του Στάθη Κουτσοχήνα
Για πολλοστή φορά ανοίγει η δημόσια συζήτηση για τον μεγάλο αριθμό των δικηγόρων στη χώρα μας. Ο πληθωρισμός των δικηγόρων, ως εύκολη δικαιολογία για την καθυστέρηση απονομής της δικαιοσύνης, απασχολεί τη χώρα για περισσότερο από έναν αιώνα: οι ανάγκες περιορισμού του δικηγορικού πληθωρισμού επέβαλαν την καθιέρωση της άσκησης με το ν. 1017/1911, που τροποποιήθηκε με το ν. 4980/1931 και στη συνεχεία με το ν. 3026/1954 (δικηγορικός κώδικας).
Ταυτόχρονα, για πολλοστή φορά γίνεται αναφορά μόνο στη μισή αλήθεια, στον απόλυτο αριθμό των μελών των Δικηγορικών Συλλόγων. Ποια είναι, λοιπόν, η άλλη μισή;
Όπως προκύπτει από τα στατιστικά στοιχεία της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων, ένας πολύ μεγάλος αριθμός δικηγόρων, περίπου 17.000 από τους 45.000, δεν έχει καμία παράσταση στα δικαστήρια, συνεπώς δεν ασκεί καθόλου δικαστηριακή δικηγορία.
Καθίσταται, λοιπόν, προφανές ότι η άποψη που μιλά μονότονα για μεγάλο αριθμό δικηγόρων, αγνοεί παντελώς τον παραγωγικό ρόλο του δικηγόρου στην κοινωνία και στην αγορά. Τον ρόλο του εγγυητή της ομαλής εξέλιξης των κοινωνικών και επαγγελματικών σχέσεων, που φιλτράρει και εντέλει απομειώνει τον αριθμό των υποθέσεων που καταλήγουν στα δικαστήρια. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το αποτέλεσμα της κατάργησης της συμμετοχής των δικηγόρων στις μεταβιβάσεις ακινήτων. Από τότε που καταργήθηκε η υποχρεωτική παράσταση δικηγόρων στα συμβόλαια, εκτοξεύτηκε ο αριθμός των σχετικών αντιδικιών που οδηγούνται στις δικαστικές αίθουσες.
Απέναντι στις μονότονα επαναλαμβανόμενες προτάσεις που ακούγονται για περισσότερο από έναν αιώνα, μία δημιουργική και σύγχρονη λογική της Πολιτείας, προσαρμοσμένη στις εξελίξεις των καιρών, θα στόχευε στην αξιοποίηση της σημαντικής αυτής δεξαμενής γνώσης των δικηγόρων – επιστημόνων και στην αντιμετώπισή της ως πλούτο που πρέπει να εκμεταλλευτεί και όχι ως βάρος από το οποίο πρέπει να απαλλαγεί.
Αντί η Πολιτεία να προσπαθεί με κινήσεις, όπως ο πρόσφατος φορολογικός νόμος, να εκδιώξει από το επάγγελμα τους δικηγόρους, ιδίως τους νέους, (αδιαφορώντας για το τι θα κάνουν αυτοί οι άνθρωποι στη ζωή τους) θα μπορούσε να τους αξιοποιήσει για την αύξηση της παραγωγικότητας τόσο στον δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα, ώστε να μη μείνουν αναξιοποίητοι οι πόροι που η ίδια η Πολιτεία έχει καταναλώσει για να τους εκπαιδεύσει.
Αναφέρω ενδεικτικά συγκεκριμένα παραδείγματα: ένας μεγάλος αριθμός δικηγόρων θα μπορούσε να αξιοποιηθεί άμεσα για την κάλυψη των κενών θέσεων των δικαστικών υπαλλήλων. Έτοιμοι επιστήμονες, με υπεραρκετές νομικές γνώσεις για τις θέσεις αυτές, και κυρίως άριστοι γνώστες της νοοτροπίας του ελεύθερου επαγγελματία και της σωστής ψυχολογίας για εξυπηρέτηση του πολίτη, αποτελούν έτοιμη ύλη για αξιοποίηση από το δημόσιο. Αντ’ αυτού, το Υπουργείο Δικαιοσύνης επέλεξε να πάρει πτυχιούχους από κάθε σχετική και άσχετη σχολή και να τους εκπαιδεύσει μέσα από τη Σχολή Δικαστών με κόστος σχεδόν 11 εκατομμύρια ευρώ μόνο για τις 3 πρώτες σειρές εκπαιδευομένων!
