Οι περισσότερες χώρες στον πλανήτη είχαν λίγο πολύ σφυρίξει από το καλοκαίρι τη λήξη της πανδημίας του Covid-19. Ανάμεσά τους κι η δική μας. Άρση περιορισμών, εβδομαδιαία ενημέρωση, καταγραφή θανάτων και διασωληνωμένων με άγνωστο ωστόσο αριθμό κρουσμάτων, όλα αυτά συνθέτουν ένα τοπίο που έχει να κάνει με απλή παρακολούθηση του κορωνοϊού.
Είδαμε ενδιάμεσα και νέες παραλλαγές του ιού, αλλά το ευτύχημα ήταν πως εξασθένησε και δεν διαθέτει πλέον τις θανατηφόρες ιδιότητες που είχαν η Α, η Δ κι η Όμικρον για το κοινωνικό σύνολο γενικά - ο κίνδυνος περιορίστηκε στις ευπαθείς ομάδες και στις περιπτώσεις όπου «έτρεχαν» βαριές συννοσηρότητες. Πριν από λίγες μέρες μάλιστα ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) πιστοποίησε με τον πλέον επίσημο τρόπο πως έχουμε λήξη του υψηλού επιπέδου συναγερμού. Ουσιαστικά δηλ. μας είπε «πάμε παρακάτω, αλλά δεν έχουμε ξεμπερδέψει και τελείως».
Η απόφαση του ΠΟΥ μάλλον έχει κι αυτό που λένε αρκετοί ειδικοί, δηλ. τα χαρακτηριστικά μιας περισσότερο πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής επιλογής κι ίσως λιγότερο υγειονομικής. Υπάρχει εξήγηση γι΄ αυτό. Καταλαβαίνουμε όλοι πως τα δεινά που άφησε η πανδημία στους 38 μήνες που πολιόρκησε τον πλανήτη είναι πάρα πολλά. Θρήνος για τα εκατομμύρια θύματα, αγωνία για τα επίσης εκατομμύρια που επλήγησαν από τον Covid-19 και διανύουν την αχαρτογράφητη σχεδόν long Covid περίοδο με αναρίθμητα συμπτώματα που ακόμη μελετούν οι επιστήμονες. Δεν χρειάζεται να πούμε τι περάσαμε όλοι μας σε προσωπικό και οικογενειακό επίπεδο.
Τώρα η απόφαση του ΠΟΥ κάνει ένα restart στον πλανήτη. Δείχνει όμως και τον δρόμο για την επόμενη μέρα: ναι, προς το παρόν δεν χρειάζεται να είμαστε στα κόκκινα αλέρτ για τον κορωνοϊό, όμως πρέπει να δούμε πώς προετοιμαζόμαστε για να μην χρειαστεί να αντιμετωπίσουμε ξανά τέτοιες -απίστευτες- καταστάσεις. Το όχημα σε όλη αυτή τη διαδρομή μπροστά μας λέγεται «σύστημα υγείας». Αυτό πρέπει να θωρακίσουμε, αυτό πρέπει να προσέξουμε, αυτό πρέπει να διορθώσουμε. Δεν φτάνει να περιοριστούμε απλώς στο αυτονόητο «πάνω από όλα υγεία».
Άλλωστε, το βάρος που σήκωσε το δικό μας δημόσιο σύστημα υγείας το είδαμε όλοι. Το πόσο άντεξε χάρη στις προσπάθειες των ανθρώπων που το υπηρετούν το είδαμε κι αυτό. Τα κενά του, τις πληγές του που ήταν ανοιχτές για χρόνια κι αυτά τα διαπιστώσαμε. Ε, τώρα, νομίζω, δεν χωρά καμιά δικαιολογία να μην το ενισχύσουμε. Πραγματικά όμως κι όχι απλώς με λόγια του αέρα. Και μιας και η επίσημη λήξη της πανδημίας μάς βρίσκει λίγες μέρες πριν από τις εκλογές της 21ης Μαΐου, τα κόμματα είχαν ήδη την ευκαιρία να μας κάνουν γνωστές τις βασικές προτεραιότητές τους για την υγεία. Φτάνουν αυτά όμως; Αυτά τα συστήματα υγείας μπορούν να μας υπηρετήσουν αν είναι πάλι να αναμετρηθούμε με μια υγειονομική λαίλαπα του μέλλοντος, που κανείς πια δεν μπορεί να αποκλείσει; Είναι συστηματική, συντεταγμένη θωράκιση με σχέδιο και βιωσιμότητα ή είναι μπαλώματα;
Ας είμαστε επίσης ειλικρινείς όταν μιλάμε για τις χρόνιες ανοιχτές πληγές του κλάδου. Η Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας, για παράδειγμα, πρέπει πραγματικά να υπηρετεί και τις τρεις λέξεις της. Να είναι και πρωτοβάθμια, να είναι και φροντίδα και να είναι και υγείας. Ας δούμε επίσης με ειλικρίνεια γιατί λείπουν π.χ. ειδικότητες αιχμής -π.χ. αναισθησιολόγοι ή εντατικολόγοι- από κεντρικά νοσηλευτικά ιδρύματα και ιδιαίτερα στις μεγάλες πόλεις. Και παράλληλα, ας δούμε με καθαρή ματιά τα ζητήματα και τις ελλείψεις που βιώνουν οι κάτοικοι στην περιφέρεια. Τόσο στην ηπειρωτική όσο και στη νησιωτική χώρα.
Τώρα είναι η διπλή ευκαιρία: είναι η χρονική στιγμή της ανάπαυλας μετά την φρίκη της πανδημίας κι είναι κι η στιγμή του Ταμείου Ανάκαμψης. Ας πούμε τα σύκα σύκα και τη σκάφη σκάφη. Τα είδαμε όλα στην πανδημία. Είναι η ώρα να ορθώσουμε υγειονομικό ανάστημα. Αυτή θα είναι η αληθινή «ανάκαμψη». Όλα τα υπόλοιπα λίγο πολύ γίνονται. Όμως χωρίς την υγειά μας, τίποτε.