Αναστάτωση επικρατεί αυτές τις ημέρες στην Καλαμαριά επειδή σε ένα οικόπεδο δύο στρεμμάτων επί της Θεμιστοκλή Σοφούλη, πάνω στη θάλασσα, οι ιδιοκτήτες ετοιμάζονται να σηκώσουν μία πολυκατοικία. Πρόκειται για έναν χώρο στον οποίο και παλαιότερα είχε επιχειρηθεί οικοδόμηση, κάτι που δεν είχε προχωρήσει εξαιτίας της αντίδρασης του δήμου και φορέων της περιοχής, ενώ είναι πιθανόν το σχέδιο να φρέναρε και η κακή οικονομική συγκυρία της δεκαετίας του 2010.
Σήμερα η νεοεκλεγείσα δήμαρχος Χρύσα Αράπογλου, που θα αναλάβει από τις αρχές του 2024, αλλά και άλλες δημοτικές παρατάξεις, αντιδρούν διότι -όπως υποστηρίζουν- σε μια πόλη με υπερβολικό τσιμέντο καλό θα ήταν ο συγκεκριμένος χώρος, όπως κι ένα παρακείμενο οικόπεδο 8 στρεμμάτων της Εθνικής Τράπεζας, να γίνουν χώροι πρασίνου προς όφελος των κατοίκων της περιοχής και του δήμου. Ζητούν, μάλιστα, από τον σημερινό -και απερχόμενο- δήμαρχο να κινητοποιηθεί, ώστε να ξεκινήσουν επαφές και συζητήσεις με τους ιδιοκτήτες, οι οποίοι φυσικά θα πρέπει να αποζημιωθούν μέσω της διαδικασίας απαλλοτρίωσης.
Σε γενικές γραμμές η άποψη ότι οι εναπομείναντες ελεύθεροι χώροι στο πολεοδομικό συγκρότημα Θεσσαλονίκης, που κατέχει αρνητικό ευρωπαϊκό ρεκόρ στην κάλυψη πρασίνου, πρέπει να αξιοποιηθούν για την ενίσχυση του πράσινου αποτυπώματος είναι σωστή. Το πρόβλημα είναι πώς ακριβώς θα εφαρμοστεί όταν υπάρχουν τα ακόλουθα δεδομένα:
Πρώτον, στις περιπτώσεις απαλλοτριώσεων εκ μέρους του δημοσίου ή κάποιου φορέα του δημοσίου οι διαδικασίες είναι αργές και οι αποζημιώσεις μικρές, σε σχέση τουλάχιστον με την εμπορική αξιοποίηση ενός ακινήτου.
Δεύτερον, το ίδιο το δημόσιο και οι φορείς του συχνά δίνουν το εντελώς αντίθετο παράδειγμα. Ποιος στη Θεσσαλονίκη ξεχνάει ότι το δημαρχιακό μέγαρο της πόλης, όπου στεγάζεται ο δήμος Θεσσαλονίκης, κατασκευάστηκε σε ένα από τα ελάχιστα αδόμητα οικόπεδα -και γι’ αυτό φιλέτο- της πόλης, το πρώην στρατόπεδο Τσιρογιάννη; Για να ικανοποιηθεί η ματαιοδοξία κάποιων παραγόντων της πόλης, διακομματικής προέλευσης, η πόλη θυσίασε έναν χώρο που θα μπορούσε -και έπρεπε- να γίνει μητροπολιτικό πάρκο. Αντ’ αυτού υπάρχει ένα αντιαισθητικό… παλάτι, το οποίο «χαίρονται» οι δημοτικές διοικήσεις και οι εργαζόμενοι του δήμου και ουδείς άλλος. Ως γνωστόν εδώ και χρόνια η παρουσία δημοτών στο δημαρχιακό μέγαρο είναι περιορισμένη, διότι δεν υπάρχει λόγος. Και όσο περνούν τα χρόνια και επεκτείνεται η ψηφιακότητα, τόσο λιγότερο θα χρειάζεται σε κάποιον να έρθει σε κοντινή επαφή με το δήμο του.
Αυτή την περίοδο στο επίκεντρο των συζητήσεων στη Θεσσαλονίκη βρίσκεται και η προοπτική ανάπλασης του εκθεσιακού κέντρου της ΔΕΘ – Helexpo στο κέντρο της Θεσσαλονίκης. Η ιδέα για την μετατροπή των 180 στρεμμάτων σε μητροπολιτικό πάρκο έχει γοητεύσει πολλούς, οι οποίοι ζητούν τη μεταφορά της ΔΕΘ περιφερειακά, στα δυτικά ή στα ανατολικά, του πολεοδομικού συγκροτήματος. Η ίδια η ΔΕΘ – Helexpo, ως δημόσιος φορέας, επιμένει ότι το εκθεσιακό κέντρο πρέπει να παραμείνει στο κέντρο της πόλης, θέση που υποστηρίζει με επιχειρησιακά και λειτουργικά επιχειρήματα, τα οποία -προφανώς- υπερτερούν του περιβαλλοντικού ενδιαφέροντος. Ο καθένας τη δουλειά του -με την καλή έννοια!
