Ο δημόσιο τομέας στην Ελλάδα έχει παράδοση στα μεγάλα, πολυπρόσωπα διοικητικά σχήματα. Αρχής γενομένης από τις κυβερνήσεις, που έχουν διευρυμένη σύνθεση, παρά τις συνήθεις προεκλογικές εξαγγελίες των υποψήφιων πρωθυπουργών για «μικρά και ευέλικτα υπουργικά συμβούλια», που δεν έχουν τηρηθεί ποτέ. Αν και ο σημερινός πρωθυπουργός απέφυγε να αναφερθεί προεκλογικά στο θέμα, η τωρινή κυβέρνηση Μητσοτάκη, με τους 61 υπουργούς, αναπληρωτές υπουργούς και υφυπουργούς -χώρια οι γενικοί και ειδικοί γραμματείς-, είναι από τις μεγαλύτερες που έχουν υπάρξει μεταπολιτευτικά. Το αν το ευρύ πλήθος των προσώπων με εκτελεστικά κυβερνητικά καθήκοντα θα αποδειχθεί ένα αποδοτικό σχήμα είναι κάτι που θα ξεκαθαρίσει μελλοντικά, όταν θα έρθει η ώρα του απολογισμού. Συνήθως, πάντως, το μέγεθος του κυβερνητικού σχήματος στη χώρα μας δεν συνδέεται με την απόδοση μιας κυβέρνησης, ίσως μάλιστα σε ορισμένες περιπτώσεις έχει αποτελέσει ανασταλτικό παράγοντα.
Σε τοπικό επίπεδο η ανακοίνωση του διοικητικού σχήματος που από την 1η Ιανουαρίου 2024 αναλαμβάνει τον δήμο Θεσσαλονίκης, υπό τον δήμαρχο Στέλιο Αγγελούδη, ξένισε για τον ίδιο λόγο. Επειδή η διοικητική ομάδα του νέου δημάρχου είναι ασυνήθιστα πολυπληθής, αφού στον βασικό πυρήνα της υπάρχουν 14 αντιδήμαρχοι και 11 εντεταλμένοι σύμβουλοι, συνολικά 25 θέσεις. Τα πρόσωπα που επέλεξε ο κ. Αγγελούδης ήταν μάλλον αναμενόμενα, ένα μείγμα εκλεγμένων δημοτικών συμβούλων και παλαιών γνώριμων του δημάρχου, τους οποίους εμπιστεύεται. Κι εδώ το ερώτημα εάν το μεγάλο διοικητικό σχήμα αποδώσει θα απαντηθεί στην ώρα του απολογισμού.
Γιατί, όμως, ενώ από πολιτική άποψη το θέμα του μικρού κυβερνητικού σχήματος -εξ’ αντανακλάσεως και της δημοτικής διοίκησης- τίθεται μετ’ επιτάσεως -άρα συνιστά αίτημα- στην πράξη δεν τηρείται; Και γιατί το ελληνικό σύστημα επιλέγει τα πολυπληθή σχήματα σε αντίθεση για παράδειγμα με ανεπτυγμένες ευρωπαϊκές χώρες, που βολεύονται με πολύ λιγότερους υπουργούς και ακόμη λιγότερους δημοτικούς αξιωματούχους;
Ίσως η απάντηση να έχει σχέση με το οργανωτικό επίπεδο των μόνιμων δομών του δημοσίου, που στις ανεπτυγμένες χώρες της Ευρώπης είναι υπερ-ώριμες και αποδοτικές, σε αντίθεση με ό, τι ισχύει στην Ελλάδα, όπου ο αστικός μύθος επιμένει πως εάν ο εκάστοτε βαθμίδας αιρετός (πρωθυπουργός, υπουργός, δήμαρχος, αντιδήμαρχος κλπ.) δεν αναπνέει ακριβώς επάνω από τον τομέα ευθύνης του, τίποτα δεν προχωράει, τουλάχιστον με τους αναγκαίους και επιθυμητούς ρυθμούς. Είναι χαρακτηριστικό ότι πριν από μερικά χρόνια σε μια δημοσιογραφική ενημέρωση για θέματα ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στο Βερολίνο έγινε γνωστό πως σε ορισμένες πτυχές του συγκεκριμένου πεδίου εμπλέκονται έως και επτά υπουργεία, κάτι που εκ πρώτης όψεως φαντάζει σε επίπεδο γραφειοκρατίας φρικιαστικό. Όταν όμως τέθηκε το ζήτημα του χρόνου συνεννόησης αυτών των επτά υπουργείων, προκειμένου να λυθεί ένα πρόβλημα, η απάντηση ήταν αποστομωτική: 20 (ολογράφως είκοσι) λεπτά! Υπήρχαν, βλέπετε, δύο προϋποθέσεις. Αφενός η ηλεκτρονική αλληλογραφία και αφετέρου οι κατάλληλες εξουσιοδοτήσεις, που εξασφαλίζουν αυτενέργεια στελεχών και αποκέντρωση αποφάσεων.
