Η σημασία των έργων δημοσίου ενδιαφέροντος είναι αδιαπραγμάτευτη. Είναι τα έργα που κινούν την οικονομία, δημιουργούν ανάπτυξη, θέσεις εργασίας και εισόδημα. Είναι όμως δώρο άδωρο χωρίς τα ιδιωτικά έργα, χωρίς την κινητοποίηση της ιδιωτικής πρωτοβουλίας, χωρίς την προσέλκυση και την υλοποίηση ιδιωτικών επενδύσεων.
Καλώς ή κακώς μια τέτοιου είδους οικονομία έχουμε και συνεπώς πρέπει να προχωρούν και τα δημόσια και τα ιδιωτικά έργα ταυτόχρονα. Να υπάρχει μια μίνιμουμ συμπληρωματικότητα, χωρίς τις «φούσκες» του παρελθόντος και ο σχεδιασμός να γίνεται λαμβάνοντας υπόψη και τις συγκυρίες και τις προοπτικές.
Η εμπειρία διδάσκει ότι στην Ελλάδα σπανίως έχουμε πετύχει να συμβαδίζουν τα δημόσια με τα ιδιωτικά έργα. Μάλιστα αυτή η συνθήκη είχε ως αποτέλεσμα τη στρεβλή ανάπτυξη των αστικών κέντρων, πολλά προβλήματα που θα μπορούσαν από το σχεδιασμό ακόμη να αποφευχθούν και πλέον είναι δυσεπίλυτα, αλλά και ανεπίκαιρες παρεμβάσεις, που δεν βελτιώνουν την καθημερινότητα των πολιτών για δεκαετίες. Το χάσμα αυτό ανάμεσα σε Πολιτεία και κοινωνία έπρεπε να έχει γεφυρωθεί πολλές δεκαετίες πριν, όμως ακόμη παραμένει ζητούμενο.
Σκεφτείτε λίγο τις επεκτάσεις των πόλεων, των οικισμών, στη Θεσσαλονίκη. Μπορεί να μην έγιναν (μετά την εποχή της μόδας των αυθαίρετων) με εντελώς ανοργάνωτο τρόπο, δεν έγιναν όμως και με τον τρόπο που έπρεπε. Οι υποτυπώδεις σχεδιασμοί οδήγησαν σε πρωθύστερες παρεμβάσεις, με καταστροφικές σε κάποιες περιπτώσεις συνέπειες. Οι περισσότεροι οικισμοί της Θεσσαλονίκης (επαναλαμβάνω εξαιρώ την εποχή των αυθαιρέτων) αναπτύχθηκαν με βάση την ιδιωτική πρωτοβουλία, το ιδιωτικό συμφέρον και η Πολιτεία αμήχανη ήρθε εκ των υστέρων να δημιουργήσει τις αναγκαίες υποδομές με πολυετή καθυστέρηση. Μέχρι σήμερα οι υποδομές σε περιοχές που χτίστηκαν πριν από δεκαετίες παραμένουν ελλειμματικές, προβληματικές ή ανύπαρκτες και σε κάθε περίπτωση δεν εξυπηρετούν.
Η έλλειψη διορατικότητας μπορεί να δικαιολογηθεί με πολλούς τρόπους. Μπορεί όμως να αντιμετωπιστεί και να μην είναι καν αναγκαίο να γίνει κάποιος μάντης και προφήτης για να προβλέψει το αυτονόητο. Θα μπορούσαν όλα αυτά να αποφευχθούν εάν η Πολιτεία έβλεπε τις προοπτικές νωρίτερα, εκπονούσε σχέδιο ανάπτυξης μιας περιοχής προτού αυτή χτιστεί και μετά έδινε την άδεια να αρχίσει η ιδιωτική πρωτοβουλία το έργο της. Έτσι οι χώροι θα ήταν απολύτως οργανωμένοι, οι αναγκαίες υποδομές θα δέσμευαν το δικό τους χώρο και η όποια καθυστέρηση στην υλοποίησή τους δεν θα είχε καταστροφικά αποτελέσματα. Ελλείψεις άλλωστε θα υπάρχουν παντού και πάντα. Τα δημόσια κεφάλαια δεν μπορούν να ακολουθήσουν τα ιδιωτικά, ειδικά όταν τα τελευταία επενδύονται για να αποφέρουν κέρδος... Όμως τουλάχιστον η ανάπτυξη δεν θα ήταν στρεβλή και η εικόνα και λειτουργία του αστικού χώρου θα ήταν πολύ καλύτερη.
Και όχι μόνο του αστικού χώρου. Δείτε τι έγινε με τους άτυπους βιομηχανικούς και βιοτεχνικούς χώρους. Διάσπαρτα εργοστάσια εκεί όπου υπήρχε κάποτε φτηνή γη δημιούργησαν ανεξέλεγκτες καταστάσεις, τις οποίες η Πολιτεία σήμερα προσπαθεί να οργανώσει, αφού απέτυχε να τις συμμαζέψει με τις βιομηχανικές και βιοτεχνικές περιοχές...
