Skip to main content

Η μετανάστευση του '60 από τη Β. Ελλάδα και ο θρύλος του Esso Papas

Στην Ελλάδα –όχι μόνο της κρίσης, αλλά και των χρόνων της ευμάρειας- το ατομικό μικροσυμφέρον είναι συχνά ισχυρότερο από το συνολικό.

του Γιώργου Δώρα

Η συζήτηση έγινε στο περιθώριο ενός επιστημονικού συνεδρίου τις προηγούμενες ημέρες. Σε ένα τραπέζι το θέμα ήταν η ανάπτυξη και η άποψη που υπάρχει σε σημαντικά τμήματα της ελληνικής κοινωνίας ότι το καλύτερο μοντέλο για την Ελλάδα είναι οι λεγόμενη «ήπια ανάπτυξη». Χωρίς μεγάλες επενδύσεις ή ιδιαίτερη βιομηχανική και εξορυκτική δραστηριότητα. Ειδικά για τη Βόρεια Ελλάδα δεν είναι λίγοι όσοι υποστηρίζουν ότι ο πρωτογενής τομέας μαζί με τον τουρισμό φτάνουν και περισσεύουν για την πρόοδο του τόπου και των ανθρώπων του.

Αυτή ήταν η στιγμή που ένας καθηγητής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, ένας έμπειρος ακαδημαϊκός και σεβάσμιος άνθρωπος, ο οποίος μέχρι εκείνη τη στιγμή καθόταν σιωπηλός, παρενέβη με μία και μοναδική πρόταση, που αποδείχθηκε αρκετή για να μπουν τα πράγματα στη θέση τους. «Η ήπια ανάπτυξη, δηλαδή η γεωργία και λίγος τουρισμός, υπήρχε στην Βόρεια Ελλάδα μέχρι τη δεκαετία του 1960 και συγκεκριμένα μέχρι να γίνει το διυλιστήριο της ESSO PAPAS, μια επένδυση που άλλαξε τον παραγωγικό χάρτη της περιοχής. Μέχρι τότε η λύση που είχαν βρει οι άνθρωποι για να χορτάσουν και για να προκόψουν ήταν να φεύγουν μετανάστες για να δουλέψουν στις φάμπρικες της Γερμανίας και στου Βελγίου τις στοές».

Αυτά είπε και επέστρεψε στη σιωπή του. Ήδη όμως το κλίμα της κουβέντας άλλαξε δραματικά, αφού επανήλθαν στο προσκήνιο η απλή λογική, η κοινή αίσθηση και η εμπειρία. Το τελευταίο διάστημα πυκνώνουν οι συζητήσεις για διάφορους παραγωγικούς τομείς που μπορούν να συμβάλλουν στην αύξηση του πλούτου στη Βόρεια Ελλάδα.

Κατ’ αρχήν η εξορυκτική βιομηχανία, που στην περιοχή εκτείνεται πολύ περισσότερο από την γνωστή περίπτωση της ύπαρξης κοιτασμάτων χρυσού, ψευδαργύρου και άλλων μετάλλων στα ορεινά της Χαλκιδικής. Κορυφαίος κοινοτικός παράγων –από τους Έλληνες που έχουν φάει τη ζωή τους επί δεκαετίες στις Βρυξέλλες- μιλούσε τις προάλλες από το βήμα συνεδρίου στην Αθήνα για τις ιδεοληψίες αρκετών Ελλήνων τόσο για την εξορυκτική διαδικασία, όσο και για την παραγωγή ενέργειας από τα απόβλητα.

«Αλλού στην Ευρώπη παρακαλούν να έχουν ορυκτό πλούτο κι εμείς που τον έχουμε τον ξορκίζουμε και τον αφήνουμε ανεκμετάλλευτο, ενώ είναι βέβαιον πως εάν τηρήσουμε κατά γράμμα τις κοινοτικές οδηγίες για τα απόβλητα, η αξιοποίηση τους δεν θα έχει απολύτως καμία επίπτωση στο περιβάλλον» ήταν τα λόγια του. Αλλά γιατί να τα ακούσει κανείς. Ένας γραφειοκράτης των Βρυξελλών είναι. Και ως εκ τούτου ένας τύπος που εξυπηρετεί συμφέροντα και δεν νοιάζεται για το περιβάλλον. Κάτι που δεν ισχύει ούτε για τον φοιτητή Νίκο, που αν και ζει μακριά από το χωριό του το… πονάει περισσότερο από αυτούς που ζουν και παλεύουν καθημερινά εκεί, ούτε, όμως, για τον κυρ Μήτσο που στα 60 τόσα του δεν θέλει να αλλάξει τίποτε απ’ όσα έμαθε από μικρός. Ο πρώτος ως νέος επιστήμων κάποια στιγμή θα ζήσει στην Ευρώπη, αφού στην Ελλάδα η «ήπια ανάπτυξη» δεν δημιουργεί θέσεις εργασίας. Ενδεχομένως θα ζήσει σε ένα σπίτι φτιαγμένο δίπλα σε μια παλιά χωματερή, που τώρα είναι τεχνητή λίμνη, μόνο που ο ίδιος δεν θα το ξέρει. Όσο για τον δεύτερο θα βλέπει τα δυο του παιδιά να «παλεύουν» μέρα – νύχτα τη γη με τον τρόπο που τους έμαθε ο πατέρας τους. Που κι εκείνος τον έμαθε από τον δικό του πατέρα και παππού των παιδιών του.

Στην Ελλάδα –όχι μόνο της κρίσης, αλλά και των χρόνων της ευμάρειας- το ατομικό μικροσυμφέρον είναι συχνά ισχυρότερο από το συνολικό, ενώ η δυσπιστία επικρατεί της αντικειμενικότητας. Όπως και η αδράνεια και η αταραξία, που δήθεν δεν κουράζουν, υπερτερούν τηςε κόπωσης που απαιτούν η γνώση και ο νεοτερισμός.

Όσο για το παρελθόν –έστω το πρόσφατο των μόλις 50 – 60 χρόνων- φαντάζει μονίμως ως κάτι εξωπραγματικό, κάτι που συνέβη στην πλειστόκαινο περίοδο της ανθρωπότητας. Η μνήμη του χρυσόψαρου συχνά βολεύει.