Η χειμερινή περίοδος των φετινών εκπτώσεων μπαίνει στην έκτη και τελευταία της εβδομάδα, χωρίς –όπως υποστηρίζουν οι έμποροι της Θεσσαλονίκης- κάποιο ουσιαστικό αντίκρισμα για την αγορά.
Η επιστροφή της ύφεσης και του κακού ψυχολογικού κλίματος για την πορεία της χώρας και της οικονομίας, σε συνδυασμό με την ανεβασμένη κατανάλωση την εορταστική περίοδο των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς, αλλά και την παρατεταμένη καλοκαιρία –στην ουσία ο χειμώνας δεν επισκέφθηκε φέτος τη Θεσσαλονίκη-, έχουν ως αποτέλεσμα οι καταναλωτές να είναι αυτή την εποχή απρόθυμοι να ψωνίσουν. Παρά το ότι κατά γενική ομολογία οι τιμές είναι καλές. Υπάρχουν, όμως, τρεις ακόμη λόγοι, που δεν βοηθούν την κατανάλωση σε περίοδο εκπτώσεων και επιβάλλουν την επανεξέταση της συγκεκριμένης ρύθμισης:
Πρώτον, η μεγάλη περίοδος των εκπτώσεων. Έξι εβδομάδες είναι περίπου 45 ημέρες. Δηλαδή τρεις ολόκληροι μήνες εκπτώσεων, εάν υπολογίσει κανείς και το θερινό 45νθήμερο του Ιουλίου και του Αυγούστου.
Δεύτερον, όταν η αγορά δεν έχει εκπτώσεις, έχει γενικευμένες προσφορές.
Τρίτον, όταν η αγορά δεν έχει ούτε επίσημες εκπτώσεις, ούτε γενικευμένες προσφορές, δέχεται παζάρια –ή μήπως τα προκαλεί;- μέσα στα μαγαζιά από τους υποψήφιους πελάτες.
Με αυτά τα δεδομένα, που επιβεβαιώνουν οι έμποροι της Θεσσαλονίκης, είναι προφανές ότι ο θεσμός των εκπτώσεων, όπως εφαρμόζεται στη χώρα μας, είναι ξεπερασμένος. Έχει ξεθωριάσει και δεν αποδίδει αυτά που περιμένει η αγορά. Επομένως πρέπει να αναθεωρηθεί. Ιδέες υπάρχουν: μία εβδομάδα εκπτώσεων σε κάθε εποχή; Ή μήπως μία συγκεκριμένη ημέρα το μήνα; Ή μήπως κάτι άλλο, αφού υπάρχουν και τεχνικά προβλήματα που πρέπει να ξεπεραστούν;
Η φθορά του θεσμού των εκπτώσεων για την ελληνική αγορά αποδεικνύει και κάτι ακόμη. Ότι στα δύσκολα χρόνια της κρίσης που τα λεφτά ακόμη κι όταν υπάρχουν δεν περισσεύουν, οι καταναλωτές για να «τσιμπήσουν» χρειάζονται κάτι παραπάνω από την καλή σχέση προϊόντος – τιμής. Με τον τρόπο τους ζητούν έξτρα κίνητρα. Πιθανόν μια πιο ολοκληρωμένη προσέγγιση της έννοιας της αγοράς, που θα συμπεριλαμβάνει στοιχεία τρόπου ζωής και διασκέδασης. Μια βόλτα στα μαγαζιά έχει σήμερα πολύ μεγαλύτερη σημασία όταν στην αγορά υπάρχει κόσμος, αλλά και όταν εκ παραλλήλου συμβαίνουν ξεχωριστά γεγονότα. Μια λειτουργία εμπορικού κέντρου ακόμη και στις ανοιχτές αγορές, κάτι που τους τελευταίους μήνες προσπαθεί να εφαρμόσει χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία ο Εμπορικός Σύλλογος Θεσσαλονίκης στο κέντρο της πόλης.
Από αυτή τη σκοπιά η αγορά της Θεσσαλονίκης έχει μείνει λίγο πίσω. Δυστυχώς ο εμπορικός κόσμος δεν μπορεί ούτε μια «λευκή νύχτα» να οργανώσει, επειδή δεν αντιλαμβάνεται τη χρησιμότητα τέτοιων πρωτοβουλιών, που συμβαίνουν επιτυχώς σε πολλά άλλα μέρη της χώρας. Είναι κρίμα που η Θεσσαλονίκη, η ελληνική πόλη που διαχρονικά και ιστορικά είναι συνώνυμη του εμπορίου, να μη βρίσκεται στην πρωτοπορία σε αυτά τα δύσκολα για την οικονομία χρόνια. Προφανώς οι έμποροι δίνουν δύσκολο και συχνά άνισο αγώνα, καθώς πέρα από την καταναλωτική μιζέρια έχουν να αντιμετωπίσουν και τον ανταγωνισμό των πολυεθνικών, των πολυκαταστημάτων και των αλυσίδων καταστημάτων. Εξίσου προφανώς, το ηθικό τους είναι πεσμένο, τα ταμεία τους άδεια και τα προβλήματά τους βουνό. Με τις ασφαλιστικές και φορολογικές υποχρεώσεις να τρέχουν ασυγκράτητες, ακόμη κι όταν δεν κάνουν σεφτέ. Μόνο που με τη μοιρολατρία δε γίνεται τίποτα. Η κατάσταση δύσκολα θα αλλάξει, αν ο καθένας στην ελληνική οικονομία και κοινωνία δεν κάνει την υπέρβασή του. Σε αυτή τη διαδικασία ο εμπορικός κόσμος, που λόγω του αντικειμένου του έχει μάθει να βλέπει μακρύτερα και όχι κοντινότερα, οφείλει να αφυπνιστεί!