια, δήμοι, Επιμελητήρια), είτε στον ιδιωτικό (αεροδρόμιο, τουριστικοί φορείς κλπ.). Από τις ΗΠΑ και τον Καναδά ταξιδεύουν άνθρωποι, η παρουσία των οποίων μπορεί -λόγω οικονομικής επιφάνειας και γενικότερου επιπέδου- να αναβαθμίσει το τουριστικό προϊόν της Θεσσαλονίκης.

Δεξαμενή τρίτη: Η Θεσσαλονίκη των 23 αιώνων διακινεί εντός του ελλαδικού χώρου τον δικό της ξεχωριστό μύθο, που κοσμείται από ιστορικά γεγονότα, μνημεία, τραγούδια, φαγητά κι αισθήματα. Πρόκειται ίσως για την πιο αγαπητή πόλη εντός της Ελλάδος, διότι έχει και το απαιτούμενο μέγεθος για να ξεχωρίζει. Τα περιθώρια προσέλκυσης εγχώριου τουρισμού είναι ακόμη πολύ σημαντικά, κάτι που μέχρι στιγμής έχει αφεθεί στον αυτόματο πιλότο, εάν όχι στην τύχη του. Η προβολή -έστω η υπενθύμιση- της Θεσσαλονίκης ως προορισμός βόλτας και ξεκούρασης στην υπόλοιπη Ελλάδα απλώς δεν υπάρχει. Είναι χαρακτηριστικό ότι η Θεσσαλονίκη περισσότερο αυτοπαραμυθιάζεται εντός των τειχών, παρά προσπαθεί να μεταδώσει το… παραμύθι της στην Αθήνα, στην Πάτρα, στην Κρήτη, στην Αλεξανδρούπολη, την Κέρκυρα, τη Ρόδο ή την Κύπρο, που επίσης είναι Ελλάδα. Οι παράγοντες της πόλης θεωρούν δεδομένο ότι το κύρος, η ομορφιά και ο μύθος της καλύπτουν την επικράτεια, κάτι που εν μέρει ισχύει, αλλά σίγουρα υπάρχουν περιθώρια βελτίωσης. Αυτή τη στιγμή οι μόνες σίγουρες αναφορές της Θεσσαλονίκης στα πανελλαδικά ειδησεογραφικά δίκτυα είναι στα δελτία καιρού και στα αθλητικά, λόγω του ΠΑΟΚ και του Άρη – κάποτε και του Ηρακλή.         

Δεξαμενή τέταρτη: Ο ειδικός και εναλλακτικός τουρισμός ταιριάζουν σε μεγάλο βαθμό στη Θεσσαλονίκη, αλλά οι δυνατότητές τους δεν αξιοποιούνται συστηματικά σχεδόν καθόλου, εκτός κάποιων λίγων σποραδικών εξαιρέσεων. Για παράδειγμα: ο θρησκευτικός τουρισμός, ο συνεδριακός τουρισμός, η ανάδειξη της Βυζαντινής Θεσσαλονίκης, ο σχολικός τουρισμός και η κρουαζιέρα, για την οποία κάποια κινητικότητα καταγράφεται τα τελευταία χρόνια, αλλά ο δρόμος για την επιτυχία είναι μακρύς. Πρόκειται για τομείς όχι απλώς ενδιαφέροντος, αλλά σίγουρης επιτυχίας για τη Θεσσαλονίκη. Αρκεί να καλλιεργηθούν. Με τον επαγγελματισμό, τη μελέτη και την επιμονή σοβαρού επενδυτή, που διαθέτει όσα μέσα χρειάζονται για να ποντάρει και την επιμονή για να κερδίσει και να δικαιωθεί.

Κατάλληλος χρόνος

Παραμονές του δεύτερου γύρου των δημοτικών εκλογών στον δήμο Θεσσαλονίκης και άλλους δήμους του πολεοδομικού συγκροτήματος και με τη συνέχεια της διοίκησης στην Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας ίσως το θέμα της τουριστικής προοπτικής της Θεσσαλονίκης να είναι επίκαιρο. Ίσως και όχι. Διότι καθόλου δεν αποκλείεται σε πέντε χρόνια τέτοιες ημέρες, η συζήτηση του θέματος να ξεκινάει από την ίδια αφετηρία. Έχει ξανασυμβεί τα χρόνια να περνάνε είτε άπρακτα, είτε στην πεπατημένη που είναι το ίδιο. Οπότε κανείς δεν μπορεί να το αποκλείσει…