Εξαιρετικά επιτυχημένη ήταν η χθεσινή ημερίδα της Voria.gr για τον ορυκτό πλούτο στη Β. Ελλάδα, τις προκλήσεις και τις προοπτικές του κλάδου. Όχι μόνο επειδή παρουσιάστηκαν σημαντικά θέματα και αξιοσημείωτες απόψεις από ανθρώπους που γνωρίζουν το θέμα και από μέσα και απ’ έξω. Όπως ότι η Κίνα ελέγχει τα 2/3 των σπάνιων γαιών στον πλανήτη ή ότι ούτε η Ελλάδα αλλά ούτε η Ευρωπαϊκή Ένωση έχουν συγκροτημένη και επαρκή πολιτική για το θέμα. Το πρώτιστο επίτευγμα της συγκεκριμένης ημερίδας ήταν ότι… έγινε. Διότι, όπως ανέφεραν οι πολιτικοί, οι ακαδημαϊκοί και οι επιχειρηματίες που συμμετείχαν το θέμα του ορυκτού πλούτου το αποφεύγουν σχεδόν όλοι. Δεν το συζητούν -κυριολεκτικά κάνουν πως δεν υπάρχει-, εξαιτίας των αντιδράσεων της κοινής γνώμης, που συνήθως είναι εκ των προτέρων αρνητική για τέτοιου είδους επενδύσεις, λόγω κακής και ελλιπούς ενημέρωσης. Διότι η επιστήμη και η τεχνολογία έχουν προχωρήσει και οι εξορυκτικές μέθοδοι δεν έχουν καμία σχέση με της εξορυκτικές μεθόδους του 20ού αιώνα, ούτε ασφαλώς οι συνέπειές τους. Επίσης, έγινε δημόσια λόγος για την υποκρισία που υπάρχει, όταν οι πάντες χρησιμοποιούν προϊόντα που κατασκευάζονται από ορυκτά τα οποία εξάγονται κάπου αλλού στον πλανήτη, αλλά διαμαρτύρονται μόνο για τις περιβαλλοντικές συνέπειες των εξορύξεων που γίνονται ή προγραμματίζονται στον τόπο τους. Σε κάθε περίπτωση η χθεσινή ημερίδα έσπασε -κατά κάποιον τρόπο- ένα ταμπού, αφού δημιούργησε συνθήκες δημόσιου διαλόγου για ένα θέμα που εκτός από κρίσιμο για την ανάπτυξη αποτελεί εύκολη λεία για τους λαϊκιστές. Μόνο γι’ αυτό, λοιπόν, άξιζε τον κόπο. Πέρα από το ότι η αίθουσα ήταν κατάμεστη, ενώ -όπως τόνισαν οι ομιλητές- η άποψη της κοινής γνώμης και των τοπικών κοινωνιών αλλάζει, καθώς -για παράδειγμα- στον Έβρο πάνω από το 50% των πολιτών τάσσονται εξ αρχής υπέρ της δημιουργίας ορυχείου χρυσού στο Πέραμα, χωρίς ακόμη τα οικονομικά οφέλη -και κυρίως η δημιουργία θέσεων εργασίας- να έχουν γίνει χειροπιαστά.
