Skip to main content

Η Θεσσαλονίκη πέρα από τις πρωθυπουργικές συσκέψεις και τη σκιά των εκπροσώπων της

Η χθεσινή διαδικασία στο κτήριο του ΥΜΑΘ έδειξε πως τίποτε δεν αλλάζει εύκολα σε αυτόν τον τόπο και σε αυτήν την πόλη

Από χθες η Θεσσαλονίκη έχει έναν ακόμη δυνητικό υποψήφιο δήμαρχο. Εάν τελικά αποφασίσει να εμπλακεί με την αυτοδιοίκηση δεν αποκλείεται να τον δούμε και υποψήφιο Περιφερειάρχη Κεντρικής Μακεδονίας. Άλλωστε είναι ήδη βουλευτής Θεσσαλονίκης, κάτι που η ιστορία έχει αποδείξει ότι μπορεί να αποτελέσει την αφετηρία για τα… ανώτερα αξιώματα της πόλης. Σε αυτή την πορεία φαίνεται να υπάρχουν τουλάχιστον δύο προβλήματα. Ο άνθρωπος αυτός δεν κατάγεται από την περιοχή και αυτό δημιουργεί κάποιες δυσκολίες να πείσει ότι είναι… καρντάσης. Το κυριότερο, όμως, είναι ότι αυτή την εποχή δεν έχει χρόνο, καθώς είναι επιφορτισμένος με καθήκοντα που δύσκολα θα αφήσει στην άκρη. Βλέπετε είναι πρωθυπουργός. Ο λόγος για τον Κυριάκο Μητσοτάκη, ο οποίος χθες βρέθηκε στη Θεσσαλονίκη και πήρε μέρος σε πολλές συσκέψεις -ίσως σε οκτώ ή περισσότερες-, σχεδόν με όλους του εκπροσώπους των παραγωγικών φορέων, της αυτοδιοίκησης, της ακαδημαϊκής κοινότητας και φυσικά τα κομματικά στελέχη της πόλης και της περιοχής. Δεν ξέρουμε αν για τον ίδιο η χθεσινή εμπειρία λειτούργησε ως ένα είδος σοκ ή είναι αρκετά σκληραγωγημένος. Το βέβαιον είναι ότι η διαδικασία αποτέλεσε το πιο ταχύρυθμο σεμινάριο που έχει γίνει ποτέ για τη Θεσσαλονίκη. Για τα προβλήματά της και πιθανόν για τη νοοτροπία και την… αύρα των εκπροσώπων της. Οι οποίοι με τη σειρά τους, έτσι όπως έχουν μάθει κατά κανόνα να πλατειάζουν μέχρι καφενειακού ορίου, προφανώς ζορίστηκαν στο αυστηρό χρονικό πλαίσιο και στο τηλεγραφικό στιλ της συζήτησης, που επέβαλαν οι συνεργάτες του πρωθυπουργού. Πάντως, ούτε αυτή τη φορά έλειψε η παράθεση πολυσέλιδων υπομνημάτων με προβλήματα και προτάσεις λύσεων, τα οποία παρέλαβαν οι συνεργάτες του πρωθυπουργού και διαφήμισαν οι ίδιοι οι συντάκτες τους με ανακοινώσεις στα Μέσα Ενημέρωσης.

Η χθεσινή διαδικασία στο κτήριο του ΥΜΑΘ, που επαναλαμβάνεται κάθε χρόνο -μέχρι πριν από λίγα χρόνια οι συναντήσεις γίνονταν στην Αθήνα, στο Μέγαρο Μαξίμου- έδειξε πως τίποτε δεν αλλάζει εύκολα σε αυτόν τον τόπο και σε αυτήν την πόλη.

