Στην προχθεσινή παρουσία του κυβερνητικού κλιμακίου στη Θεσσαλονίκη την παράσταση έκλεψε η αναφορά του Κ. Μητσοτάκη στην ακριβή ημερομηνία έναρξης των δρομολογίων των συρμών του μετρό της πόλης. Κάτι που εξηγείται με όρους ειδησεογραφίας, αφού πρόκειται για μια απολύτως συγκεκριμένη πληροφορία, η οποία αφορά πάνω από ένα εκατομμύριο ανθρώπους και επιπλέον «κλείνει» μια εκκρεμότητα 12 ετών. Ήταν, πάντως, μια προεξοφλημένη προ πολλού εξαγγελία και από αυτή την άποψη δεν έρχεται να προσθέσει κάτι καινούριο για τη Θεσσαλονίκη, η ατζέντα της οποίας εν πολλοίς διαμορφώθηκε στις δεκαετίες του 1980, του 1990 και του 2000. Γι’ αυτό άλλωστε τα βασικά θέματα της πόλης μέχρι τώρα σχετίζονται με τεχνικά έργα, που ήταν η προτεραιότητα εκείνων των εποχών. Και γι’ αυτό τα τελευταία 25 χρόνια υπάρχει αγωνιώδης προσπάθεια να «κλείσουν» τα μέτωπα αυτής της περιόδου, ώστε η Θεσσαλονίκη και η ευρύτερη περιοχή να μπουν στον… 21ο αιώνα.
Με αυτά τα δεδομένα η πιο στρατηγική και οραματική -επομένως και πολιτική- κουβέντα που ακούστηκε την Τρίτη ήταν από τον υπουργό Επικρατείας Άκη Σκέρτσο, ο οποίος αναφερόμενος στην εθνική στρατηγική για την περιφερειακή ανάπτυξη επισήμανε ότι «εθνικός στόχος είναι η διπλή σύγκλιση, κάτι που σημαίνει σύγκλιση με τα εισοδήματα στην ΕΕ και σύγκλιση της περιφέρειας με την Αττική». Άλλωστε, ο κ. Σκέρτσος, ως γέννημα θρέμμα Θεσσαλονικιός, που αναζήτησε την τύχη του στην πρωτεύουσα, γνωρίζει από πρώτο χέρι, όπως ο ίδιος τονίζει, τι σημαίνει το στρεβλό αθηνοκεντρικό μοντέλο ανάπτυξης των προηγούμενων δεκαετιών που στέρησε πολλές αναπτυξιακές ευκαιρίες από τις υπόλοιπες περιφέρειες της χώρας.
Βέβαια, η περιφερική σύγκλιση εντός της χώρας δεν αποτελεί καινούργιο θέμα -το αντίθετο-, αλλά η σχετική αναφορά έχει πάντα τη σημασία της. Με την έννοια ότι ενδεχομένως όσο πιο συχνά αναφέρεται κάποιος στόχος, τόσο πιο εφικτός μοιάζει, έστω ψυχολογικά. Διότι στην Ελλάδα η περιφερειακή ανάπτυξη, όσο και η συνακόλουθη αποκέντρωση, αποτελούν ανοιχτά στοιχήματα, που με τα σημερινά δεδομένα είναι αμφίβολο εάν μπορούν να κερδηθούν. Αλλά το να τα συζητάμε είναι καλύτερο από το να τα αγνοούμε.
Προφανώς η υλοποίηση αυτών των στόχων είναι κάτι δύσκολο, απαιτεί χρονικό βάθος και -κυρίως- είναι ελάχιστα θεαματικό. Δεν μπορεί να ενταχθεί σε κάποιον πολιτικό κύκλο και γι’ αυτό δεν μπαίνει σε θέση προτεραιότητας. Το βασικότερο: απαιτεί το… ανακάτεμα κατεστημένων συμφερόντων, τα οποία μόνο αμελητέα δεν μπορούν να χαρακτηριστούν. Άλλωστε, η πραγματικότητα ότι εδώ και πολλές δεκαετίες έχει δημιουργηθεί στην Αττική ένα υπερ-κέντρο, όπου διαβιεί το 50% του πληθυσμού της χώρας, θέτει εκ των πραγμάτων όρια και περιορισμούς. Τα 5 – 5,5 εκατομμύρια των ανθρώπων που ζουν στην περιοχή της πρωτεύουσας έχουν εξαιρετικά ισχυρή πολιτική, οικονομική και κοινωνική επιρροή. Και ανάλογη δυναμική, που κανείς δεν μπορεί να αγνοήσει. Επομένως η προσπάθεια για αλλαγή των ισορροπιών είναι πολύ δύσκολη.
