Skip to main content

Δυτική Θεσσαλονίκη: Πώς η περιοχή συνώνυμο της «υποβάθμισης» εξελίσσεται σε υπόδειγμα ανάπτυξης

Τα έργα που διαμορφώνουν τη νέα δυτική Θεσσαλονίκη και τα κενά που πρέπει να προσέξουν οι αρμόδιοι για να μην μείνει ημιτελής μια προσπάθεια δεκαετιών που ήδη έχει φέρει αποτελέσματα

Έχουν περάσει πολλά χρόνια πλέον από τότε που όλοι αναγνώρισαν την ανάγκη εξόδου της δυτικής Θεσσαλονίκης από την υποβάθμιση. Μια περιοχή, στην οποία κατοικεί μισό εκατομμύριο πληθυσμός είναι προφανές να διεκδικεί ένα καλύτερο μέλλον -που το δικαιούται πέρα για πέρα- και απαλλαγή από τις στρεβλώσεις που δημιουργήθηκαν στο παρελθόν και στην πορεία των ετών ανοικοδόμησής της.

Εκεί βρίσκεται η μεγάλη πληγή της δυτικής Θεσσαλονίκης κι όχι στην απουσία ενδιαφέροντος είτε από την κεντρική διοίκηση, είτε από την αυτοδιοίκηση. Σε εκείνα τα χρόνια που η περιοχή διαμορφωνόταν ως κύριας κατοικίας για χιλιάδες νοικοκυριά και στους όρους με τους οποίους έγιναν οι όποιες υποδομές και επενδύσεις (δευτερογενής τομέας), δημιουργήθηκαν τα όποια αδιέξοδα και οι στρεβλώσεις που εδώ και χρόνια όλοι παλεύουν να αντιμετωπίσουν.

Δεν θα αναλωθώ γι' άλλη μια φορά στα αίτια και τις ευθύνες. Το έχω κάνει πολλάκις στο παρελθόν είτε σε επίπεδο ρεπορτάζ, είτε σε επίπεδο κατάθεσης της προσωπικής άποψής μου δημοσίως. Ούτε θα καθίσω να πείσω οποιονδήποτε για το έργο που έχει γίνει τις τελευταίες δεκαετίες (για να το απαλλάξω κι από πολιτικές κουτοπονηριές) στη δυτική Θεσσαλονίκη και αποτελεί δείγμα της στροφής της προσοχής όλων των αρμόδιων στην περιοχή διαχρονικά.

Θέλω σήμερα να ασχοληθώ με το μέλλον της δυτικής Θεσσαλονίκης, που υπό προϋποθέσεις μπορεί να είναι αισιόδοξο και αναπτυξιακό, με καλύτερες συνθήκες καθημερινότητας και με καλύτερο βιοτικό επίπεδο για όλους. Και σε αυτό το μέλλον ρόλο δεν παίζει η συγκέντρωση πολλών πολιτών χαμηλών εισοδημάτων στην περιοχή, που είναι δεδομένη. Τα εισοδηματικά κριτήρια παίζουν ρόλο, όχι όμως καθοριστικό για την ελκυστικότητα μιας περιοχής. Άλλωστε αντίστοιχοι πυρήνες (που δεν είναι πυρήνες υποβάθμισης όπως θέλουν πολλοί να τους χαρακτηρίζουν) υπάρχουν σε όλη τη Θεσσαλονίκη. Είναι προφανές ότι οι παλιές εργατικές κατοικίες στήθηκαν σε συγκεκριμένες περιοχές και είναι προφανές ότι σε αυτές συγκεντρώθηκε πληθυσμός χαμηλών εισοδημάτων, όχι όμως και χαμηλής στάθμης. Αντιθέτως, αυτός ο πληθυσμός είναι που έσπρωξε μπροστά αυτές τις περιοχές, που απαίτησε ένα καλύτερο μέλλον, που μπόρεσε δια του παραδείγματος να δείξει ότι αν δώσεις σε έναν πολίτη μια ευκαιρία ως Πολιτεία, αυτός μπορεί να την αρπάξει και να αλλάξει τη ζωή του. Για να το πω με ένα παράδειγμα, ο Φοίνικας ανατολικά αναπτύσσεται και δεν είναι εστία υποβάθμισης πια και το ίδιο γίνεται και στην Ευκαρπία. Δεν είναι τυχαία η πρόοδος αυτών των περιοχών, δεν είναι τυχαία η έξοδος των κατοίκων τους από την κοινωνική απομόνωση στο μυαλό των δήθεν ελίτ της Θεσσαλονίκης, των προνομιούχων της παλιάς παραλίας για να τα λέμε όλα όπως είναι ή του Πανοράματος...