Ο δήμος Θεσσαλονίκης, όπως αποδείχθηκε τα πολλά τελευταία χρόνια, είναι οργανισμός με σοβαρά λειτουργικά προβλήματα και γι’ αυτό μέτρια έως κακή αποδοτικότητα. Προφανώς η νέα διοίκηση που -όπως κάθε νέα διοίκηση- θέλει να διορθώσει τις ανορθογραφίες, έχει διαγνώσει τις αιτίες αυτών των προβλημάτων και δρομολογεί αναλόγως τις κινήσεις και τις πρωτοβουλίες της. Εάν η λύση ή μέρος της λύσης είναι η προσωπική εποπτεία κάθε τομέα και υποτομέα από κάποιον αντιδήμαρχο ή εντεταλμένο σύμβουλο τότε καλώς το σχήμα είναι πολυπρόσωπο. Αλλά αυτό μένει να φανεί. Διότι σε πολλές περιπτώσεις τα πολυπρόσωπα σχήματα, ιδιαίτερα όταν συνδέονται με πολιτικές διαδικασίες όπως είναι οι εκλογές, προκύπτουν όχι μόνο από τις πραγματικές ανάγκες, αλλά και από δύο ακόμη λόγους: αφενός την ικανοποίηση κάποιων αιτημάτων και την εξ’ αυτού τήρηση κάποιων ισορροπιών και αφετέρου τη διάχυση των ευθυνών.
Άλλωστε και ο ίδιος ο Στέλιος Αγγελούδης αναγνωρίζει τον μεγάλο αριθμό των μελών του διοικητικού σχήματος που όρισε. Διαφορετικά δεν θα είχε λόγο ούτε να θεσπίσει άμισθες αντιδημαρχίες, ούτε να τονίσει το συγκεκριμένο δεδομένο στην ανακοίνωση που εξέδωσε. Μόνο που στο τέλος της ημέρας εκείνο που θα μετρήσει δεν είναι εάν υπάρχουν τρεις λιγότερες ή περισσότερες αντιμισθίες αντιδημάρχων, αλλά το αποτέλεσμα της δουλειάς του σχήματος. Η δυνατότητα, δηλαδή, συντονισμού ενός συστήματος κάτι που -επειδή στην Ελλάδα βρισκόμαστε- δεν είναι εξ’ ορισμού δεδομένο. Αντίθετα, ελλοχεύει ο κίνδυνος φαινομένων βαβέλ ασυνεννοησίας, σε περίπτωση που απουσιάσει τόσο το πνεύμα, όσο και η πρακτική συνεργασιών. Αλλά αυτό είναι υποχρέωση του επικεφαλής, εν προκειμένω του νέου δημάρχου, να το διασφαλίσει.