Η εν πολλοίς δικαιολογημένη μετάθεση του τόπου συνεδρίασης του Ανώτατου Πολιτικού Συμβουλίου Ελλάδος – Τουρκίας της 7ης Δεκεμβρίου 2023 από τη Θεσσαλονίκη στην Αθήνα, που ανακοινώθηκε χθες το πρωί -η Voria.gr σας είχε προϊδεάσει ώρες πριν, από τα χαράματα της Τρίτης- συνιστά πλήγμα για τη Θεσσαλονίκη. Η προβολή ενός τόσο μεγάλου πολιτικού γεγονότος που ενδιαφέρει στην ουσία πολύ περισσότερες χώρες από τις δύο εμπλεκόμενες είναι από τα πράγματα που λείπουν και αναζητά η Θεσσαλονίκη. Διότι η πόλη υστερεί σε διεθνή εμβέλεια και κάθε ευκαιρία να ακουστεί διεθνώς το όνομά της είναι πολύτιμη και εξαιρετικά χρήσιμη.
Η αλλαγή του τόπου συνεδρίασης του Συμβουλίου έπεσε στη Θεσσαλονίκη ως «κεραυνός εν αιθρία», αλλά στην πραγματικότητα υπάρχουν επαρκέστατες δικαιολογίες. Το μόνο κακό είναι ότι οι λόγοι που επικαλείται το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών, σχεδόν στο σύνολό τους, ίσχυαν και όταν ο κ. Μητσοτάκης πρότεινε στον κ. Ερντογάν τη Θεσσαλονίκη για τη συνάντηση, μια πόλη που συνδέει -και χωρίζει- τις δύο πλευρές, αλλά σε καμία περίπτωση δεν έχει την ουδέτερη σε σχέση με την ελληνοτουρκική ιστορία ατμόσφαιρα της Αθήνας. Όπως, λοιπόν, εξελίχθηκαν τα πράγματα η βαρύνουσας σημασίας αυτή συνάντηση δεν θα μπορούσε να διεξαχθεί στη Θεσσαλονίκη για τους ακόλουθους λόγους:
Πρώτον, η Θεσσαλονίκη δεν διαθέτει δημόσιο κτήριο υψηλών προδιαγραφών, κατάλληλο για να φιλοξενήσει μια τόσος απαιτητική και πολυπρόσωπη συνάντηση. Άλλωστε στις προετοιμασίες που έκανε τις τελευταίες εβδομάδες -πριν την απόφαση της αλλαγής- η ελληνική πλευρά είχε καταλήξει σε δύο επιλογές. Το ξενοδοχείο Hyatt, το οποίο βρίσκεται κοντά στο αεροδρόμιο και σαφώς μπορεί να απομονωθεί για λόγους ασφαλείας και το Μέγαρο Μουσικής, στο οποίο κατά το παρελθόν έχουν γίνει σημαντικές συναντήσεις, όπως η τριμερής σύσκεψη των πρωθυπουργών Ελλάδας, Κύπρου Ισραήλ. Ανάμεσα σε αυτές τις δύο επιλογές τις πιο πολλές πιθανότητες συγκέντρωνε το Hyatt, το οποίο έχει αξιοποιηθεί και στο παρελθόν. Επιλογή που εξ ορισμού χαρακτήριζε τη Θεσσαλονίκη ως μία αμιγώς βαλκανική πόλη, χωρίς βλέψεις για κάτι ευρωπαϊκό.
Δεύτερον, το επίπεδο ασφαλείας για τον Τούρκο πρόεδρο Ερντογάν έχει αναβαθμιστεί τον τελευταίο μήνα, μετά τις συνεχείς εμπρηστικές δηλώσεις του για την κατάσταση στη Μέση Ανατολή. Όπως λοιπόν εξήγησε η Ελλάδα στην τουρκική πλευρά, η Αθήνα ως πρωτεύουσα και ως εκ τούτου πόλη συνηθισμένη σε υψηλής διαβάθμισης επισκέψεις μπορεί πληρέστερα να καλύψει την ανάγκη αυτή.
