Θέλοντας και μη το μετρό αποτελεί σταθερό κομμάτι της επικαιρότητας στη Θεσσαλονίκη, άλλοτε για θετικούς και άλλοτε για αρνητικούς λόγους. Η εξαγγελία της κατασκευής του στα μέσα της δεκαετίας του 2000, με εξασφαλισμένη ευρωπαϊκή χρηματοδότηση, δημιούργησε -αν όχι ενθουσιασμό- αυξημένες προσδοκίες σε πολλούς στη Θεσσαλονίκη, καθώς η πόλη από τότε αντιμετώπιζε οξύτατο κυκλοφοριακό πρόβλημα. Πέραν τούτου η λειτουργία ενός υπόγειου μέσου μαζικής μεταφοράς σταθερής τροχιάς ασφαλώς δημιουργεί την αίσθηση του εκσυγχρονισμού, ενώ η εμπειρία από την τότε πρόσφατη λειτουργία του μετρό της Αθήνας, όπως και από ανάλογες εμπειρίες άλλων πόλεων της κόσμου, ήταν ότι το συγκεκριμένο έργο από μόνο του διαμορφώνει αναπτυξιακές συνθήκες. Η αγορά του λιανεμπορίου, η αγορά ακινήτων και οι εργαζόμενοι έχουν πολλά να κερδίσουν από μια ικανοποιητική και αξιόπιστη συνθήκη στις αστικές μετακινήσεις, η οποία αυτομάτως μεταφράζεται σε οικονομικούς όρους. Όλα αυτά υπό την προϋπόθεση της έγκαιρης ολοκλήρωσης του έργου, που στην αρχή είχε προσδιοριστεί στο επίπεδο της πενταετίας.
Φυσικά η συγκεκριμένη δέσμευση δεν τηρήθηκε και αντ’ αυτής ζήσαμε ένα ατέλειωτο σίριαλ καθυστερήσεων, για τις οποίες υπεύθυνες ήταν όλες οι εμπλεκόμενες πλευρές. Κάπως έτσι φτάσαμε -18 χρόνια μετά- στη χθεσινή εξαγγελία του Κυριάκου Μητσοτάκη ότι σε έξι μήνες, στα τέλη του 2024, θα παραδώσει στην κυκλοφορία ένα μετρό, το οποίο υποτίθεται ότι θα ήταν έτοιμο το 2011. Χωρίς αμφιβολία πρόκειται για μια θετική είδηση -έξι μήνες δεν είναι δα και μια ολόκληρη ζωή- για την οποία όμως ελάχιστοι στη Θεσσαλονίκη αισθάνονται ικανοποιημένοι, επειδή το μακρόσυρτο σίριαλ παρατράβηξε. Οπότε το επόμενο ενδιαφέρον σημείο θα είναι η κατάληξη, η ολοκλήρωση του έργου και η δρομολόγηση των συρμών.
Σε... ρηχά νερά
Με αυτά τα δεδομένα η συζήτηση για τις επεκτάσεις του μετρό στη δυτική Θεσσαλονίκη -η γραμμή προς Καλαμαριά ήδη κατασκευάζεται- που επισήμως ξεκίνησε χθες είναι καταδικασμένη να παραμείνει σε… ρηχά νερά. Το αν θα βουλιάξει ή θα προχωρήσει στα ανοιχτά θα εξαρτηθεί από τα δεδομένα κατασκευής του έργου, για το οποίο η επιφυλακτικότητα είναι απολύτως δικαιολογημένη. Διαδρομή ή διαδρομές, κόστος, πηγές χρηματοδότησης, αξιόπιστο χρονοδιάγραμμα. Προφανώς η επέκταση του μετρό της Θεσσαλονίκης προς τα δυτικά -όπως συνέβη και με την προς ανατολάς επέκταση- συνιστά απλούστερη τεχνικά και επομένως ταχύτερη χρονικά διαδικασία για δύο βασικούς λόγους: Πρώτον επειδή οι σταθμοί που θα κατασκευαστούν θα είναι χωροταξικά αραιότεροι και δεύτερον, επειδή στην εκτός των τειχών Θεσσαλονίκη δεν περιμένει κανείς να βρεθούν αρχαιότητες. Άρα θα μπορούσε κανείς να υποθέσει ότι τα πράγματα θα κυλήσουν ταχύτερα και ομαλότερα. Παρ’ όλα αυτά δεν δικαιολογείται -προς το παρόν- καμία αισιοδοξία, διότι -όπως λέει ο λαός- «όποιος καεί στο χυλό, φυσάει και το γιαούρτι».
Αξίζει, πάντως, να σημειωθεί ότι επειδή η βιωσιμότητα ενός μεγάλου έργου συνιστά επίσης βασικό παράγοντα των αποφάσεων για την κατασκευή και τη χρηματοδότησή του, η Δυτική Θεσσαλονίκη των 500.000 κατοίκων (δήμοι Παύλου Μελά, Αμπελοκήπων – Μενεμένης, Κορδελιού – Ευόσμου, ακόμη και Ωραιοκάστρου, αλλά και Δέλτα) προσφέρει την κρίσιμη μάζα των διακινούμενων επιβατών, οι οποίοι θα διασφαλίσουν αυξημένες πληρότητες στα δρομολόγια και φυσικά ανάλογα έσοδα. Ίσως γι’ αυτό δεν ήταν λίγοι όσοι υποστήριζαν εδώ και χρόνια ότι η πρώτη επέκταση του μετρό της Θεσσαλονίκης θα έπρεπε να έχει γίνει προς τη δυτική πλευρά. Πολύ περισσότερο που η προς τα ανατολικά επέκταση στην Καλαμαριά δεν συμπεριελάμβανε το αεροδρόμιο «Μακεδονία», κάτι που αν συνέβαινε θα ήταν επαρκές επιχείρημα για την κατά προτεραιότητα επιλογή της συγκεκριμένης κατεύθυνσης.
ΥΓ. Ο προεκλογικός χρόνος της χθεσινής εκδήλωσης για το κυκλοφοριακό της Θεσσαλονίκης παρουσία του πρωθυπουργού μπορεί να δικαιολογείται πολιτικά -οι εκλογές είναι η απόλυτη προτεραιότητα των πολιτικών κομμάτων κάθε μεγέθους και κατεύθυνσης και των προσώπων κάθε αξιώματος και θέσης-, αλλά δεν παύει να υπονομεύει την υπόθεση στα μάτια των πολιτών. Η ζωή κινείται ανεξαρτήτως των πολιτικών κύκλων και οροσήμων, αφού όσοι ψηφίσουν, ό,τι και να ψηφίσουν, αλλά και όσοι δεν ψηφίσουν στις 9 Ιουνίου, το πρωί της 10ης του μηνός θα ξυπνήσουν έχοντας να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα της δικής τους καθημερινότητας.