Το καμπανάκι για την ενεργειακή εξάρτηση από τη Δύση έκρουσε ο καθηγητής Οικονομικών στο ΑΠΘ, Γρηγόρης Ζαρωτιάδης, εκφράζοντας τον σκεπτικισμό του σε σχέση με το εξελισσόμενο ενεργειακό περιβάλλον και την ενεργειακή πολιτική της χώρας αλλά και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Μιλώντας σε πάνελ για τη σημασία των ενεργειακών εξελίξεων για τη Βόρεια Ελλάδα στο πλαίσιο της ημερίδας της Voria.gr με τίτλο «Η σημασία των ενεργειακών εξελίξεων για τη Βόρεια Ελλάδα: Προμήθεια, Υποδομές, Δίκτυα», που πραγματοποιήθηκε στο ξενοδοχείο Electra Palace στη Θεσσαλονίκη, ο κ. Ζαρωτιάδης χαρακτήρισε στρατηγικό λάθος την εξάρτηση της χώρας από το ρωσικό αέριο, εκφράζοντας όμως παράλληλα τον προβληματισμό του για την εναλλακτική λύση που προκρίθηκε με την εξάρτηση από το αμερικανικό LNG, σημειώνοντας τη δέσμευση από τη συμφωνία της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τις ΗΠΑ για την αγορά μέσα στα επόμενα χρόνια 650 δισ. ευρώ σε εξοπλισμούς και 750 δισ. ευρώ LNG από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού.
Αναλύοντας τις εναλλακτικές που υπάρχουν, ο καθηγητής Οικονομικών αναφέρθηκε στην ανάπτυξη των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, κρίνοντας σημαντικό ότι η Ελλάδα θα φτάσει πολύ γρήγορα να καλύψει τις ευρωπαϊκές της δεσμεύσεις. Παρατήρησε ωστόσο τα φαινόμενα ολιγοπωλίων, μία «υπερβολική συγκεντροποίηση», όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, που έρχεται ως απόρροια των συνενώσεων και συγχωνεύσεων μεγάλων εταιρειών στις επενδύσεις για ΑΠΕ και υγραέριο. «Αυτές οι συγκεντροποιήσεις έχουν προφανέστατη επίπτωση όχι μόνο κοινωνικά -στο κόστος διαβίωσης του ελληνικού πληθυσμού- αλλά έχουν επίσης επιπτώσεις και στην ανταγωνιστικότητα της παραγωγικής μας δραστηριότητας. Γιατί ως γνωστόν τα ολιγοπώλια προκαλούν αφαίμαξη υπεραξίας, όχι μόνο από το λαϊκό εισόδημα αλλά και από τους άλλους κλάδους».
Αναφερόμενος στην αξιοποίηση υδρογονανθράκων κυρίως στο Ιόνιο και στην Κέρκυρα προειδοποίησε πως «η ανάπτυξη μιας επικεντρωμένης σε κάποιους πόρους οικονομικής μεγέθυνσης θα προκαλέσει πιθανόν για ένα σύντομο χρονικό διάστημα αρνητικές επιπτώσεις σε άλλους κλάδους παραγωγής».
Στο πλαίσιο αυτό προέκρινε την ανάγκη για «αποκέντρωση, αποσυγκέντρωση και αποσυγκεντρωποίηση», προτείνοντας ως εναλλακτικές λύσεις τις ενεργειακές κοινότητες, τη λογική του net metering, την ανάπτυξη ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές «χωρίς να μπαίνουμε στην παγίδα των ολιγοπωλίων» καθώς και μία ανεξάρτητη ισορροπημένη ευρωπαϊκή πολιτική.
«Η Ευρώπη κάνει τις λάθος επιλογές»
Ερωτηθείς για τα οφέλη των ενεργειακών επενδύσεων στην καθημερινότητα του πολίτη, ο καθηγητής του ΑΠΘ αναφέρθηκε στη δημιουργία θέσεων εργασίας και παραγωγή εισοδήματος και καλύτερων συνθηκών διαβίωσης. Αντέτεινε ωστόσο ότι «την ίδια στιγμή έχουμε το πρόβλημα ότι αναλόγως του αντικειμένου και των φορέων των επενδύσεων μπορούμε να καταλήξουμε σε αρνητικές επιπτώσεις στο κόστος ενέργειας -αν έχουμε ολιγοπωλιακή εξάρτηση- ή στο γεγονός ότι η αξιοποίηση του κεφαλαίου δεν πάει σε επενδύσεις υψηλής έντασης εργασίας αλλά σε επενδύσεις που ουσιαστικά παράγουν υπεραξία και αντλούν από τους άλλους κλάδους χωρίς να δημιουργούν πολλές θέσεις εργασίας ανά μονάδα κεφαλαίου που επενδύεται».
Επέκρινε επιπλέον και τον τρόπο που λειτουργεί ο χρηματοπιστωτικός τομέας, τονίζοντας πως «8 στα 10 δολάρια που συναλλάσσονται καθημερινώς στον κόσμο δεν είναι ούτε για το εμπόριο ούτε για τις δημόσιες επενδύσεις, ούτε για τις ιδιωτικές επενδύσεις σε μέσα παραγωγής. Είναι για την κερδοσκοπική συνδιαλλαγή του χρηματοπιστωτικού τομέα» είπε και συμπλήρωσε: «Τα λεφτά και τα κεφάλαια στο παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα υπάρχουν και είναι τόσο πολλά που είναι αναντίκριστα. Ποια είναι η διέξοδος; Φέρτε τα αντί να τα χάσετε και κάντε τα επενδύσεις για την κοινωνικά και περιβαλλοντικά βιώσιμη ανάπτυξη».
Τέλος, αφού διαπίστωσε πως σε ένα υψηλού επιπέδου διεθνοποιημένο σύστημα ούτε η Ευρώπη αλλά ούτε και κάποια άλλη οντότητα δεν μπορεί να λειτουργεί ανεξάρτητα, χαρακτήρισε σημαντικό το «να επιλέξεις μια ισορροπία μεταξύ των εξαρτήσεών σου. Και η Ευρώπη κάνει αυτήν τη στιγμή τις λάθος επιλογές». «Γιατί η Ευρώπη θα πρέπει να πληρώσει την εταιρική της σχέση με τις ΗΠΑ κλείνοντας τα μάτια προς Βορρά, Νότο και Ανατολή. Γιατί δεν πρέπει να έχει τη δική της επιλογή στις εμπορικές, κεφαλαιακές και πολιτικές συμφωνίες;» κατέληξε ο κ. Ζαρωτιάδης.