Τις τελευταίες ημέρες συνειδητοποιήσαμε για μία ακόμη φορά ότι η Θεσσαλονίκη είναι μια συντηρητική πόλη. Όχι επειδή 30 ή 50 φανατικοί της Ορθοδοξίας στοχοποίησαν ως… αιρετικό ένα Ισπανικό φωνητικό συγκρότημα Γρηγοριανού μέλους, γραφικοί υπάρχουν πάντα και παντού. Αλλά επειδή το επίσημο σύστημα αντί να τους αγνοήσει και να τους προσπεράσει ως γραφικούς, επέλεξε μία αμυντική -για να μην πούμε φοβική- αντίδραση.
Στην αρχή ο δήμος Θεσσαλονίκης -προφανώς σε συνεννόηση με τη Μητρόπολη, αν όχι με την προτροπή της- θέλοντας να εκτονώσει τις πρώτες διαμαρτυρίες έκανε μία… τρίπλα. Ή έτσι πίστεψε. Άλλαξε το σημείο διεξαγωγής της παράστασης «Διάλογοι με τον Θεό» από την Παναγία την Αχειροποίητο στη Ροτόντα, επειδή οι 30 ή 50 φανατικοί κατήγγειλαν την εμφάνιση των «Schola Antiqua» σε ορθόδοξο ναό ως βλάσφημη. Μετά, όταν οι ίδιοι 30 ή 50 βρέθηκαν έξω από τη Ροτόντα για να… κράξουν, ο δήμαρχος Στέλιος Αγγελούδης, σε προφανή κατάσταση αμηχανίας, δήλωσε πως «ο σκοταδισμός, ο φανατισμός και η μισαλλοδοξία δεν χωρούν στην ορθόδοξη εκκλησία, δεν χωρούν στη Θεσσαλονίκη». Το είπε εμφατικά, όπως συχνά λέμε κάτι που ενδεχομένως δεν ισχύει, ώστε ακούγοντάς το να το πιστέψουμε και οι ίδιοι. Ο δε Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Φιλόθεος δεν έκρινε σκόπιμο να παρευρεθεί στην εκδήλωση, αν και λόγω των όσων είχαν προηγηθεί ήταν μάλλον επιβεβλημένο. Ίσως να είχε αυξημένες υποχρεώσεις και βαρύ πρόγραμμα που δεν του το επέτρεψαν. Το πιθανότερο, όμως, είναι ότι επέλεξε να μην χρεωθεί ούτε καν ότι παρακολούθησε μια εκδήλωση «ελεύθερων πολιορκημένων», στην οποία ήταν αντίθετοι κάποιοι θρησκόληπτοι του χριστεπώνυμου πλήθους. Κι ας είναι ο ίδιος μουσικόφιλος και καλλίφωνος, ενώ η εκδήλωση ήταν ενταγμένη στο πλαίσιο της Λατρευτικής Εβδομάδας του δήμου Θεσσαλονίκης για το φετινό Πάσχα.
Η απώλεια του κοσμοπολιτισμού
Η Θεσσαλονίκη παραμένει συντηρητική πόλη επειδή σε μια σειρά από ζητήματα -των θρησκευτικών συμπεριλαμβανομένων, αλλά όχι μόνο- εναντιώνεται σε κάθε τι καινούργιο, σε κάθε άνοιγμα. Διότι μπορεί να μη βρισκόμαστε στη δεκαετία του 1950 -αυτό μας έλειπε!-, όταν κουμάντο στην πόλη έκαναν εν πολλοίς οι χριστιανικές και παραχριστιανικές οργανώσεις, αλλά απέχουμε επίσης από το κοσμοπολίτικο περιβάλλον που υπήρχε λόγω της οικονομικής και κοινωνικής άνθισης στην πολυεθνική Θεσσαλονίκη τεσσάρων αυτοκρατοριών, μέχρι την ενσωμάτωση στον εθνικό κορμό το 1912 και την περιχαράκωση του Ψυχρού Πολέμου.
