Την ανάγκη αξιοποίησης αλλά και συνεργασίας των ερευνητικών κέντρων με την τοπική αυτοδιοίκηση, το κράτος αλλά και την αγορά με τελικό ωφελούμενο τον ίδιο τον πολίτη προέταξε ο υφυπουργός Ανάπτυξης, αρμόδιος για θέματα έρευνας και καινοτομίας, Σταύρος Καλαφάτης, μιλώντας στην ημερίδα της Voria.gr με θέμα «Η επόμενη ημέρα για την οικονομία της Βόρειας Ελλάδας» που πραγματοποιείται στο Electra Palace στο κέντρο της Θεσσαλονίκης.
Συμμετέχοντας στην πρώτη ενότητα, για την παραγωγική ανασυγκρότηση της Βόρειας Ελλάδας με το βλέμμα στο μέλλον, ο υφυπουργός σημείωσε πως «βρισκόμαστε σε μία πραγματική μετάβαση προς ένα μέλλον διαφορετικό από αυτό που βιώνουμε σήμερα, ψηφιακό και πράσινο», το οποίο δεν μεταφράζεται σε μία απλή ανασυγκρότηση, αλλά σε έναν μετασχηματισμό του παραγωγικού μοντέλου και του κλασικού τρόπου της ανάπτυξης. «Όλα θα αλλάξουν με ραγδαίους ρυθμούς και με καταλυτικό τρόπο. Αυτή τη στιγμή στην Ευρώπη υπάρχει μία πολύ έντονη κινητικότητα ακριβώς γιατί υπάρχει αυτός ο μετασχηματισμός. Μιλάμε για μία ανταγωνιστική ευρωπαϊκή οικονομία, που θα έχει στον πυρήνα της τις νέες τεχνολογίες και κυρίως το πώς μπορεί το παραγόμενο ερευνητικό προϊόν, η νέα γνώση, να παντρευτεί με τη βιομηχανία, με την αγορά, ώστε να μετασχηματιστεί αυτή η ζύμωση σε μία ωφέλεια προς τον πολίτη είτε αφορά την καθημερινότητά του είτε την αναπτυξιακή πορεία του κάθε κράτους μέλους και της εκάστοτε τοπικής κοινωνίας. Αυτό σημαίνει έναν επαναπροσανατολισμό της κάθε οικονομίας και της δικής μας προς αυτή την κατεύθυνση» ανέφερε χαρακτηριστικά ο κ. Καλαφάτης.

Αφού τόνισε πως η έρευνα και η καινοτομία είναι ο πυρήνας αυτού του μετασχηματισμού, ο κ. Καλαφάτης εξήρε τον ρόλο του ΕΚΕΤΑ, του «πιο δυναμικού και σημαντικού», όπως το χαρακτήρισε, ερευνητικού κέντρου στη Θεσσαλονίκη, το οποίο είναι ήδη προσαρμοσμένο στην εφαρμοσμένη έρευνα, πραγματοποιώντας προγράμματα που έχουν μία ωφέλεια απτή για τον πολίτη. «Δεν θα μπορούσαμε να τρέξουμε τόσο πολύ το Flyover και να έχουμε μία βελτίωση το τελευταίο χρονικό διάστημα στην κυκλοφοριακή κίνηση της πόλης μας, αν δεν υπήρχε το ΕΚΕΤΑ και το αντίστοιχο Ινστιτούτο. Εκείνο έδωσε τη λύση για το πώς μπορούμε να προχωρήσουμε για παράδειγμα στην ενοποίηση όλων των σηματοδοτών της πόλης, για να μπορέσουμε να έχουμε μία ροή, πολύ καλύτερη από αυτή που υπήρχε» εξήγησε ο υφυπουργός, υπογραμμίζοντας πως «βλέπουμε στην πράξη πώς τα ερευνητικά κέντρα της πόλης μπορούν να συνεργαστούν και με τοπική αυτοδιοίκηση, με την κεντρική κυβέρνηση και βεβαίως με τη βιομηχανία ούτως ώστε να έχει τελικά ωφελούμενο τον πολίτη».
Στο πλαίσιο αυτό, συνέχισε, στόχος της κυβέρνησης είναι να φέρει πιο κοντά τα ερευνητικά κέντρα προς την πόλη και την αγορά για την εξεύρεση αποτελεσματικότερων λύσεων στο πεδίο. «Από τον Σεπτέμβριο θα κάνουμε μία επαφή με ΕΚΕΤΑ και ΝΟΗΣΙΣ, που έχουν διαφορετικό προσανατολισμό, και θα πάμε στους δήμους και θα ρωτήσουμε “πού μπορούμε να βοηθήσουμε;”. Πιστεύουμε ακράδαντα ότι αυτή η ζύμωση μπορεί να γίνει και σε κάθε περιφέρεια και σε κάθε τοπικό οικοσύστημα ξεχωριστά. Ο σχεδιασμός είναι να δούμε πώς μπορούμε να ενεργοποιήσουμε σε κάθε περιοχή τους stakeholders του κάθε τοπικού οικοσυστήματος, γιατί υπάρχουν μοναδικές αναπτυξιακές, επιστημονικές, επιχειρηματικές φωνές, οι οποίες είναι σε μονόλογο. Και είναι δικό μας χρέος να μπορέσουμε να συνδέσουμε σε κάθε περιφέρεια αυτές τις φωνές για να προσδιορίσουν οι ίδιοι οι φορείς πώς μπορούν να επωφεληθούν από αυτή τη σύνδεση».