Το κακό για το πολιτικό προσωπικό που έχει αγαθές επί του θέματος προθέσεις -όπως ενδεχομένως ο κ. Σκέρτσος- είναι ότι στη συγκεκριμένη υπόθεση της περιφερειακής ανάπτυξης ισχύει απολύτως η παροιμία «χωρίς να σπάσουν αβγά, ομελέτα δεν γίνεται». Τώρα αν και ποιος θέλει ή αν και ποιος μπορεί να… σπάσει αβγά στην Ελλάδα είναι διαφορετική υπόθεση. Ή μάλλον ζητούμενο. Ασφαλώς η κυβέρνηση -κάθε κυβέρνηση- έχει την ευχέρεια κινήσεων, ώστε να υπάρξει περιορισμένη άμβλυνση των περιφερειακών ανισοτήτων. Αλλά το τελικό αποτέλεσμα -ακόμη και το πιο πετυχημένο- δεν μπορεί να είναι τίποτα περισσότερο από το πλασάρισμα μιας κάποιας βελτίωσης, που θα βαφτιστεί με πολιτικούς όρους σημαντική, αλλά θα απέχει πολύ από το δέον, δηλαδή το ευρωπαϊκό πρότυπο των ανεπτυγμένων χωρών. Διότι η πραγματική, δηλαδή η θεσμική περιφερειακή ανάπτυξη και η συνακόλουθη περιφερειακή σύγκλιση, στην οποία οφείλει να στοχεύει η πολιτική εξουσία της χώρας, απαιτεί βαρύτατες αποφάσεις μόνιμης μεταφοράς ανθρώπινων και οικονομικών πόρων, αλλά και αποφάσεων από το κέντρο στην περιφέρεια. Κάτι που αν και ευνοείται από τη νοοτροπία και το καθεστώς της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην Ελλάδα είναι δύσκολο να εφαρμοστεί τόσο για πολιτικούς λόγους -Πύρρος Δήμας με τόσο γερές πλάτες υπήρξε μόνο στην Άρση Βαρών-, όσο και εξαιτίας αντικειμενικών συνθηκών.
Μέχρι αυτή τη στιγμή -Αύγουστος 2024- «Ελλάδα είναι μόνο η Αθήνα», αλλά -στην Ελλάδα συχνά οι ειδήσεις ξεκινούν από ένα αλλά- υπάρχουν και οι πιο αισιόδοξοι. Είναι αυτοί που πιστεύουν ότι όποιος ειλικρινώς φιλοδοξεί τη μεγέθυνση του αποτυπώματος της χώρας, ώστε να βελτιωθεί το επίπεδο, η ποιότητα ζωής και οι προοπτικές των πολιτών της, δεν μπορεί να αγνοήσει την αποκέντρωση. Η περιφερειακή ανάπτυξη που πηγαίνει «πακέτο» με τη μεταφορά δομών, αρμοδιοτήτων και πόρων από το κέντρο στην υπόλοιπη χώρα, αποτελεί νομοτέλεια. Προφανώς δεν πρόκειται για διαδικασία στον αυτόματο πιλότο. Διότι η ζωή μπορεί να λύνει τα προβλήματα, αλλά το κάνει αργά, βασανιστικά και σε μεγάλο βάθος χρόνου, όταν πραγματικά μια κατάσταση δεν πάει άλλο. Το θέμα είναι να μη φτάσουμε εκεί, διότι θα είναι πολύ αργά. Σήμερα χρειάζονται πολιτική βούληση, τολμηρές πρωτοβουλίες και ειδικοί χειρισμοί, ώστε η αποκέντρωση να προωθηθεί συντεταγμένα και σε λογικό χρόνο. Άλλωστε το παραγωγικό μοντέλο της χώρας έχει εξαντλήσει τα όριά του στην Αττικοβοιωτία και συντηρείται μόνο λόγω του μεγάλου πληθυσμού του λεκανοπεδίου της πρωτεύουσας, της παρουσίας των βασικών αρμών της εξουσίας σε δύο – τρία τετράγωνα στο κέντρο της Αθήνας, αλλά και του τουρισμού που συγκεντρώνει η πόλη λόγω των αρχαιοτήτων και της ιστορίας της.
Την ίδια στιγμή υπάρχουν περιοχές στην ελληνική περιφέρεια που εκ των πραγμάτων διαβαίνουν τον Ρουβίκωνα και δρομολογούν διαδικασίες μερικού απογαλακτισμού, τόσο κοινωνικά όσο και οικονομικά. Είτε λόγω της σύγχρονης ανάπτυξης, που προσφέρει πλούτο, δουλειές και κοσμοπολιτισμό, είτε λόγω της επιστροφής των νέων ανθρώπων, που έφυγαν από τη χώρα στη διάρκεια της κρίσης για ένα καλύτερο μέλλον και σήμερα βλέπουν κάποιες προοπτικές στα πάτρια εδάφη. Η Κρήτη με τον τουρισμό, τον σύγχρονο πρωτογενή τομέα και την τεχνολογία και τα Ιωάννινα με την ψηφιακότητα και τους πολυάριθμους εργασιακούς νομάδες είναι δύο πολύ καλά παραδείγματα, επειδή η αναφορά και το βλέμμα τους δεν είναι μόνο προς το εσωτερικό της χώρας, αλλά κυρίως προς το εξωτερικό. Επίσης και στη Θεσσαλονίκη κάποια πράγματα κινούνται, κυρίως κάτω από τα ραντάρ.
Υ.Γ. Τις τελευταίες ημέρες έχει αναδυθεί και πάλι στο προσκήνιο με δραματικό τρόπο το πρόβλημα της επάρκειας νερού για την πρωτεύουσα. Της λειψυδρίας, που σύμφωνα με κάποιους επιστήμονες, θα είναι σύντομα ικανή να… διώξει κατοίκους από το κεντρικό λεκανοπέδιο της χώρας. Προς Θεού, ας μη φτάσει η Ελλάδα να χρειάζεται την κλιματική αλλαγή και τα δράματά της για να επιτύχει κάποιους στόχους!