Μόλις 30 χρόνια πριν από σήμερα, κάποιοι φανατικοί της Ορθοδοξίας μπούκαραν στη Ροτόντα, που μόλις είχε ανοίξει για εκδηλώσεις και ματαίωσαν ένα ρεσιτάλ αυτοσχεδιαζόμενης τζαζ μουσικής, ενώ ξέσπασαν την οργή τους σε ένα μουσικό όργανο, στο πιάνο που θα έπαιζε ο Σάκης Παπαδημητρίου. Λιγότερο από δύο χρόνια από την ημέρα που η Θεσσαλονίκη θα ξεκινούσε τη θητεία της ως Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης, η πόλη διασύρονταν ανά την Ελλάδα και τον κόσμο ολόκληρο. Και στη δίκη που ακολούθησε, καθώς ένας φύλακας τραυματίστηκε από κάποιον ρασοφόρο που εξαφανίστηκε, ο εισαγγελέας πρότεινε στο εδώλιο του κατηγορουμένου να καθίσουν όχι οι ταραξίες, αλλά ο τότε υπουργός Πολιτισμού Θάνος Μικρούτσικος που έδωσε την άδεια για την εκδήλωση και ο πιανίστας Σάκης Παπαδημητρίου που δέχθηκε να παίξει στο… άβατο της Ροτόντας. Ευτυχώς οι δικαστές δεν τον άκουσαν…
Από τότε μέχρι σήμερα η Εκκλησία -επίσημα και ανεπίσημα- εξακολουθεί να παίζει ρόλο και στην ανάδειξη και την μακροημέρευση πολιτικών προσώπων, τόσο στην κεντρική πολιτική σκηνή, όσο και στην αυτοδιοίκηση. Επίσης, όσο ήταν ανοιχτό το θέμα της επίσημης ονομασίας της Βόρειας Μακεδονίας η τοπική Εκκλησία -φανερά και αθέατα- ασκούσε πολιτική επιρροή και φυσικά επιχειρούσε να καθοδηγήσει τους πιστούς μέσα στις εκκλησίες σε ένα εθνικό θέμα, κάτι ως άτυπο υπουργείο Εξωτερικών. Μόνο που αυτά στην πραγματικότητα δεν είναι προβλήματα της Εκκλησίας, που στο κάτω κάτω κάνει τη… δουλειά της όπως νομίζουν όσοι την εκπροσωπούν. Είναι κυρίως προβλήματα μιας κοινωνίας, τα μέλη της οποίας ανέχονται -όταν δεν παραδίνονται πλήρως- με ευκολία παρεμβάσεις, που έχουν ως κοινό παρονομαστή το «μη μου τους κύκλους τάραττε». Διόλου τυχαία τα περισσότερα από τα ανοιχτά μυαλά της Θεσσαλονίκης σε όλους τους τομείς μέχρι και σήμερα μετοικίζουν στην Αθήνα. Επίσης διόλου τυχαίο ότι το πολιτικό προσωπικό τις τελευταίες δεκαετίες διαμαρτύρεται για την ισχνή εκπροσώπησή του στις θέσεις κλειδιά της εκτελεστικής εξουσίας της χώρας.
Πέρα από την Εκκλησία
Η Θεσσαλονίκη είναι μια βαθύτατα συντηρητική πόλη και πολύ πέρα από τα θρησκευτικά ζητήματα. Διότι είναι μια εξαιρετικά δυσκίνητη πόλη και κοινωνία. Ενδεδυμένη συνήθως με έναν ψευδεπίγραφο καθωσπρεπισμό και μια άκαμπτη σοβαροφάνεια απορρίπτει σχεδόν οποιαδήποτε πρόταση ταράζει τη μακαριότητα της καθημερινότητάς της. Από τη διάνοιξη της περιφερειακής οδού, την καθιέρωση των λεωφορειοδρόμων και την επέκταση των πεζοδρόμων, μέχρι την κατασκευή του μετρό, και τώρα του Flyover. Και από την επέκταση του ωραρίου της αγοράς και τη λειτουργία των εμπορικών καταστημάτων τις Κυριακές, μέχρι την ιδιωτικοποίηση της Διεθνούς Εκθέσεως και τη «μετακόμισή» της στα δυτικά ή την κατασκευή νέου αεροδρομίου προς τη Βέροια, ώστε να εξυπηρετείται με μεγαλύτερη άνεση τόσο η Κεντρική, όσο και η Δυτική Μακεδονία.
