Skip to main content

Η προεκλογική αντιπαράθεση για τον δήμο Θεσσαλονίκης διολισθαίνει σε καρικατούρα

Για να υπάρξει πέριξ των δημοτικών υποθέσεων δημιουργική αντιπαράθεση οι υποψήφιοι οφείλουν να ανοίξουν τα χαρτιά τους και να γίνουν πολύ συγκεκριμένοι

Η Ελλάδα είναι δημοκρατική χώρα. Ανεξαρτήτως της ποιότητας και του βάθους της δημοκρατίας που έχει διαμορφωθεί σε 50 περίπου χρόνια της μεταπολίτευσης, οι Έλληνες πιστεύουν σε αυτήν και επίσης συμμετέχουν σε συλλογικές διαδικασίες. Από την κεντρική πολιτική σκηνή, την αυτοδιοίκηση και τα κόμματα, μέχρι τις πρωτοβάθμιες, δευτεροβάθμιες και τριτοβάθμιες οργανώσεις εργαζομένων και εργοδοτών, Επιμελητήρια, συλλόγους, σωματεία και τα συναφή ένα υψηλότατο ποσοστό των Ελλήνων πολιτών συμμετέχει ενεργά σε διαδικασίες, ορισμένες με σημασία, οι περισσότερες άνευ ουσίας. Αλλά, πάντως, αυτό το υψηλό ποσοστό του κοινωνικού συνόλου δεν αδιαφορεί, ούτε γυρνάει την πλάτη του στη συλλογική δράση και έκφραση.

Η ποιοτική διάσταση αυτής της γενικής διαπίστωσης εξαρτάται από το πεδίο στο οποίο δοκιμάζονται οι δημοκρατικές διαδικασίες. Για παράδειγμα, με άλλο πνεύμα προσέρχεται κάποιος στη γενική συνέλευση της πολυκατοικίας που ζει και με άλλης βαρύτητας υπευθυνότητα ο βουλευτής στις συνεδριάσεις της Βουλής. Επίσης, διαφορετικές μεθόδους και μεγαλύτερη ένταση χρησιμοποιεί ο υποψήφιος δήμαρχος, έναντι του υποψηφίου προέδρου ενός Επιμελητηρίου. Αντίστοιχα ο υποψήφιος πρωθυπουργός συνήθως εμφανίζεται πιο οργανωμένος από τον υποψήφιο δήμαρχο. Όλα αυτά έχουν σημασία επειδή εντός του 2023 στην Ελλάδα θα πραγματοποιηθούν μετά βεβαιότητας τόσο εθνικές, όσο και αυτοδιοικητικές εκλογές. Δύο εκλογικές διαδικασίες διαφορετικής στόχευσης, κάτι που συνήθως καταγράφονται στις προεκλογικές περιόδους, στη διάρκεια των οποίων όμως, συχνά οι πρωταγωνιστές… μπερδεύουν τους ρόλους τους. Με αποτέλεσμα το σκηνικό να εκπίπτει από μια υγιή διαδικασία σε καρικατούρα. Όταν, δηλαδή, ένας υποψήφιος πρωθυπουργός προσεγγίζει τα θέματα με την τοπική… μικροματιά υποψηφίου δημάρχου ή -αντίστροφα- ένας υποψήφιος δήμαρχος εμφανίζεται τόσο… σπουδαιοφανής, όσο οι επίδοξοι ένοικοι του Μεγάρου Μαξίμου.

Την περίοδο που διανύουμε η προεκλογική περίοδος στον δήμο Θεσσαλονίκης έχει καθημερινά επεισόδια. Διότι μπορεί να απέχουμε εφτά μήνες από τις εκλογές –στο μεταξύ μεσολαβούν κρίσιμες εθνικές κάλπες πιθανότατα επί δύο-, αλλά η ένταση ανεβαίνει. Σε ορισμένες περιπτώσεις, δε, διαμορφώνει κάποιος την εντύπωση ότι αυτή η προεκλογική περίοδος για τον δήμο εξελίσσεται ως μικρογραφία της κεντρικής πολιτικής αναμέτρησης, τουλάχιστον σε επίπεδο προσώπων. Αυτό που βλέπουμε από ορισμένους υποψηφίους δημάρχους είναι μια καθημερινή και εφ’ όλης της ύλης καταγγελία προς τον νυν δήμαρχο. Η τακτική είναι γνωστή και την ακολουθούν διαχρονικά όλα τα αντιπολιτευόμενα κόμματα, έναντι της εκάστοτε κυβερνήσεως. Εδράζεται στο γεγονός ότι όλα τα πράγματα έχουν περισσότερες από μία όψεις και ο καθένας προβάλει αυτή που (θεωρεί ότι) τον συμφέρει. «Γιατί δεν κάνεις αυτό» λέει η αντιπολίτευση και αν τύχει η κυβέρνηση να το επιχειρήσει, την κατηγορεί για καθυστέρηση. «Δώσε αυξήσεις» απαιτούν οι αντιπολιτευόμενοι, αλλά εάν τύχει να δοθούν αυξήσεις είναι πάντα «μικρές και δίνονται αργά». Πρόκειται εμφανώς για στείρα τακτική, που στο επίπεδο της κεντρικής πολιτικής σκηνής έχει μία δικαιολογία –όχι πραγματική εξήγηση- για την γενικότητα και την ισοπεδωτική της λογική. Απευθύνεται στο σύνολο της χώρας και των πολιτών, από τον Έβρο μέχρι την Κρήτη και από τη Ρόδο μέχρι την Κέρκυρα, κάτι που σημαίνει ότι εκφράζει μια γενική γραμμή, η οποία (υποτίθεται ότι) εξειδικεύεται σε βάθος χρόνου και κατά τόπους. Επίσης υπηρετεί την κατεστημένη, αλλά καθόλου σύγχρονη, αντίληψη ότι και στον 21ο αιώνα η πολιτική ασκείται στην πράξη με βάση την ιδεολογία, την ιστορία και τα αντιθετικά σχήματα- άσπρο μαύρο, καλό κακό.

