«Επόμενη Στάση: Απολυμαντήρια», είναι ο τίτλος της δράσης που οργανώνει το βράδυ της Κυριακής στην Καλαμαριά η Ομάδα «Άνθρωπος στη θάλασσα» και αναφέρεται στην πρώτη υποδοχή των προσφύγων από το Καρς, τη Μικρά Ασία και τον Πόντο, όταν έφταναν με βάρκες στην περιοχή ανάμεσα στο Παλατάκι και την Πλαζ Αρετσούς στην Καλαμαριά. Εκεί ήταν εγκατεστημένα τα «Απολυμαντήρια», προκειμένου να… καθαρίσουν τους ίδιους και τα υπάρχοντά τους, όπου συχνά οι διαδικασίες ήταν σκληρές και επώδυνες, με αποτέλεσμα χιλιάδες πρόσφυγες –οι πιο αδύναμοι- να αφήσουν την τελευταία τους πνοή.
Πρόκειται για ελάχιστα γνωστή ιστορία, που παραμένει επί της ουσίας επιμελώς κρυμμένη. Το ίδιο ισχύει και για το Πογκρόμ του Κάμπελ, τη σημερινή συνοικία Βότση, που έγινε στα τέλη Ιουνίου του 1931. Ήταν τότε που ακροδεξιά στοιχεία –ανάμεσα τους έφεδροι αξιωματικοί και μικρασιάτες- επιτέθηκαν σε εβραϊκούς συνοικισμούς, με κυριότερη την επίθεση στο «Κάμπελ», της Καλαμαριάς, κατηγορώντας ψευδώς τους Εβραίους για συνεργασία με Βούλγαρους και κομμουνιστές για τη δήθεν ανεξαρτησία της Μακεδονίας. Τα επεισόδια είχαν ως αποτέλεσμα την καταστροφή του συνοικισμού και την έξοδο χιλιάδων Εβραίων από τη Θεσσαλονίκη προς τηn Παλαιστίνη. Λίγα χρόνια αργότερα, στη διάρκεια της Κατοχής οι Ναζί εξόντωσαν τον εβραϊκό πληθυσμό της Θεσσαλονίκης μεταφέροντας δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους στα στρατόπεδα συγκεντρώσεως στην Κεντρική Ευρώπη. Ελάχιστοι επέζησαν και κινητές και ακίνητες περιουσίες άλλαξαν χέρια, χωρίς ποτέ να γίνει ένας κάποιος απολογισμός επί του θέματος.
Αυτές οι τρεις θλιβερές ιστορικές στιγμές του 20ου αιώνα –υπάρχουν κι άλλες στο διάβα των αιώνων- που είτε παραμένουν άγνωστες είτε υποφωτισμένες δείχνουν μια Θεσσαλονίκη που κρύβεται πίσω από τους μύθους της. Μια πόλη που σχεδόν ποτέ δεν κοιτάει ευθέως την ιστορία της. Δεν αναμετράται με τα γεγονότα. Εξυψώνει τα θετικά και υποβιβάζει μέχρι εξαφανίσεως τα αρνητικά. Και όπου αυτό δεν συμβαίνει –στις περιπτώσεις δηλαδή που κάποια θέματα αποκαλύπτονται στο σύνολο της έκτασής τους- οι συζητήσεις είναι συμβατικές. Αυτό που λέμε διεκπεραιώτικες. Γίνονται για να γίνουν και κυρίως για να πούμε ότι έγιναν. Πρόκειται στην ουσία για θέματα που δεν κλείνουν ποτέ. Αφήνονται στη φθορά του χρόνου. Ενίοτε και στον συσχετισμό δυνάμεων ή στη συγκυρία. Για παράδειγμα, τα τελευταία χρόνια οι συζητήσεις για το εβραϊκό παρελθόν της Θεσσαλονίκης είναι καθημερινές, ενώ έχει προγραμματιστεί και η ίδρυση Μουσείου Ολοκαυτώματος. Βοήθησε σε αυτό η συγκυρία και ενδεχομένως η παρουσία στο δημαρχιακό θώκο του Γιάννη Μπουτάρη. Αντίθετα, ενώ πρόκειται για την Πρωτεύουσα των Προσφύγων, στη Θεσσαλονίκη ελάχιστη είναι η συζήτηση για την προσφορά των Μικρασιατών και άλλων ξεριζωμένων Ελλήνων στην ανάπτυξη της περιοχής και της χώρας. Ένα αιώνα τώρα δεν έχει δημιουργηθεί καν ένα μουσείο, που να θυμίζει και σίγουρα να υπογραμμίζει τι έγινε στη Θεσσαλονίκη στη δεκαετία του 1920 και πως ό,τι έγινε οδήγησε στο σήμερα. Κάτι ακούγεται για το στρατόπεδο του Παύλου Μελά για κάποτε στο… μέλλον.