Η πρωτοτυπία του συντηρητικού αέρα που σαρώνει μέχρι σήμερα τη Θεσσαλονίκη είναι ότι δεν έχει ιδεολογικό προσανατολισμό. Κατά περίπτωση είναι δεξιόστροφος ή αριστερόστροφος. Ούτε έχει σώνει και καλά ένα κέντρο που αποφασίζει και εκπέμπει τα κατάλληλα σήματα, αν εξαιρέσει κανείς την Εκκλησία στα δικά της -και όσα πιστεύει ως δικά της – θέματα. Είναι μάλλον μια γενικευμένη κλειστοφοβία, που δημιουργεί το συντηρητικό κλίμα, εντός του οποίου «στεγάζεται» ένα εν πολλοίς αόρατο ιερατείο. Η ίδια θολή ατμόσφαιρα, που μέχρι τη δημαρχία Μπουτάρη επί της ουσίας απέκλειε την ευχερή πρόσβαση ξένων επισκεπτών στην πόλη, αποσιωπώντας το παρελθόν της πόλης, κυρίως το οθωμανικό και το εβραϊκό. Η ίδια ατμόσφαιρα που για πολλά χρόνια -και όταν είχε τη δυνατότητα- μπλόκαρε επισήμως τη δημιουργία νέων πεντάστερων ξενοδοχείων στην ευρύτερη περιοχή, κάτι που ανετράπη όταν χρειάστηκε να παραμείνει επί μήνες κλειστό για να ανακαίνιση το Μακεδονία Παλάς και το… κενό έγινε ορατό δια γυμνού οφθαλμού. Η ίδια που μέχρι σήμερα επιμένει επισήμως να αγνοεί δια της απαξιώσεως -ή και το αντίθετο- τη λειτουργία υπερτοπικών και υπερεθνικών οργανισμών στην πόλη, όπως είναι -τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα- η Παρευξείνια Τράπεζα και το Ευρωπαϊκό Κέντρο για την Ανάπτυξη της Επαγγελματικής Κατάρτισης, δηλαδή το Cedefop, που υπάρχουν, αλλά για τους τοπικούς παράγοντες είναι σαν να μην υπάρχουν.
Τα πολιτικά πρόσωπα
Ο συντηρητισμός της Θεσσαλονίκης εκφράζεται -όπως είναι ενδεχομένως φυσικό- και στην επιλογή των πολιτικών προσώπων που εκπροσωπούν την πόλη ή διαχειρίζονται τις υποθέσεις της. Σε αυτό που θα λέγαμε φυσική ηγεσία. Χαρακτηριστική είναι η σύνθεση των βουλευτών της πόλης, που εδώ και πολλά χρόνια παραμένει σχεδόν αναλλοίωτη ανεξαρτήτως κομμάτων, ενώ ακόμη και στην αυτοδιοίκηση, όπου η αλήθεια είναι ότι ένας ανανεωτικός άνεμος φύσηξε στις τελευταίες εκλογές, υπάρχουν αρκετοί επί της ουσίας… ισόβιοι τοπικοί άρχοντες. Ανάλογη εικόνα υπάρχει και στους παραγωγικούς φορείς της Θεσσαλονίκης, καθώς τα ίδια πρόσωπα και οι ίδιες παρέες ανακυκλώνονται από τα Επιμελητήρια και τους Συνδέσμους, μέχρι το Εργατοϋπαλληλικό Κέντρο και τα πανεπιστήμια. Σε βαθμό που είδηση να αποτελεί η αποχώρηση κάποιου παράγοντα από το προσκήνιο -διότι στο παρασκήνιο οι περισσότεροι παραμένουν- και όχι η ανανέωση. Που ακόμη κι όταν συμβαίνει είναι συνήθως φτιαγμένη από τα ίδια υλικά.