Τρίτον, σε μία από τις παραληρηματικού τύπου ομιλίες του το τελευταίο διάστημα, ο Ταγίπ Ερντογάν αναφερόμενος στο ενδιαφέρον της Τουρκίας για τις εξελίξεις στα εδάφη της πρώην Οθωμανικής αυτοκρατορίας μίλησε -μεταξύ πολλών άλλων- και για τη Θεσσαλονίκη. Η πόλη που έχει πρόσθετο ενδιαφέρον για τους Τούρκους ως γενέτειρα του Μουσταφά Κεμάλ Αττατούρκ αποτελεί σημείο αναφοράς για τον Ερντογάν, όποτε ο Τούρκος πρόεδρος θέλει να ανεβάσει του τόνους και να στείλει μηνύματα για τον μεγαλοϊδεατισμό που τον διακατέχει. Μετά, λοιπόν, τη συγκεκριμένη δήλωση τα αντανακλαστικά στο ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών λειτούργησαν ακαριαία και ξεκίνησε το σχέδιο για αλλαγή του τόπου συνάντησης.
Κανείς λογικός άνθρωπος δεν μπορεί να μην αναγνωρίσει τη βασιμότητα αυτών των τριών παραμέτρων. Αλλά το πρόβλημα με τις δημόσιες υποδομές στη Θεσσαλονίκη παραμένει. Δεν είναι δυνατόν η πόλη την οποία η Ελλάδα προόριζε και προορίζει -τουλάχιστον στη θεωρία- για επίκεντρο των Βαλκανίων και της Νοτιοανατολικής Ευρώπης να μη διαθέτει ένα δημόσιο κτήριο της προκοπής. Ένα κτήριο με τις απαραίτητες ανάσες, αλλά και τα πρωτόκολλα ασφαλείας για να υποδεχθεί διεθνείς αντιπροσωπείες και ξένους ηγέτες για επίσημες συναντήσεις.
Διότι τα ξενοδοχεία πολυτελείας αποτελούν πρακτικές λύσεις, αλλά ταυτόχρονα -χωρίς τα ίδια να έχουν κάποια ευθύνη- υπονομεύουν το κύρος της πόλης και της χώρας. Εκτός κι αν πιστεύει κανείς ότι σε πόλεις όπως το Παρίσι, το Λονδίνο, το Βερολίνο, ασφαλώς και την Αθήνα, υπάρχει περίπτωση επίσημη πολιτική διακρατική συνάντηση να φιλοξενηθεί σε κάποιο από τα πολλά -και καταπληκτικά- ξενοδοχεία πολυτελείας που διαθέτουν. Οι διεθνείς σχέσεις -όπως όλες οι πολιτικές σχέσεις- έχουν τους συμβολισμούς τους, οι οποίοι στις σοβαρές χώρες τηρούνται απαρέγκλιτα.
Με αυτά τα δεδομένα οι τοπικοί παράγοντες και φορείς ας φροντίσουν να καλύψει η Θεσσαλονίκη αυτό το κενό. Το Παλατάκι στην Αρετσού είναι μια πιθανή λύση, υπό την προϋπόθεση ότι αφενός θα συντηρηθεί και αφετέρου θα διαφυλαχθεί από τη φθορά της ενοικίασης για γάμους, αρραβώνες και... μπουζούκια.
Όσο για το κόστος της συντήρησης μάλλον είναι σχετικά περιορισμένο, έναντι όσων ξοδεύονται κάθε χρόνο στη Θεσσαλονίκη για λιγότερο ή περισσότερο χρήσιμα δημόσια έργα και για λιγότερο ή περισσότερο ενδιαφέρουσες πρωτοβουλίες και εκδηλώσεις.
ΥΓ. Από το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών προβάλλεται -ατύπως, ως διαρροή- το επιχείρημα ότι η απόφαση για την αλλαγή του τόπου συνάντησης ελήφθη όταν έγινε γνωστό ότι ο Ταγίπ Ερντογάν θα φτάσει στην Ελλάδα με μια συνοδεία 250 – 300 ατόμων. Μόνο που είναι γνωστό -πασίγνωστο σε όλους όσους παρακολουθούν στοιχειωδώς τις μετακινήσεις του Τούρκου προέδρου- ότι πάντα τον ακολουθεί ολόκληρο... καραβάνι. Πολύ περισσότερο που μαζί του θα έρθουν στη χώρα μας και αρκετοί υπουργοί. Επομένως όταν η κυβέρνηση ανακοίνωνε τη Θεσσαλονίκη ήξερε πολύ καλά την εικόνα, σε επίπεδο συνοδείας!