Αναφερόμενος στον τομέα των νέων τεχνολογιών ο υφυπουργός Ανάπτυξης σημείωσε πως «υπάρχει ένας μαγικός, πολύ συναρπαστικός κόσμος, που θα αλλάξει τα δεδομένα πολύ γρήγορα», με την τεχνητή νοημοσύνη «να παίζει σημαντικό ρόλο ήδη στη ζωή μας και την καθημερινότητά μας και φυσικά και στην επιχειρηματικότητα». Ερωτηθείς σχετικά για γραφειοκρατικά ζητήματα που αντιμετωπίζουν τα ερευνητικά κέντρα, παραδέχθηκε πως υπάρχουν προβλήματα, τα οποία «επεξεργαζόμαστε και νομοθετικά για να βρούμε λύσεις».
«Οφείλουμε για να έχουμε μία ανταγωνιστική εθνική οικονομία, να μετατρέψουμε τη γνώση είτε σε προϊόν είτε σε υπηρεσία» είπε ο κ. Καλαφάτης, στέλνοντας το μήνυμα πως «η έρευνα δεν είναι για την έρευνα, είναι για όλους».
«Να διαμορφώσουμε ένα περιβάλλον που θα προσελκύσει δυνατά επιχειρηματικά μυαλά»
«Η διαμόρφωση της εθνικής αμυντικής βιομηχανίας βασίζεται σε μεγάλο βαθμό και στις νέες τεχνολογίες. Αυτό γίνεται και στην Ευρώπη και φυσικά γίνεται και στην Ελλάδα» σημείωσε ο υφυπουργός Ανάπτυξης ερωτηθείς για τη συνεισφορά της έρευνας στον τομέα της άμυνας, προσθέτοντας πως «γνωρίζουμε πολύ καλά -και μέσα από τις εκθέσεις κυρίως Λέτα και Ντράγκι- ότι το κομμάτι της αμυντικής βιομηχανίας παίζει σημαντικό ρόλο σε επίπεδο ευρωπαϊκού μέλλοντος».
Ένα δεύτερο ζήτημα, ανέφερε ο κ. Καλαφάτης, είναι η εστίαση που κάνει η ΕΕ στις νέες τεχνολογίες και «στην Ελλάδα έχουμε τεράστια περιθώρια να αναπτύξουμε τέτοιες τεχνολογίες σε πολλούς τομείς». «Όλα τα ζητήματα σε έναν μεγάλο βαθμό θα βρουν τη λύση τους ανάλογα με το κατά πόσο γρήγορα προχωρά ο ψηφιακός μετασχηματισμός της χώρας. Είναι σημαντικό να γνωρίζουμε πού ήμασταν και πού είμαστε» συνέχισε ο υφυπουργός, λέγοντας πως πριν 15 χρόνια όποιος μιλούσε για ενίσχυση της επιχειρηματικότητας ήταν δακτυλοδεικτούμενος. «Και βέβαια έχει να κάνει και με ένα άλλο κομμάτι των μεταρρυθμίσεων, που προχωράμε και εκεί, και είναι το νομικό ζήτημα».
Αναλύοντας τον τρόπο με τον οποίο η έρευνα μπορεί να συνδεθεί με τα διεθνή μη κρατικά πανεπιστήμια, σημείωσε πως ένα από τα στοιχήματα της κυβέρνησης είναι να δημιουργηθεί ένα ελκυστικό περιβάλλον ώστε να διατηρηθούν τα δυνατά επιστημονικά μυαλά στην Ελλάδα και να επανέλθουν όσοι έφυγαν στο εξωτερικό, στο πλαίσιο του brain gain. «Υπάρχει μία πρωτοβουλία στην Ευρώπη που λέγεται Choose Europe for Science. Είναι μία προσπάθεια συστηματική που τώρα ξεκινά -και η χώρα μας είναι από τους πρωτεργάτες αυτής της προσπάθειας- και κοιτάμε πώς θα διαμορφώσουμε έναν ελκυστικό τόπο προσέγγισης επιχειρηματικών μυαλών, αναλόγως φυσικά και με τις γεωπολιτικές εξελίξεις που υπάρχουν, για να μπορούν οι επιστήμονες να ασκούν πιο ελεύθερα το επιστημονικό τους έργο» εξήγησε ο υφυπουργός, θέτοντας ως εθνικό πλάνο τη διαμόρφωση ενός κατάλληλου περιβάλλοντος για την προσέγγιση ερευνητικού και επιστημονικού κοινού. «Για να το κάνουμε αυτό θα πρέπει να αντιμετωπίσουμε τα δυνατά μυαλά ως επενδυτές. Τι θέλει κάποιος που θέλει να επενδύσει στη χώρα; Θέλει φορολογικά και οικονομικά κίνητρα, αλλά θέλει και ένα σταθερό περιβάλλον, μία οικονομία αναπτυσσόμενη, ένα πολιτικό περιβάλλον σταθερό, μία κυβέρνηση που είναι εμπροσθοβαρής και που βοηθάει το επιχειρείν», είπε, σημειώνοντας καταληκτικά πως με τη συνεργασία των συναρμόδιων υπουργείων θα πρέπει να μπουν εκείνα «τα μικρά και μεγάλα στοιχεία» που θα δημιουργήσουν τα κίνητρα και θα συμβάλλουν στη διαμόρφωση αυτού του περιβάλλοντος.