Στην Ελλάδα ευδοκιμούν αποκλειστικά οι οριζόντιες λύσεις, ενώ οι μόνες λίστες που γίνονται αποδεκτές είναι οι στρατιωτικού τύπου επετηρίδες. Οτιδήποτε ξεφεύγει από τα δύο αυτά καλούπια είναι εξ’ ορισμού καχύποπτο, αφού στη χώρα μας μόνο η ζωή και η φύση μπορούν να βάζουν κανόνες, όχι οι άνθρωποι. Ούτε καν οι θεσμοί, τους οποίους έτσι κι αλλιώς τους αποτελούν άνθρωποι με στόχους και ενίοτε με οράματα. Μόνο που η σύγχρονη ζωή έχει εξελιχθεί σε εξαιρετικά πολύπλοκη κατάσταση, ώστε να υπακούει μόνο σε απλοϊκούς κανόνες.
Η περίπτωση των αντιδράσεων στον Εύοσμο για τη δημιουργία Ωνάσειων, δηλαδή πρότυπων σχολείων, είναι χαρακτηριστική. Οι μαθητές, οι εκπαιδευτικοί και οι γονείς που απορρίπτουν τη δημιουργία αυτών των σχολικών μονάδων στην περιοχή τους διατυπώνουν επιχειρήματα γνωστά επί χρόνια. Ότι οι αίθουσες δεν επαρκούν και υπάρχει στεγαστικό πρόβλημα ή πως θα ξεβολευτούν παιδιά που τα σπίτια τους βρίσκονται κοντά στα σχολεία και ενδεχομένως να χρειαστεί να πάνε σε κάποιο άλλο σχολείο, λίγο πιο μακριά. Πρόκειται για υπαρκτά ζητήματα, που απασχολούν την τοπική κοινωνία -ειδικά το στεγαστικό- δεκαετίες τώρα και μάλλον θα εξακολουθήσουν να την απασχολούν για δεκαετίες και από εδώ και πέρα. Οι λόγοι είναι πολλοί, αλλά η πραγματικότητα είναι ότι το στεγαστικό της εκπαίδευσης στην Ελλάδα δεν πρόκειται να λυθεί στο 100% αυτόν τον αιώνα. Όπως δεν λύθηκε και στον προηγούμενο. Κακώς μεν, πραγματικό δε. Στην ουσία δηλαδή στον Εύοσμο απαντούν σε σημερινές, σύγχρονες προκλήσεις με παγιωμένες και… παγωμένες στον χρόνο θέσεις και απόψεις.
Με αυτό το δεδομένο το ερώτημα που προκύπτει είναι το ακόλουθο: Μέχρι να λυθεί πλήρως το στεγαστικό και μαζί του το στελεχιακό πρόβλημα της ελληνικής εκπαίδευσης, ενδεχομένως και το θέμα των εκπαιδευτικών προγραμμάτων που επίσης δεν αρέσουν σε κάποιους που δεν συμφωνούν με το παιδαγωγικό Ινστιτούτο, στα ελληνικά σχολεία δεν θα πρέπει να γίνει τίποτε άλλο, εκτός από κάποιο βαψιματάκι τον Σεπτέμβριο από τον οικείο δήμο; Διότι στην προκειμένη περίπτωση έχουμε μία δωρεά ιδιώτη προς το ελληνικό δημόσιο με συγκεκριμένους όρους και προϋποθέσεις. Οι άνθρωποι του Ιδρύματος Ωνάση αποφάσισαν να διαθέσουν 160 εκατ. ευρώ σε 12 χρόνια για την ποιοτική και μαθησιακή αναβάθμιση 22 γυμνασίων και λυκείων, τα οποία βρίσκονται σε περιοχές που αντιμετωπίζουν κοινωνικές και οικονομικές προκλήσεις. Δηλαδή -σε απλά ελληνικά- σε υποβαθμισμένες περιοχές, όπου δεν λειτουργούν σήμερα πρότυπα σχολεία. Αυτή, λοιπόν, την απλόχερη χειρονομία, που εντάσσεται στο πεδίο της εθνικής ευεργεσίας, στη δυτική Θεσσαλονίκη την απορρίπτουν. Επειδή (υποτίθεται ότι) έχουν δικές τους προτεραιότητες. Λες και η μετεξέλιξη κάποιου σχολείου σε Ωνάσειο ακυρώνει προβλήματα και αναστέλλει διεκδικήσεις. Πολύ περισσότερο που η συγκεκριμένη περιοχή -και η ευρύτερη δυτική Θεσσαλονίκη- διαμαρτύρεται διαρκώς -και συχνά δικαίως- για υστέρηση και υποβάθμιση, έναντι του κέντρου και των ανατολικών περιοχών του πολεοδομικού συγκροτήματος. Είναι οι ίδιοι οι κάτοικοι και λειτουργοί της περιοχής που τώρα απορρίπτουν μία πρωτοβουλία σαφώς αναπτυξιακού χαρακτήρα στον ευαίσθητο και κρίσιμο τομέα της εκπαίδευσης.
Το «κακό» με τις δωρεές είναι ότι κατευθύνονται σε πεδία που επιθυμεί και επιλέγει ο δωρητής. Το καλό είναι ότι πολύ συχνά στην Ελλάδα οι δωρητές και οι ευεργέτες, επειδή δεν έχουν ανάγκη να γίνουν αρεστοί στους πολλούς, όπως συμβαίνει με τους πολιτικούς, βλέπουν τις εξελίξεις με καθαρό βλέμμα, έχουν τον νου τους στη μεγάλη εικόνα και καλύπτουν χώρους που το κράτος θα δυσκολευόταν πολύ να πάρει πρωτοβουλίες. Εν προκειμένω -και για να μην ξεχνιόμαστε- στα μέσα της δεκαετίας του 2010 υπήρξε ελληνική κυβέρνηση που εν ονόματι της προς τα κάτω ισοπέδωσης στοχοποίησε τα πρότυπα σχολεία. Όχι μόνο δεν δημιούργησε καινούργια, αλλά εάν οι πολίτες τής έδιναν λίγο χρόνο ακόμη θα καταργούσε και τα υφιστάμενα.