Αρκετά όμως με τις κοινωνιολογικές αμπελοφιλοσοφίες μου. Δεν είμαι σε θέση να κάνω τέτοιου είδους ανάλυση και την αφήνω να την κάνουν ειδικότεροι εμού. Θα περιοριστώ στα δείγματα ανάπτυξης της δυτικής Θεσσαλονίκης τα επόμενα χρόνια και θα σημειώσω και ορισμένα κενά που βλέπω, στα οποία θεωρώ ότι πρέπει να πέσει το βάρος των αρμοδίων.

Θα αρχίσω από τα όρια της δυτικής Θεσσαλονίκης με το κέντρο της πόλης. Εκεί συντελείται εδώ και πολλά χρόνια μια επενδυτική επανάσταση (υπερβολικό μεν, αλλά έστω κάπως έτσι). Η περιοχή της νέας δυτικής εισόδου, μετά την κατασκευή του δρόμου στις αρχές της δεκαετίας του 2000 σήμανε το πρώτο βήμα της ανάπτυξης. Η οποία αρχικώς ήταν πολύ αισιόδοξη, αλλά στη συνέχεια πατήθηκε φρένο. Εδώ λοιπόν είναι πολύ κρίσιμο να αρχίσει το πρότζεκτ της αξιοποίησης της περιοχής των Λαχανόκηπων για να συνεχιστεί η αναπτυξιακή πορεία της ευρύτερης περιοχής. Πρότζεκτ που πήρε μεν τον δρόμο του, αλλά θα απαιτηθούν χρόνια για να υλοποιηθεί.

Στην ίδια περιοχή η παλιά δυτική είσοδος αποτελεί πλέον ένα υπόδειγμα αστικής αναγέννησης. Ειδικά μετά την ολοκλήρωση των παρεμβάσεων και στο βιομηχανικό συγκρότημα του ΦΙΞ, όπως και την ολοκλήρωση των παρεμβάσεων στην περιοχή ανέγερσης του Μουσείου Ολοκαυτώματος, θα μιλάμε για μια περιοχή που δεν θα θυμίζει σε τίποτα την παρακμή του παρελθόντος. Και σε αυτό συνέβαλε αποφασιστικά τόσο το δημόσιο, όσο και η ιδιωτική πρωτοβουλία που επένδυσε και είδε τις προοπτικές του τόπου. Εκεί νομίζω ότι θα έχουμε θετικά αποτελέσματα πολύ νωρίτερα και πριν το 2030.

Προχωρώντας πιο βόρεια, η λεωφόρος Μίκη Θεοδωράκη έχει το κενό του ενός χιλιομέτρου διάνοιξης από το Μητροπολιτικό Πάρκο Παύλου Μελά μέχρι τις Δωδεκαώροφες. Αυτό σε λίγο καιρό θα αποτελέσει παρελθόν. Είναι δε τόσο κρίσιμη αυτή η παρέμβαση, που θα αλλάξει άρδην τα δεδομένα λειτουργίας της δυτικής Θεσσαλονίκης, καθώς ο συγκεκριμένος δρόμος αποτελεί την κύρια αρτηρία των καθημερινών μετακινήσεων των κατοίκων της ευρύτερης περιοχής και πύλη εισόδου στο πολεοδομικό συγκρότημα και στο κέντρο της Θεσσαλονίκης. Με την προσθήκη του Μητροπολιτικού Πάρκου Παύλου Μελά το επόμενο καλοκαίρι και με την ολοκλήρωση των παρεμβάσεων στη δυτική περιφερειακή οδό τα πράγματα στην καθημερινότητα των πολιτών της δυτικής Θεσσαλονίκης θα βελτιωθούν σίγουρα τα επόμενα χρόνια, ενώ θα έχει δημιουργηθεί ένα σπουδαίο δίκτυο υποδομών, ικανό να σηματοδοτήσει τη βελτίωση της ποιότητας ζωής συνολικά.

