Skip to main content

Η τραγωδία στα Τέμπη το τελευταίο καμπανάκι για την αφύπνιση μιας χώρας

Παρά τα δισεκατομμύρια επί δισεκατομμυρίων που ξοδεύτηκαν και σπαταλήθηκαν τις τελευταίες δεκαετίες, η χώρα σε πολλούς τομείς παραμένει βαθιά στον προηγούμενο αιώνα

Στην Ελλάδα κάνει κρύο. Από χθες μια παγωνιά απλώνεται πάνω από τη χώρα, στη σκιά του τραγικού πολύνεκρου σιδηροδρομικού δυστυχήματος στα Τέμπη. Οι δεκάδες νεκροί και οι ακόμη περισσότεροι τραυματίες, αλλά και οι σκηνές του χάους στο σημείο της σύγκρουσης των τρένων στοιχειώνουν την ελληνική κοινωνία. Όπως και όλα όσα μοιραία αποκαλύπτονται και θα αποκαλυφθούν στην πορεία των ερευνών για τα αίτια της τραγωδίας, που –όπως φαίνεται από τις πρώτες ενδείξεις- είναι ένας συνδυασμός τεχνικών ελλείψεων, ανοργανωσιάς και ανθρώπινου λάθους. Επειδή δεν υπάρχουν δικλείδες ασφαλείας.

Το δυστύχημα στα Τέμπη αποτελεί συγκλονιστικό γεγονός, πρωτίστως επειδή χάθηκαν ζωές. Πολλές ζωές. Δευτερευόντως, επειδή αφορά τον επί δεκαετίες καταταλαιπωρημένο ελληνικό σιδηρόδρομο, ο οποίος μάλλον δεν θα συνέλθει εύκολα από το κτύπημα των Τεμπών. Πρόκειται για γεγονός, το οποίο, επιπροσθέτως, αντανακλά με δραματικό τρόπο τις ελλείψεις και τις αδυναμίες της χώρας, που εν πολλοίς οφείλονται στην κακή νοοτροπία, που καλλιεργούν η κοινωνική άρνηση για αλλαγές, σε συνδυασμό με την επαγγελματική φοβία απέναντι στην τεχνολογία, που εκδηλώνεται συχνά ως αντίδραση ή –ακόμη χειρότερα- ως άρνηση.

Παρά τα δισεκατομμύρια επί δισεκατομμυρίων που ξοδεύτηκαν και σπαταλήθηκαν τις τελευταίες δεκαετίες, κυρίως από κοινοτικούς πόρους, σε πολλούς τομείς η χώρα παραμένει βαθιά στον προηγούμενο αιώνα. Διότι τώρα μπορεί πολλοί να επισημαίνουν ότι οι εργαζόμενοι στους ελληνικούς σιδηροδρόμους προειδοποιούσαν δια των συνδικαλιστικών τους εκπροσώπων για τις ελλείψεις, αλλά όπως πάντα αυτές οι… αποκαλύψεις γίνονται κατόπιν εορτής, περίπου ως άλλοθι. Αφού, δηλαδή, έχει γίνει το κακό. Και μπορεί με φόντο την τραγωδία των Τεμπών να είναι άκαιρο αυτή τη στιγμή να ασχοληθεί κανείς με το τι συνέβαινε επί δεκαετίες και εξακολουθεί να συμβαίνει στον μαγικό και γοητευτικό κόσμο των ελληνικών τρένων, αλλά τα παραδείγματα από άλλα πεδία είναι πολλά.

Από τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές που εγκαταστάθηκαν ως μηχανήματα στο πάλαι ποτέ ΙΚΑ στη δεκαετία του 1990, αλλά ουδέποτε λειτούργησαν -ούτε καν υπήρξε κάποιος να πατήσει το κουμπί on-, μέχρι το ραντάρ στην Άνω Περαία που εξυπηρετεί το αεροδρόμιο «Μακεδονία» και οι αντιρρήσεις για την τοποθέτησή του κάμφθηκαν όταν συνετρίβη λόγω ομίχλης το Γιάκοβλεφ και σκοτώθηκαν δεκάδες ανυποψίαστοι άνθρωποι, το μοτίβο της στασιμότητας και της υπανάπτυξης ως συνέπεια κοινωνικής και συντεχνιακής αντίδρασης απλώνεται πάνω από τη χώρα. Κατά κάποιο τρόπο καλά που προέκυψε η πανδημία του κορωνοϊού, που στοίχισε τη ζωή σε περισσότερους από 30.000 συνέλληνες, για να φθάσουν τα ηλεκτρονικά συστήματα στο δημόσιο και να συμβάλλουν στην εξ’ αποστάσεως εξυπηρέτηση των Ελλήνων πολιτών.