Θα μπορούσε, επίσης, ένας μεγάλος αριθμός δικηγόρων να αξιοποιηθεί στην αγορά με ένα πρόγραμμα ΕΣΠΑ που θα χρηματοδοτούσε τις επιχειρήσεις για την πρόσληψη δικηγόρων – νομικών συμβούλων, στα πρότυπα αντίστοιχων προγραμμάτων που έχουν υλοποιηθεί για άλλες κατηγορίες επαγγελματιών (π.χ. λογιστών). Η αξιοποίηση των γνώσεών τους από τις επιχειρήσεις θα τις βοηθούσε να εξοικονομήσουν πόρους, να γίνουν πιο παραγωγικές και στη συνέχεια, εφόσον δουν τα αμοιβαία οφέλη, να μονιμοποιήσουν τη συνεργασία τους.
Μία άλλη παράμετρος στη σχετική συζήτηση, είναι ότι προτρέχουμε όταν μιλάμε για αυστηροποίηση των εξετάσεων λήψης της άδειας ασκήσεως επαγγέλματος τη στιγμή που δεν έχουμε πρώτα διασφαλίσει ότι οι ασκούμενοι λαμβάνουν τις απαραίτητες γνώσεις κατά τη διάρκεια της άσκησης. Κατά τη θητεία μου ως Πρόεδρος του ΔΣΘ και Αντιπρόεδρος της Ολομέλειας, είχα προτείνει τον εκσυγχρονισμό του πλαισίου της άσκησης, έτσι ώστε να διασφαλίζεται η επιμόρφωση των ασκουμένων με ευθύνη των Δικηγορικών Συλλόγων και να μην επαφίεται η κατάρτισή τους στην καλή προαίρεση του ασκούντος δικηγόρου. Είχα προτείνει, λοιπόν, την κατάρτισή τους για όλα τα ζητήματα που δεν διδάσκονται στα θεωρητικά μαθήματα των Νομικών Σχολών. Αυτά περιλαμβάνουν μαθήματα εφαρμοσμένων νομικών ζητημάτων (σύνταξη δικογράφων: αγωγής, μήνυσης, προσφυγής κλπ.), εικονικές δίκες, μαθήματα επικοινωνίας για τον τρόπο διαχείρισης της σχέσης με τον πελάτη και φυσικά μαθήματα δεοντολογίας.
Δυστυχώς, παρότι η πρότασή μου αυτή είχε υιοθετηθεί με συντριπτική πλειοψηφία από την Ολομέλεια των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων και είχε υποβληθεί με τη μορφή έτοιμου σχεδίου Υπουργικής Απόφασης στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, ουδέποτε υλοποιήθηκε.
Εν τέλει, όπως είχε παρατηρήσει πριν από περίπου μισό αιώνα ο έγκριτος ποινικολόγος της πόλης μας, Μιχάλης Παναγιωτόπουλος, στο βιβλίο του με τίτλο «δικηγορικός πληθωρισμός» (που δημοσιεύθηκε το 1977), το ζήτημα δεν είναι ποσοτικό, αλλά ποιοτικό. Δεν έχει να κάνει με το πόσοι είμαστε, αλλά με το πόσο καλά προετοιμασμένοι είμαστε προκειμένου να φανούμε χρήσιμοι στην κοινωνία.
*Ο Στάθης Κουτσοχήνας είναι δικηγόρος, Δρ. Νομικής, πρώην πρόεδρος Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης και αν. Γραμματέας Δικαιοσύνης ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