Αυτοφοράκηδες στη… φάκα
Με εντατικούς ρυθμούς συνεχίζει το κυνήγι της αποκάλυψης των πραγματικών υπευθύνων των επιχειρήσεων εστίασης και διασκέδασης η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων. Ήδη έχουν σχηματιστεί φάκελοι και δικογραφίες που αφορούν τόσο πραγματικούς όσο και εικονικούς ιδιοκτήτες παραβατικών επιχειρήσεων, με στόχο το τελικό ξεκαθάρισμα, ώστε πρόστιμα και τιμωρίες να καταλήγουν στον πραγματικό ένοχο και όχι στον… κακομοίρη που νοικιάζει τον εαυτό του για ένα μεροκάματο. Ως γνωστόν σε πολλές περιπτώσεις τα καφέ, τα μπαρ, τα κέντρα διασκέδασης και τα παντός τύπου… ξενυχτάδικα λειτουργούν με τη μέθοδο του… μπροστινού, δηλαδή -όπως λέει η πιάτσα- του αυτοφωράκια. Είναι ο άνθρωπος που μόνο τυπικά είναι υπεύθυνος λειτουργίας της επιχείρησης, για να σηκώνει στους ώμους του τις αμαρτίες του κάθε μαγαζιού, να σέρνεται στα αυτόφωρα και να χρεώνεται τα πρόστιμα για πάσης φύσεως παραβάσεις, κυρίως για ηχορύπανση και παραβίαση της φορολογικής και ασφαλιστικής νομοθεσίας. Επειδή, λοιπόν, η συγκεκριμένη συνθήκη έχει πάρει πολύ μεγάλη έκταση η ΑΑΔΕ αποφάσισε να ξεκαθαρίσει το τοπίο, όσο εύκολο είναι κάτι τέτοιο. Η επιχείρηση – σκούπα των αυτοφωράκηδων δείχνει να πηγαίνει καλά στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη, τις δύο πόλεις στις οποίες εστίασαν οι αρχές. Έτσι για πρώτη φορά η ΑΑΔΕ σχηματίζει μια εικόνα των υπευθύνων πολύ κοντά στην πραγματικότητα, ώστε η πίεση για νομιμότητα να αυξηθεί, αφού οι επαναλαμβανόμενες από το ίδιο άτομο παραβάσεις επιφέρουν αύξηση των ποινών.
Καταρρέει το Αλατζά Ιμαρέτ
«Το Αλατζά Ιμαρέτ (τουρκικά: Alaca Imaret), που σημαίνει "Πολύχρωμο άσυλο", ή Ισ(χ)άκ Πασά Τζαμί είναι τζαμί του 15ου αιώνα και βρίσκεται στην οδό Κασσάνδρου βορειανατολικά της εκκλησίας του Αγίου Δημητρίου, στη Θεσσαλονίκη. Ο χώρος λειτουργούσε ως ιμαρέτ (πτωχοκομείο), μεντρεσές (ιερατική σχολή) και χώρος προσευχής ενώ έλαβε σταδιακά τη σημερινή του μορφή. Το όνομα Αλατζά τα οφείλει στον πολύχρωμο μιναρέ του, αφού αλατζά στα τούρκικα θα πει χρωματιστός. Το 1970, με αφορμή την κατάρρευση του βόρειου τμήματος του προστώου κατά το προηγούμενο έτος, πραγματοποιήθηκαν για πρώτη φορά έργα συντήρησης τα οποία επαναλήφθηκαν το 1993-1996, περίοδο κατά την οποία έγινε μεταξύ άλλων και αποκατάσταση της εξωτερικής τοιχοποιίας».


Αυτά είναι τα βασικά που αναφέρονται στο Διαδίκτυο για το Αλατζά Ιμαρέτ. Μόνο που είναι… ξεπερασμένα. Όπως φαίνεται στις φωτογραφίες, σήμερα το μνημείο αυτό της Οθωμανικής περιόδου της Θεσσαλονίκης είναι κλειστό, παρατημένο, γεμάτο σκουπίδια και εξωτερικά τουλάχιστον είναι πλήρως εγκαταλειμμένο, στα όρια της… κατάρρευσης. Μάλλον η επίσημη δικαιολογία των αρμοδίων είναι η έλλειψη προσωπικού και φυλάκων, κάτι που στην Ελλάδα -ιδιαίτερα στον δημόσιο τομέα- ακούγεται πολύ συχνά για να είναι πειστικό. Σε κάθε περίπτωση -κι επειδή και τα υπόλοιπα μνημεία της Οθωμανικής περιόδου είναι κλειστά και μη επισκέψιμα- η σύγχρονη Θεσσαλονίκη γυρνάει την πλάτη της σε ένα μεγάλο χρονικά κομμάτι της ιστορίας της. Ας το έχουν αυτό υπόψιν τους όλοι. Και οι θεσμικοί παράγοντες της πόλης και οι αρμόδιοι και οι κατά καιρούς… υπερευαίσθητοι για τον χαρακτήρα και τον πολιτισμό (sic) της πόλης.