Συχνά η Θεσσαλονίκη πηγαίνει παρακάτω παρακάμπτοντας τις αποτυχίες, που παραμένουν σκελετοί σε ντουλάπες. Πρόκειται για νοοτροπία που υποδόρια υπονομεύει και σήμερα τον δημόσιο διάλογο και επομένως την προοπτική της πόλης. Η ατολμία, η αδυναμία αλλαγής πραγμάτων, οι διαρκείς συμβιβασμοί και ο ψεύτικος καθωσπρεπισμός βαφτίζονται… κιμπαριλίκι, με αποτέλεσμα επί της ουσίας τα ζητήματα της Θεσσαλονίκης να βρίσκονται στον αυτόματο πιλότο της ζωής και της καθημερινότητας. Κάτι εμφανώς αναντίστοιχο στην παρεμβατική εποχή που ζούμε. Διότι με την ίδια νοοτροπία που η τοπική κοινωνία αντιμετωπίζει την μικροϊστορία της, αποφεύγοντας να μιλήσει για τα δύσκολα, προσεγγίζει το παρόν και το μέλλον. Δύο παραδείγματα που αξίζουν τον κόπο, ακριβώς επειδή η συζήτηση έκλεισε πριν καν ανοίξει: Πρώτον, το αεροδρόμιο της πόλης, που ορθολογικά έπρεπε να βρίσκεται στην δυτική πλευρά, κάπου μεταξύ της Εγνατίας Οδού και της ΠΑΘΕ, αλλά παραμένει οριστικά στρυμωγμένο πάνω στον Θερμαϊκό, δημιουργώντας άπειρα προβλήματα στην ανατολική πλευρά. Δεύτερον, το Εκθεσιακό Κέντρο της ΔΕΘ, το οποίο θα έπρεπε να βρίσκεται –για διαφορετικούς αναπτυξιακού τύπου λόγους- ή στα ανατολικά ή στα δυτικά του πολεοδομικού συγκροτήματος κι όμως παραμένει το κέντρο της πόλης.
Ίσως να ακούγεται υπερβολικό, αλλά είναι βέβαιο –για παράδειγμα- ότι σε αυτή την πόλη η βιτρίνα, η ψευτοευγένεια και οι τυπικά καλές σχέσεις έχουν μεγάλη αξία. Σε πολλές περιπτώσεις οι τύποι αγνοούν την ουσία των πραγμάτων, παρακάμπτουν πιθανές διαφωνίες και καταλήγουν σε δήθεν προφανή συμπεράσματα, τα οποία απλώς ευνοούν μια κακώς εννοούμενη πολιτική και κοινωνική ορθότητα. Πρόκειται για την θεωρητικοποίηση του κόμπλεξ. Για παράδειγμα η οικονομική ανάπτυξη της πόλης. Ενώ έχουν περάσει σχεδόν 35 χρόνια από την πτώση του Τείχους του Βερολίνου, την επέλαση της παγκοσμιοποίησης και τη ριζική αλλαγή των δεδομένων του πλανήτη, που σχεδόν ισοπέδωσε την παραγωγική βάση της Θεσσαλονίκης, πολλοί από τους δημόσιους παράγοντες της πόλης εξακολουθούν να… φαντασιώνονται μια ανάπτυξη με βάση όχι απλώς τους μικρομεσαίους, αλλά τους… μικρομικρούς. Είναι χαρακτηριστικό, επίσης, ότι τα αιτήματα της επιχειρηματικής κοινότητας της Θεσσαλονίκης, όπως αυτή εκφράζεται από τα συλλογικά όργανα των επιχειρήσεων και των επιχειρηματιών (Επιμελητήρια, Συνδέσμους, Συλλόγους και τα σχετικά), έχουν… βαλτώσει. Είτε επαναλαμβάνουν τα ίδια θέματα εδώ και δεκαετίες είτε «κρύβονται» πίσω από γενικότητες που αφορούν το σύνολο της χώρας. Κι αυτό κυρίως επειδή τηρούνται ισορροπίες, όχι με βάση προτεραιότητες και επιλογές, αλλά ως απότοκο της εξαιρετικά συντηρητικής προσέγγισης του «όλοι μαζί –στα λόγια- και ο καθένας μόνος – στην πράξη».
Mία άλλη πολύ σημαντική παράμετρος, στην οποία «η νοοτροπία Θεσσαλονίκης» έχει εξαιρετικά αρνητικές επιπτώσεις είναι η διαρροή ανθρώπων. Διότι η Θεσσαλονίκη δεν περίμενε την χρεοκοπία της χώρας και την οικονομική κρίση της δεκαετίας του 2010 για να αρχίσει να χάνει καλά μυαλά και ορισμένους από τους πιο πετυχημένους ανθρώπους της. Αυτό συμβαίνει ήδη από τη δεκαετία του 1990, όταν ξεκίνησε η μετανάστευση στο εσωτερικό και στο εξωτερικό επιχειρηματιών, επιστημόνων, καλλιτεχνών, επιτυχημένων επαγγελματιών, τεχνοκρατών, ακόμη και πολιτικών, που ακόμα συνεχίζεται.
Κάπου εδώ –είναι και Σάββατο- κολλάει ο στίχος του Άλκη Αλκαίου, ενός πραγματικού ποιητή του ελληνικού τραγουδιού- που μπορεί να μη γράφτηκε για τη Θεσσαλονίκη –ούτε καν για κάποια άλλη πόλη- αλλά κολλάει απολύτως: «Πώς η ανάγκη γίνεται ιστορία / πώς η ιστορία γίνεται σιωπή». Ως απάντηση σε όσους ενδεχομένως αμφιβάλλουν για τη στενή σχέση της ιστορίας και των αθέατων αποτελεσμάτων που παράγει με το παρόν και το μέλλον.