Μετά τη «φούσκα» των ακινήτων πολλά αναθεωρήθηκαν. Η κτηματαγορά βίωσε μια κρίση πολυετή, πολλοί στην ευρύτερη περιοχή της Θεσσαλονίκης άλλαξαν τρόπο σκέψης και επένδυσης των πόρων τους. Σήμερα βιώνουμε άλλη μια άνοιξη στο ακίνητο στη Θεσσαλονίκη. Η κτηματαγορά δείχνει και πάλι τα... δόντια της. Ενοίκια και αγοραπωλησίες ακινήτων σε δυσθεώρητα ύψη, παρά την κρίση ακρίβειας, παρά τον πληθωρισμό, παρά την ενεργειακή κρίση. Ανεξάρτητα από όλα αυτά, το δείγμα είναι σαφές. Και ανεξάρτητα από όλα αυτά η επέκταση των οικισμών, η ανοικοδόμηση και η οργάνωση του χώρου πρέπει να γίνουν αυτή τη φορά με σαφείς κανόνες και με πρόνοια, χωρίς τα λάθη του παρελθόντος.
Θα δώσω ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα στη Θεσσαλονίκη, που κινείται κόντρα στο ρεύμα. Καλή πρακτική θα μπορούσε να την ονομάσει κάποιος. Αυτό το παράδειγμα είναι στον δήμο Θέρμης. Εάν κάποιος διατρέξει τον συγκεκριμένο δήμο θα εντυπωσιαστεί από την ανέγερση νέων κατοικιών, την οικοδομική δραστηριότητα και την ανάπτυξη στο συγκεκριμένο τομέα, τον κατασκευαστικό, την κατοικία.
«Κολλάει» πάνω στην πόλη μια νέα πόλη. Μια πόλη όμως, χωρίς τα προβλήματα του υφιστάμενου οικισμού, χάρις στην ύπαρξη σχεδίου και χάρις στην επέκταση με υποδομές. Υποδομές που φρόντισε ο τοπικός δήμος να δημιουργήσει (σε σημαντικό βαθμό) προτού αρχίσει η ανοικοδόμηση, η οποία γίνεται με όρους, με κανόνες, με σεβασμό στον δημόσιο χώρο, με συγκεκριμένες υποδομές.
Δεν το βλέπεις κάθε μέρα, δεν το ζήσαμε σε πολλές περιπτώσεις στη Θεσσαλονίκη. Και δεν έχω καμιά διάθεση να κάνω διαφήμιση στη δημοτική αρχή. Τη διαφήμιση την κάνει το έργο της. Ο δήμος δημιούργησε τον αναγκαίο υποδοχέα προτού έρθει η ζήτηση. Με χωροταξικές και πολεοδομικές μελέτες σχεδίασε και οργάνωσε τον χώρο και διασφάλισε τις αναγκαίες υποδομές.
Η ανάπτυξη του δήμου Θέρμης είναι το παράδειγμα που δείχνει και την αξία του προγράμματος χωροταξίας και πολεοδομίας, που τρέχει πλέον η κυβέρνηση, ώστε επιτέλους να αποκτήσει όλη η χώρα σαφείς χρήσεις γης, δηλαδή κανόνες ανάπτυξης, η οποία δεν σταματά, αλλά είναι μια διαρκής διαδικασία.
Είναι το παράδειγμα και για πολλές άλλες περιοχές της Θεσσαλονίκης, που είτε πολεοδομούνται, είτε θα πολεοδομηθούν τα επόμενα χρόνια. Και είναι το παράδειγμα για την ανάγκη που έχει η Θεσσαλονίκη για έναν φορέα, ο οποίος θα εποπτεύει όλη αυτή την ανάπτυξη, τον οποίο είχαμε και δυστυχώς χάσαμε. Τον Οργανισμό Ρυθμιστικού. Νομίζω πλέον είναι η ώρα η Πολιτεία να σκεφτεί σοβαρά την εκ νέου δημιουργία ενός τέτοιου φορέα, ειδικά από τη στιγμή που αποδέχεται τον ορισμό της Θεσσαλονίκης ως μητροπολιτικού κέντρου, ως μητροπολιτικής περιοχής. Μπας και αποκτήσουμε σε όλη την περιοχή χρήσεις γης και πάψει πλέον η ανοργανωσιά και οι ανεξέλεγκτες καταστάσεις, που έχουν σοβαρότατες επιπτώσεις στην εικόνα και τη λειτουργία του ευρύτερου πολεοδομικού συγκροτήματος και όλου του νομού.