Σε επίπεδο συμβολισμού σίγουρα, αλλά πιθανότατα και σε επίπεδο ουσίας, αφού στη συζήτηση κυριαρχούν ατζέντες περασμένων δεκαετιών, που παραμένουν ανοιχτές. Το μέγα πρόβλημα δεν είναι η διαδικασία αυτή καθαυτή, αν και μάλλον συνιστά μοναδικό παράδειγμα στον πλανήτη Γη. Σε μια ανεπτυγμένη χώρα, μία φορά κάθε χρόνο, κάπου στα τέλη Αυγούστου ή στις αρχές Σεπτεμβρίου, ο πρωθυπουργός και η κυβέρνησή του ασχολούνται θεσμικά όλοι μαζί με τα ζητήματα μιας πόλης, που επί της ουσίας παραμένει αόρατη όλη την υπόλοιπη χρονιά. Το μέγα πρόβλημα έχει δύο εκφάνσεις: Από τη μια ο πρωθυπουργός και η κυβέρνηση συμμετέχουν σε αυτή τη διαδικασία σα να είναι κάτι υποχρεωτικό που δεν μπορούν να αποφύγουν -όπως για παράδειγμα η συμμετοχή στις εκδηλώσεις μιας εθνικής επετείου.

Στο τέλος, όπως επίσης είναι υποχρεωμένοι, κάνουν αισιόδοξες δηλώσεις, λίγο πριν επιτρέψουν βιαστικά στην Αθήνα και στις δουλειές τους. Από την άλλη οι τοπικοί παράγοντες που με τον τρόπο τους κορδώνονται αφενός ότι έχουν κύρος και συμμετέχουν σε συσκέψεις κορυφής -ενίοτε ορισμένοι βρίσκουν την ευκαιρία να προσπαθήσουν να διευθετήσουν προσωπικά τους ζητήματα- και αφετέρου ότι παραμένουν στο προσκήνιο της δυναμικής διεκδίκησης λύσεων για τα προβλήματα της Θεσσαλονίκης.

Κι επειδή στην Ελλάδα οι απολογισμοί δεν είναι δημοφιλείς, άρα δεν γίνονται κι επομένως δεν αξιοποιούνται παραγωγικά, η έλλειψη αποτελεσμάτων από αυτές τις συναντήσεις δεν απασχολεί κανέναν, τουλάχιστον στη δημόσια σφαίρα. Διότι όταν σβήνουν τα φώτα η συντριπτική πλειοψηφία των συμμετεχόντων σε συσκέψεις όπως οι χθεσινές αναγνωρίζουν το τυπικό έως τυπολατρικό της υπόθεσης και ως εκ τούτου κρατούν «μικρό καλάθι». Άλλωστε η απλή αριθμητική του δημοτικού σχολείου τούς δικαιώνει, καθώς πιστοποιεί ότι εάν κάθε χρόνο τις τελευταίες δεκαετίες έστω ένα από τα γνωστά προβλήματα της πόλης είχε λυθεί ή είχε βελτιωθεί η κατάσταση στην περιοχή σε οικονομικό, επιχειρηματικό ή κοινωνικό επίπεδο θα ήταν πολύ καλύτερη. Αντίθετα η κοινή αίσθηση είναι της συνολικής υποχώρησης σε όλα τα πεδία.

Το γιατί γίνονται όλα αυτά δεν είναι εύκολο να απαντηθεί. Διότι είναι φαινόμενο που καλύπτει σε βάθος δεκαετιών όλους τους πρωθυπουργούς και τις κυβερνήσεις όλων των πολιτικών αποχρώσεων -ακόμη και υπηρεσιακούς- και όλους τους εκπροσώπους του συνόλου των φορέων της Θεσσαλονίκης. Έρημοι κι απρόσωποι μεν, εκπρόσωποι δε. Ο σοφός λαός πιστεύει κάτι που τελικά είναι αυταπόδεικτο, κάτι σαν αξίωμα. Όταν δεν θέλεις να λύσεις ένα πρόβλημα κάνε μια επιτροπή για να ασχοληθεί μαζί του. Αντιστοίχως με το ακόμη παλαιότερο «όποιος δεν θέλει να ζυμώσει δέκα μέρες κοσκινίζει».