Το πολιτικό κέντρο
Στην πολιτική η ορολογία παίζει σημαντικό ρόλο, καθώς υποτίθεται ότι κωδικοποιεί πολιτικές συμπεριφορές και εξηγεί πολιτικές αποφάσεις. Τα τελευταία χρόνια η έννοια του πολιτικού κέντρου απασχολεί έντονα την επικαιρότητα διεθνώς, αν και στην πραγματικότητα ο πολιτικός αυτός χώρος «γεννήθηκε» στην Αρχαία Ελλάδα. Το κέντρο υπόσχεται να μετριάσει τις συγκρούσεις και τους δογματισμούς που κάνουν το αίμα μας να βράζει και τη σκέψη μας να θολώνει. Να αναζητήσει ρεαλιστικές νέες λύσεις που η αριστερά και η δεξιά είναι πολύ άκαμπτες ιδεολογικά για να ανακαλύψουν. Είναι ο τρίτος δρόμος, η μέση λύση, η χρυσή τομή. Είναι η υπόσχεση ότι μπορούν να επιλυθούν οι διαφορές που χωρίζουν τους λογικούς και ανοιχτόμυαλους ανθρώπους, οι οποίοι λειτουργούν καλή τη πίστει. Από την οπτική αυτή γωνία, το πολιτικό κέντρο φαντάζει ελπιδοφόρο, απελευθερωτικό, ακόμα και βαθύ. Την ιστορία αυτής της ιδέας καταγράφουν ο Ίαν Νταντ και ο Ντόριαν Λίνσκι στο βιβλίο «Το πολιτικό κέντρο» (μετάφραση Κωστής Πανσέληνος, εκδόσεις Μεταίχμιο). Όπως οι ίδιοι οι συγγραφείς εξηγούν, αν και υποτίθεται ότι το κέντρο βασίζεται στη συναίνεση, είναι πραγματικά ειρωνικό το πόσο λίγη συναίνεση υπάρχει γύρω από το τι σημαίνει στ’ αλήθεια. Και ίσως δεν θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά αφού από την Αρχαία Ελλάδα έως τη Γαλλική Επανάσταση και από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο έως τις μέρες μας πολλές επί μέρους έννοιες έχουν αλλάξει ή προστεθεί στην πολιτική ορολογία. Οι δύο συγγραφείς αφενός αναζητούν τις θεμελιώδεις αρχές του και αφετέρου προσπαθούν να απαντήσουν σε ερωτήματα όπως: Μπορούμε άραγε να προσδιορίσουμε τι είναι ο χώρος του κέντρου; Καθορίζεται σε σχέση με τα άκρα του πολιτικού φάσματος ή αποτελεί συγκροτημένη ιδεολογία από μόνος του; Είναι ο τρίτος δρόμος η επιλογή της διαπραγμάτευσης αντί για τη σύγκρουση, η αποστροφή για τις ακραίες ιδεολογίες; Ή μήπως πρόκειται για κυνική στρατηγική για την κατάληψη της εξουσίας; Το θέμα του βιβλίου έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον και για κάποιον πρόσθετο πρακτικό ρόλο. Το πολιτικό κέντρο τις τελευταίες δεκαετίες καθορίζει τα εκλογικά αποτελέσματα και τους συσχετισμούς εξουσίας στις περισσότερες χώρες του ανεπτυγμένου κόσμου, στην Ευρώπη και στη Βόρεια Αμερική. Επομένως η ακριβής του έννοια και τα ιστορικά δεδομένα αφορούν και το σήμερα.
