Η Ελλάδα είναι χώρα – καφενείο. Και μάλιστα με τη σφραγίδα του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Σύμφωνα, λοιπόν, με πρόσφατη έκθεση του ενός από τα τρία ανώτατα δικαστήρια της χώρας, το 50% των καταστημάτων που βγάζουν τραπεζοκαθίσματα σε εξωτερικούς χώρους δεν έχουν πάρει άδεια από τους δήμους και το 27% των καταστημάτων που έχουν πάρει άδεια την παραβιάζουν καταλαμβάνοντας μεγαλύτερο χώρο από αυτόν που δικαιούνται.
Πρόκειται για έκθεση ελέγχου που το Ελεγκτικό Συνέδριο πραγματοποίησε σε 14 δήμους και 476 καταστήματα σχετικά με την κατάληψη κοινοχρήστων χώρων από καταστήματα υγειονομικού ενδιαφέροντος για την ανάπτυξη τραπεζοκαθισμάτων, με το συνολικό ποσοστό παραβατικότητας να φτάνει το 77%. Παράλληλα, το ανώτατο δικαστήριο διαπιστώνει ότι οι μηχανισμοί ελέγχου οι οποίοι εφαρμόζονται από τους δήμους δεν συμβάλλουν αποτελεσματικά στη διαφύλαξη των κοινόχρηστων χώρων. Αλλά και στις περιπτώσεις που διαπιστώνονται παραβάσεις, η απόκλιση ανάμεσα στα πρόστιμα που επιβάλλονται και στα ποσά που τελικώς εισπράττονται είναι μεγάλη, ενώ πολύ δύσκολα -και γι’ αυτό σχετικώς σπάνια- αποκαθίσταται η νομιμότητα.
Όλο αυτό που περιγράφει στην έκθεση του το Ελεγκτικό Συνέδριο «μεταφράζεται» σε μια χώρα – καφενείο. Όχι μόνο επειδή -ειδικά το καλοκαίρι- τα τραπεζοκαθίσματα και οι συναφείς εγκαταστάσεις είναι τόσες πολλές που κυριαρχούν τόσο στο αστικό όσο και στο ημιαστικό και αγροτικό περιβάλλον, αλλά και επειδή ολοφάνερα επιβάλλουν στην πολιτεία και το κοινωνικό σύνολο τους δικούς τους νόμους, που είναι υπεράνω των θεσμοθετημένων και ψηφισμένων διατάξεων.
Άρα τα… καφενεία -η εστίαση όπως είναι η επίσημη ονομασία για να περιλαμβάνει όλες τις συναφείς επιχειρήσεις- αφενός κυριαρχούν οπτικά και αφετέρου επιβάλλονται νομικά και καταστατικά. Εννοείται πως όλη αυτή η κατάσταση συνοδεύεται από πολιτική επιρροή -ειδικά κατά τόπους, αλλά και ευρύτερα. Πέραν αυτού υπάρχει και μια ιδιότυπη κοινωνική αποδοχή, που δεν εξηγείται λογικά, αλλά υπάρχει.
Τα τελευταία χρόνια, χάρη στον ξεσηκωμό του κόσμου σε συγκεκριμένα θέρετρα, όπου κάποια στιγμή τα μπιτς μπαρ «απαγόρευαν» στους απλούς ανθρώπους να προσεγγίσουν στις παραλίες, η πολιτεία πήρε κάποια μέτρα για την αντιμετώπιση του φαινομένου. Επιστράτευσε όσο πολιτικό κουράγιο διέθετε και αξιοποιώντας τα προηγμένα ψηφιακά μέσα που υπάρχουν ζήτησε από τους πολίτες να συμβάλλουν στον περιορισμό των αυθαιρεσιών, κάτι που -όπως δείχνει η έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου- έγινε εν μέρει και μάλλον περιορισμένα. Μετά τον πρώτο ενθουσιασμό η όποια αντίδραση ατόνησε, το ενδιαφέρον των οργάνων της πολιτείας εξατμίστηκε και το πράγμα επανήλθε σε κατάσταση αυθαιρεσίας.
Το συγκεκριμένο πρόβλημα έχει υπευθύνους με ονοματεπώνυμο. Επειδή πέρα από τους ιδιώτες οι οποίοι προσπαθούν να κάνουν τη δουλειά τους με όποιον τρόπο νομίζει ο καθένας -διότι υπάρχουν και πολλοί τυπικοί και νομοταγείς επαγγελματίες- υπάρχουν οι τοπικές αρχές για να εκδίδουν άδειες και να ασκούν ελέγχους. Κυρίως οι δήμοι, οι οποίοι άλλωστε εισπράττουν τα δημοτικά τέλη και είναι απολύτως βέβαιον ότι γνωρίζουν με απόλυτη ακρίβεια τι συμβαίνει. Διότι στα μεν μεγάλα αστικά κέντρα υπάρχει η δημοτική αστυνομία για να ελέγχει, στα δε μικρότερα μέρη οι πάντες γνωρίζουν λεπτομερώς τα πάντα, οπότε δικαιολογία δεν υπάρχει. Αντίθετα, εκείνο που ο καθένας μπορεί να εικάσει με σχετική ασφάλεια είναι ότι σε πολλές περιπτώσεις υπάρχει… τοπική διαπλοκή, που σε σημαντικό βαθμό ρυθμίζει καταστάσεις στην εστίαση, όπως είναι τα τραπεζοκαθίσματα. Είναι η ίδια αυτοδιοίκηση που μέσω της πολεοδομίας δίνει άδειες ανέγερσης κατοικιών σε περιοχές, στις οποίες δεν υπάρχει αποχέτευση, οι δρόμοι είναι ακόμη χωματόδρομοι, το σχολείο απέχει χιλιόμετρα μακριά, η παιδική χαρά βρίσκεται στον παρακάτω μαχαλά και η συγκοινωνία απλώς δεν υπάρχει. Γι’ αυτό η Ελλάδα δεν είναι απλώς χώρα – καφενείο. Όπως λέει και το «σύνθημα» που πρωτογράφτηκε και πρωτοακούστηκε το 1989, είναι «χώρα της πλάκας».