Βέβαια στη σύγχρονη εκδοχή η επιτροπή μπορεί να αντικατασταθεί από μία σύσκεψη. Ίσως και από δύο ή περισσότερες. Πάντως, όταν ένας πρωθυπουργός, ο κάθε πρωθυπουργός και ο σημερινός, ασχολείται με καθένα από τα ζητήματα της Θεσσαλονίκης κάτι δεν πηγαίνει καλά στο σύστημα. Είναι γνωστό ότι η Ελλάδα ελλείψει σοβαρού κράτους και ισχυρών θεσμών χρειάζεται καθημερινό μάνατζμεντ από τους εκάστοτε κυβερνώντες, θυμηθείτε το… μπλοκάκι του Σημίτη. Αλλά αυτό με τη Θεσσαλονίκη έχει παραγίνει. Ακόμη και με τις λακκούβες στους δρόμους ασχολείται ο πρωθυπουργός ή με τη μετακίνηση ενός αστυνομικού τμήματος. Μόνο που το αστυνομικό τμήμα παραμένει στη θέση του και οι λακκούβες εξακολουθούν να υπάρχουν. Το πολύ πολύ κάποιες από τις λακκούβες της Θεσσαλονίκης να εξαφανιστούν για λίγο, όπως συμβαίνει σε κάποιο βαθμό φέτος ελέω ΔΕΘ και αυτοδιοικητικών εκλογών, για να επανεμφανιστούν και πάλι πολύ σύντομα.

Για να μη ξεχνιόμαστε: Όπως κάθε νόμισμα έχει δύο όψεις έτσι και η Θεσσαλονίκη καταγράφεται κατ’ ελάχιστον ως δύο Θεσσαλονικείς. Τη θεσμική που ταλαιπωρείται και ταλαιπωρεί ατελείωτα. Και τη Θεσσαλονίκη των κανονικών ανθρώπων, όσων δεν γυρνούν στην προσφώνηση «πρόεδρε!» που εξακολουθεί να παλεύει. Ακόμη κι όταν χάνει διαρκώς έδαφος σε πολλά πεδία, όπως συμβαίνει τις τελευταίες δεκαετίες. Ακόμη κι όταν αναγορεύει σε εκπροσώπους -εκτός εξαιρέσεων- αναποτελεσματικούς ανθρώπους, οι οποίοι για να δικαιωθούν χρειάζονται μία σύσκεψη τον χρόνο στη σκιά της εξουσίας! Ας είναι! Όπως ευφυώς έγραψε και τραγούδησε ο… μπαγιάτης Στάθης Παχίδης «Η πόλη έχει κάστρα και κρατάει» και γι’ αυτό «τα φώτα της δε σβήνουνε ποτέ».  

ΥΓ. Για να μην παρεξηγούμαστε. Εννοείται πως οποιαδήποτε θετική ανακοίνωση για τη Θεσσαλονίκη σαν κι αυτές που έκανε χθες ο Κ. Μητσοτάκης (Fly Over, Παιδιατρικό Νοσοκομείο, Μουσείο Ολοκαυτώματος κλπ.) είναι καλοδεχούμενη. Μακάρι τα έργα να προχωρήσουν, αλλά -οφείλουμε να σημειώσουμε- όλα αυτά τα έχουμε ξανακούσει.

Ίσως λίγο πιο αφηρημένα και γενικόλογα, αλλά τα έχουμε ξανακούσει περισσότερες από μία φορές, οπότε… ουδεμία έκπληξη. Ας περιμένουμε, λοιπόν, να δούμε την εξέλιξή τους στην πράξη. Όσο για κάποια καινούργια ιδέα για τη Θεσσαλονίκη μάλλον δεν υπάρχει. Ίσως όμως έτσι να είναι καλύτερα, αφού οι… ιδεοπώλες περισσεύουν στην πλατεία Αριστοτέλους και τα πέριξ.