Προφανώς είναι καλύτερα κάποιος να είναι σε όλη του τη ζωή νέος, όμορφος, υγιής και πλούσιος, αλλά δεν… γίνεται. Ομοίως θα ήταν ιδανικό όλα τα σχολεία απ’ άκρη σ’ άκρη της χώρας να λειτουργούσαν με τις προδιαγραφές των πρότυπων και όλοι οι μαθητές να φοιτούσαν σε αυτά. Ομοίως θα ήταν ιδανικό όλοι οι μαθητές να είχαν τις ίδιες πολύ καλές έως εξαιρετικές επιδόσεις και η χώρα να παρήγαγε μαζικά διάνοιες. Προφανώς, όμως, δεν γίνεται αφού άλλοι μαθητές -οι λιγότεροι- έχουν προδιαγραφές αριστείας, πολλοί είναι μέτριοι και κάποιοι, επίσης λίγοι, κάτω του μετρίου. Το σημερινό σύστημα, με βάση το οποίο οι μαθητές φοιτούν σε σχολεία της γειτονιάς τους που λίγο πολύ έχουν ανάλογες προδιαγραφές, δεν ευνοεί τους καλύτερους. Στις περισσότερες περιπτώσεις, όταν ένα ταλέντο δεν χάνεται στη μετριότητα των συμμαθητών του και του σχολικού περιβάλλοντος, πρέπει να φτάσει στο πανεπιστήμιο, όπου υπό προϋποθέσεις θα διακριθεί. Υποτίθεται ότι τα πρότυπα σχολεία μπορεί να λειτουργούν και κάπως υπέρ των καλύτερων μυαλών. Υπέρ των ταλέντων, που λένε και οι Αμερικανοί. Αυτό, όμως, παραβιάζει την επετηρίδα που ο καθένας σε αυτή τη χώρα -ή έστω οι περισσότεροι- έχουν στο μυαλό τους. Βλέπετε στις Ένοπλες Δυνάμεις και στα Σώματα Ασφαλείας όταν κάποιος νεότερος προάγεται βαθμολογικά, όσοι παρελήφθησαν αποστρατεύονται. Βγαίνουν στη σύνταξη διότι -σου λέει!- δεν μπορεί ένα πρώην κατώτερος και νεότερος και εξελιχθεί σε ανώτερο όσων τον είχαν υπό τις διαταγές τους, αλλά τους ξεπέρασε. Απαγορεύεται! Το λυπηρό είναι ότι το ίδιο δείχνουν να πρεσβεύουν και οι εκπαιδευτικοί, τουλάχιστον σε επίπεδο συνδικαλιστών. Είναι οι φορείς της ίδιας νοοτροπίας που κάποτε -τρεις δεκαετίες πριν ή και περισσότερο- «πολέμησαν» τις εξετάσεις του ΑΣΕΠ για τον διορισμό στα δημόσια σχολεία, υπέρ της επετηρίδας. Ενός χρεοκοπημένου συστήματος που από ένα σημείο και μετά το μόνο που κατάφερνε είναι να διορίζει 50άρηδες καθηγητές, που είχαν φάει τα καλύτερά τους χρόνια στα φροντιστήρια κι έμπαιναν στο δημόσιο για να… ξεκουραστούν. Ή -ακόμη χειρότερα- υπόσχονταν σε κάποιες ειδικότητες και με βάση τις ανάγκες και το ρυθμό των τοποθετήσεων, διορισμό σε… 300 χρόνια, δηλαδή ποτέ. Εκτός από την ηθική ικανοποίηση -και τη συνακόλουθη αίσθηση αδικίας και δικαιολογία αποτυχίας- ότι αν ο ίδιος είχε γεννηθεί 30 – 40 χρόνια νωρίτερα θα δικαιούνταν μια θέση στο δημόσιο!
Το πιθανότερο σε αυτήν την ιστορία του Ευόσμου είναι οι αντιδράσεις να κορυφωθούν για μερικές ημέρες και στη συνέχεια να ξεπεραστούν. Έτσι έγινε με την επετηρίδα των διορισμών, που σήμερα δεν τη θυμάται κανείς. Κι επειδή κάτι ακούγεται και θ’ ακουστεί για ιδιωτικοποίηση της Παιδείας και τα σχετικά, οι κάπως μεγαλύτεροι σε ηλικία Θεσσαλονικείς θυμούνται τις αντιδράσεις πολλών παραγόντων του δημοσίου συστήματος υγείας -κυρίως των συνδικαλιστών- στην κατασκευή και ένταξη στο ΕΣΥ του νοσοκομείου Παπαγεωργίου. Που χτίστηκε με δωρεά ιδιωτών, οι οποίοι σε κάποιον βαθμό επέβαλαν την άποψή τους στον τρόπο λειτουργίας του, και σήμερα είναι ένα από τα διακεκριμένα διαμάντια του στέμματος της δημόσιας υγείας στην ευρύτερη περιοχή. Λειτουργώντας από την αρχή με κάπως διαφορετικούς όρους από τα υπόλοιπα νοσοκομεία της πόλης.