Σε αυτά θα προσθέσω και τον προαστιακό σιδηρόδρομο δυτικής Θεσσαλονίκης που δρομολογήθηκε και θα είναι η νέα πραγματικότητα το επόμενο διάστημα, θα συμπεριλάβω τη βελτίωση του οδικού δικτύου του Καλοχωρίου που είναι σε εξέλιξη, όπως και τα συνοδευτικά έργα του ανισόπεδου κόμβου Κ16 (Λαχαναγοράς), την Ενωτική Σίνδου, το πρότζεκτ στο πρώην στρατόπεδο Γκόνου, το συμμάζεμα των εργοστασίων, τις παρεμβάσεις στο δυτικό παράκτιο μέτωπο που ήδη μέρος τους έχει ολοκληρωθεί και έχει αλλάξει εντελώς την όψη και τη λειτουργία της περιοχής. Και ακόμα πιο ψηλά έχουμε ένα νέο Παιδιατρικό νοσοκομείο σε εξέλιξη κατασκευής και έρχεται (όχι σύντομα) το νέο Ογκολογικό και η αξιοποίηση του πρώην στρατοπέδου Καρατάσιου, δημιουργώντας το λεγόμενο «Πάρκο Υγείας» στην περιοχή. Όπως άλλωστε και την επέκταση του Σέιχ Σου, με τη δημιουργία ενός πράσινου πόλου πάνω από όλη τη δυτική Θεσσαλονίκη. Και να προσθέσω κάτι που αγγίζει την καθημερινότητα των πολιτών με άμεσο τρόπο, τα σχολεία που θα κατασκευαστούν στην περιοχή μέσω του ΣΔΙΤ για τις 17 σχολικές μονάδες και είναι τρία στον δήμο Νεάπολης – Συκεών, τέσσερα στον δήμο Παύλου Μελά και ένα στον δήμο Αμπελοκήπων – Μενεμένης. Μείζονα αντιπλημμυρικά έργα είναι σε εξέλιξη, όπως σε εξέλιξη με ορατό χρονικό ορίζοντα είναι τα έργα ύψους 1,3 δισ. ευρώ που παρουσίασε τον προηγούμενο Αύγουστο η κυβέρνηση (μεταξύ των οποίων όσα προανέφερα). Σε όλα αυτά θα πρέπει να προστεθούν και τα σημαντικά έργα που έγιναν, γίνονται και προγραμματίστηκαν να γίνουν στον δημόσιο χώρο μέσω του προγράμματος Βιώσιμης Αστικής Ανάπτυξης της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, τα οποία μεταμορφώνουν περιοχές, γειτονιές, συνοικίες σε βιώσιμες και ανθρώπινες.

Τι είναι αυτό που λείπει στην αισιόδοξη αυτή πορεία της δυτικής Θεσσαλονίκης προς το μέλλον; Η προσοχή σε συγκεκριμένους αστικούς πυρήνες που παραμένουν σε συνθήκες υποβάθμισης, η αξιοποίηση των ανενεργών στρατοπέδων στο σύνολό τους και κυρίως οι επεκτάσεις του μετρό, ώστε να καλύψει το συγκεκριμένο μέσο το σύνολο της βορειοδυτικής Θεσσαλονίκης.

Θεωρώ ότι σε αυτά τα τρία σημεία υπάρχουν κενά. Σχέδιο υπάρχει, πρόνοια υπάρχει, αλλά απέχουμε από την υλοποίηση. Θα έλεγα μάλιστα ότι αφού υπάρχει και ικανή κοινωνική συμφωνία, πέρα από την πολιτική και αυτοδιοικητική, τα κενά αυτά γίνονται ακόμα πιο... χτυπητά.

Η δυτική Θεσσαλονίκη έχει σήμερα περισσότερο από ποτέ την ελπίδα να πετάξει από πάνω της για πάντα τις λέξεις «αδικία», «υποβάθμιση», «αδιαφορία», «εγκατάλειψη», οι οποίες στο παρελθόν αποτέλεσαν συνώνυμα της περιοχής είτε με αιτία, είτε με... δημαγωγία. Δεν έχουν καμιά σημασία όλα αυτά. Το παρελθόν της δυτικής Θεσσαλονίκης είναι πλέον μόνο μέτρο σύγκρισης για όσα έρχονται το αμέσως επόμενο διάστημα, είναι μέτρο σύγκρισης με το παρόν και το μέλλον. Και αυτό το μέλλον προοιωνίζεται όχι απλώς καλύτερο, αλλά παραδειγματικό κι ας άργησε πολύ.