Όταν αυτή η ισοπεδωτική λογική επικρατεί στη μικρογραφία της αυτοδιοίκησης απλώς μεταμορφώνεται σε καρικατούρα και τα πράγματα χάνουν το ενδιαφέρον τους. Σε μια σχετικά μικρή και περιορισμένη κοινωνία, όπως είναι η Θεσσαλονίκη, όλα είναι ξεκάθαρα. Ποιος δήμαρχος κάνει και ποιος δεν κάνει. Ποιος κινείται γρήγορα και ποιος καθυστερεί. Ποιος είναι αποτελεσματικός στα θέματα της καθημερινότητας και ποιος όχι. Ποιος είναι ο οραματιστής και αυτό βοηθάει την πόλη και ποιος λέει μόνο λόγια του αέρα. Όλα αυτά σημαίνουν ότι για να υπάρξει πέριξ των δημοτικών υποθέσεων δημιουργική αντιπαράθεση και οι πολίτες να βγάλουν τα συμπεράσματά τους, οι υποψήφιοι οφείλουν να ανοίξουν τα χαρτιά τους. Τι θα έκανε ο καθένας αν ήταν στη θέση του δημάρχου, σε ποιο χρόνο, με ποιες κινήσεις, ποιο κόστος και ποιους πόρους. Το να πετροβολάει απλώς κάποιος τη δημοτική αρχή, όπως ο αρχηγός της αντιπολίτευσης τον πρωθυπουργό, δεν έχει γοητεία, ούτε παίρνει διαστάσεις για να συζητηθεί. Πολύ απλά διότι ούτε οι δημοτικές παρατάξεις, ούτε τα πρόσωπα που τις απαρτίζουν, διαθέτουν τη φόρτιση των πρωταγωνιστών της κεντρικής πολιτικής σκηνής. Γι’ αυτό και η προσέγγιση των αυτοδιοικητικών θεμάτων με κομματικούς ή ιδεολογικούς όρους τα τελευταία χρόνια αποτυγχάνει. Τουλάχιστον στη Θεσσαλονίκη.

Ας θυμηθούμε πώς εξελέγησαν –και κόντρα σε ποιές λογικές- οι δύο τελευταίοι δήμαρχοι, τόσο ο Γιάννης Μπουτάρης, όσο και ο Κωνσταντίνος Ζέρβας. Το αν ως δήμαρχοι απέδειξαν την επάρκειά τους είναι άλλο ζήτημα. Οι καλές, μέτριες ή κακές επιδόσεις τους μένει να αποδειχθούν, να αναδειχθούν, να αποκαλυφθούν, δια της συγκρίσεως που οφείλουν να τροφοδοτήσουν οι αντίπαλοί τους, όσοι ενδιαφέρονται να πάρουν τη θέση τους. Διαφορετικά οι κούφιες, τετριμμένες και γενικόλογες καταγγελίες προκαλούν πλήξη και βαρεμάρα. Οδηγούν στην αδιαφορία. Εκτός και αν ο συνομιλητής κάποιου υποψηφίου είναι το… είδωλό του, οπότε ο αυτοθαυμασμός έρχεται μοιραία. Για να δικαιωθεί και ο αξέχαστος Μανώλης Ρασούλης, που δεκαετίες πριν προσπαθούσε να προσγειώσει τους απανταχού νάρκισσους τραγουδώντας δια του αξέχαστου Νίκου Παπάζογλου «Στον καθρέφτη του κοιτιέσαι / κι από μόνη σου αγαπιέσαι».