Αλλά και το στρατόπεδο του Γ΄ Σώματος Στρατού, το οποίο επίσης θα μπορούσε να αξιοποιηθεί προς όφελος του περιβάλλοντος και της κοινωνίας της πόλης, παραμένει ενεργό στην καρδιά του πολεοδομικού συγκροτήματος, χωρίς προφανή επιχειρησιακό λόγο. Ποιος, όμως, υπουργός Εθνικής Άμυνας ή στρατηγός θα πάρει την ευθύνη να λειτουργήσει σε αυτή την κατεύθυνση; Εδώ το στρατιωτικό νοσοκομείο, το περίφημο «424» μεταφέρθηκε πριν 20 χρόνια σε υπερσύγχρονο κτήριο στην περιφερειακή οδό, αλλά οι Ένοπλες Δυνάμεις επιμένουν να διακρατούν και να αξιοποιούν κατά βούληση και για τις δικές τους ανάγκες το ακίνητο του παλιού νοσοκομείου, ακριβώς κάτω από την πανεπιστημιούπολη. Όταν οι ίδιοι οι δημόσιοι φορείς δεν δίνουν το παράδειγμα γιατί να περιμένουμε περίσσευμα ευαισθησίας από τους ιδιώτες;
Το κλειδί για την επίλυση όλων αυτών των προβλημάτων είναι ενδεχομένως μία συνολική και σοβαρή προσέγγιση της βιωσιμότητας των ελληνικών πόλεων -εν προκειμένω του πολεοδομικού συγκροτήματος Θεσσαλονίκης- από το κράτος, στο οποίο τελικά καταλήγουν όλα τα σοβαρά θέματα αυτού του τόπου. Στο πλαίσιο μιας γενικότερης διευθέτησης και ρύθμισης ευκολότερα ξεπερνιούνται τα ατομικά προβλήματα και οι ιδιοτελείς αγκυλώσεις. Διότι, όπως συμβαίνει συνήθως, η ανάδειξη των ζητημάτων ανά περίπτωση και λόγω συγκυρίας δημιουργεί προϋποθέσεις αντιρρήσεων, αντιδράσεων, νομικών προσφυγών. Όλα αυτά που στο τέλος καταλήγουν σε διαρκή εκκρεμότητα, ακινησία, παραλυσία και τελικά στασιμότητα.
Το ζήτημα της περιφρόνησης του δημόσιου χώρου στην Ελλάδα είναι στρατηγικής σημασίας θέμα και έχει μεγάλο βάθος. Πρόκειται για ένα ζήτημα πολιτικό, τόσο με την ευρεία, όσο και με τη στενή έννοια του όρου. Ίσως γι’ αυτό κανείς από τους πολιτικούς -ιδιαίτερα από αυτούς που δηλώνουν ότι δεν λογαριάζουν το πολιτικό κόστος- δεν το αγγίζει. Πρόκειται για θέμα που υπογραμμίζει με χρώμα κόκκινο της φωτιάς τη νοοτροπία ιδιώτευσης που κυριαρχεί στην ελληνική κοινωνία και ταυτόχρονα εξηγεί πολλά από τα στραβά κι ανάποδα της χώρας. Διότι, εάν εξαιρέσει κανείς τους αρχαιολογικούς χώρους, ουδείς Έλληνας -πλην εξαιρέσεων- υπερηφανεύεται για οτιδήποτε υπάρχει σε δημόσιο χώρο. Ένα πάρκο, ένα θέατρο, ένα ΚΑΠΗ, μία πλατεία, μία παιδική χαρά θα είναι πάντοτε υποδεέστερα στην αντίληψη των περισσοτέρων κατοίκων αυτής της χώρας από ένα καλοστημένο διαμέρισμα με τρεις τηλεοράσεις, ένα καινούριο αυτοκίνητο SUV ή μία βίλα με προνομιακή θέα.
Σε αντίθεση με τον κάτοικο της Νέας Υόρκης που δείχνει στον επισκέπτη με ενθουσιασμό το Central Park και το Μητροπολιτικό Μουσείο ή τον Μοσχοβίτη που υπερηφανεύεται για την Κόκκινη Πλατεία και το θέατρο Μπολσόι οι Θεσσαλονικείς -για να περιοριστούμε στην πόλη μας- αδιαφορούν πλήρως για τα δημόσια κτίρια, τις πλατείες και τους άλλους κοινόχρηστους χώρους, στους οποίους άλλωστε συμπεριφέρονται σαν κάτι όχι απλώς ξένο, αλλά μισητό. Γι’ αυτό αποδέχθηκαν απαθώς το τσιμεντάρισμα του στρατοπέδου Τσιρογιάννη και αύριο μεθαύριο την οικοδόμηση καθ’ ύψος του εκθεσιακού κέντρου της ΔΕΘ. Γι’ αυτό και δεν ενοχλούνται από το γεγονός ότι τα πάρα πολλά στρέμματα του Γ΄ Σώματος Στρατού παραμένουν επί της ουσίας ανενεργά και σε αχρηστία. Πρόκειται για χαρακτηριστικές περιπτώσεις που δρομολογεί ή… παγώνει το ίδιο το δημόσιο, το οποίο με τη σειρά του -όπως συμβαίνει στην Καλαμαριά- ζητά ή μάλλον θέλει να επιβάλλει ευαισθησία στους ιδιώτες, τους οποίους διαπαιδαγωγεί με τα ακριβώς αντίθετα πρότυπα.