Επίσης κατά κάποιο τρόπο, καλά που είχαμε στην Ελλάδα την ουσιαστική χρεοκοπία της δεκαετίας του 2010, την οποία πλήρωσαν πανάκριβα εκατοντάδες χιλιάδες συμπατριώτες μας, οι οποίοι έχασαν τις δουλειές τους, καταστράφηκαν οι επιχειρήσεις τους και απομειώθηκε η αξία της περιουσίας τους, για να περιοριστεί ο αριθμός των δημοσίων υπαλλήλων, να… ελαφρύνει η γραφειοκρατία και να εισέλθουν από τις χαραμάδες του συστήματος οι οργανωτικές εξελίξεις και ορισμένα τεχνολογικά ψηφιακά μέσα.

Η σύγκρουση δύο τρένων πουθενά στον κόσμο δεν είναι καθημερινή υπόθεση. Ούτε, όμως, αποτελεί κάτι πρωτοφανές ακόμη και για τα πιο προηγμένα παγκοσμίως συστήματα. Στην Ελλάδα όμως, πονάει ακόμη περισσότερο για δύο πρόσθετους λόγους –πέραν βέβαια των ανθρώπινων απωλειών:

Πρώτον, διότι συμβαίνει σε μία χώρα στην οποία γενικώς συμβαίνουν πολλά περίεργα και η καθημερινότητα των πολιτών δεν είναι ούτε εύκολη, ούτε απλή, οπότε ένα τραγικό γεγονός βαραίνει ακόμη περισσότερο την ατμόσφαιρα.

Δεύτερον, επειδή προσγειώνει πολλούς ανάμεσά μας. Είναι όσοι στέκονται με εμμονή στις αδιαμφισβήτητες προόδους που καταγράφει η Ελλάδα και αποστρέφουν το βλέμμα από την στασιμότητα που επικρατεί σε πολλούς τομείς, με αιχμή την παρωχημένη νοοτροπία κοινωνίας, κρατικού μηχανισμού και πολιτικού συστήματος. Αντί, λοιπόν, η δημόσια συζήτηση να στρέφεται στο ποια πράγματα πρέπει να αλλάξουν για να ξεπεραστούν οι καραμπινάτες αδυναμίες στην οργάνωση της κοινωνίας και της χώρας, το ενδιαφέρον –ακόμη και σε προεκλογική περίοδο- παραμένει επικεντρωμένο στα κεκτημένα δικαιώματα και την… ακινησία. Τούτου δοθέντος ποτέ η έννοια του εκσυγχρονισμού δεν ήταν πιο επίκαιρη στην Ελλάδα. Τώρα, μάλιστα, που ο χρόνος έχει αποτινάξει από επάνω της κάθε κομματική απόχρωση της δεκαετίας του 1990, όταν η συγκεκριμένη λέξη είχε χρησιμοποιηθεί ψευδεπίγραφα για να χαρακτηρίσει την κυρίαρχη εσωκομματική τάση στο ΠΑΣΟΚ της εποχής, ίσως είναι ευκαιρία να επαναφέρουμε τον εκσυγχρονισμό στο προσκήνιο και μάλιστα με το αίτημα του κατεπείγοντος. Τόσοι άνθρωποι χάθηκαν με φρικτό τρόπο στα υγρά Τέμπη. Τόσες οικογένειες θρηνούν από το πουθενά. Τόσα σπίτια έκλεισαν. Τόσες παρέες δεν θα είναι ποτέ ίδιες. Χώρια οι ταλαιπωρημένοι από τα νοσοκομεία και το σοκ, που θα ξεπεράσουν πολύ δύσκολα. Αν όλα αυτά δεν αξίζουν μια πραγματική προσπάθεια, πέρα από γελοίους πολιτικαντισμούς, εμφυλιοπολεμικές αντιπαραθέσεις και αντιμετάθεση ευθυνών, τότε ίσως έφτασε ο καιρός να αρχίσουμε να συνειδητοποιούμε ότι αργά αλλά σταθερά το κράτος Ελλάδα κλείνει σταδιακά τον κύκλο του.     

ΥΓ1. Όσο κι αν πονάει ζούμε σε μια χώρα της πλάκας. Το 1936 ο Γιώργος Σεφέρης έγραψε τον στίχο «όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει» εξορκίζοντας με αυτό τον τρόπο μια χώρα-την Ελλάδα του Μεσοπολέμου- χρεοκοπημένη σε όλα τα επίπεδα και χωρίς ορατή διέξοδο από τα αδιέξοδά της. Όπως και σήμερα που προσπαθεί για μία ακόμη φορά να πείσει τον εαυτό της στον καθρέφτη για τη σπουδαιότητά της ψελλίζοντας για μία ακόμη φορά «τα ψεύτικα τα λόγια, τα μεγάλα».   

ΥΓ2. «Γιατί να το κρύψωμεν άλλωστε;» αναρωτήθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1990 ο Κώστας Μητσοτάκης, καθιερώνοντας τη συγκεκριμένη έκφραση στον δημόσιο διάλογο. Εν προκειμένω: Γιατί να το κρύψωμεν άλλωστε; Την εποχή της τεχνολογίας και της ψηφιακότητας ο ελληνικός σιδηρόδρομος πηγαίνει με κάρβουνο!