Πριν από αρκετό καιρό, σε μια παρέα στη Θεσσαλονίκη στην οποία συμμετείχε πρόεδρος επί επτά χρόνια προβεβλημένης ΔΕΚΟ της πόλης, άκουσε κάποιον να τον ρωτάει ποιο συμπέρασμα έβγαλε από τη θητεία του, τώρα που βλέπει τα πράγματα από απόσταση. Εκείνος απάντησε άμεσα, κάτι που πιθανότατα σημαίνει ότι είχε σκεφτεί το θέμα. Είπε πάνω κάτω τα εξής: «Εκείνο που κατάλαβα είναι ότι όλοι στην Ελλάδα λίγο έως πολύ θεωρούμε το κράτος μαγαζί μας, οπότε μπορούμε να κάνουμε και να ζητάμε διάφορα, χωρίς να νιώθουμε ούτε ότι υπερβαίνουμε τα όρια ούτε ότι το κλέβουμε. Οι μεν διοικήσεις των δημόσιων οργανισμών αισθάνονται ιδιοκτήτες τού… μαγαζιού, ενώ σχεδόν ποτέ δεν αγωνιούν για τα βασικά, πώς θα πληρώσουν τους εργαζόμενους ή τους λογαριασμούς. Οι δε εργαζόμενοι, καλυμμένοι πίσω από την ατιμωρησία και πολύ περισσότερο από την ουσιαστική μονιμότητα, νιώθουν επίσης δικό τους το… μαγαζί. Αναγνωρίζουν ότι η εικόνα προς τα έξω πρέπει να είναι από ανεκτή έως καλή, αλλά μέσα οι διευθετήσεις μπορούν εθιμικά ή κατά το δοκούν. Οι παλαιότεροι έχουν κάποια περισσότερα προνόμια, ενώ χάρη στον… οικογενειακό χαρακτήρα της επιχείρησης και αναλόγως του ποιος ανά εποχή τη διοικεί πετυχαίνουν έξτρα προνόμια, που μπορεί να φτάσουν μέχρι και σε μεγαλύτερη από την πρόβλεψη της νομοθεσίας αποζημίωση όταν τα έρθει η ώρα της συνταξιοδότησης. Όσο για τον κόσμο που εξυπηρετεί η συγκεκριμένη δημόσια επιχείρηση, επίσης την αντιλαμβάνεται ως κάτι δικό του ιδιοκτησιακά, πράγμα που τον οδηγεί να υποβάλλει σε πολλές περιπτώσεις παράλογα για τα συνήθη συναλλακτικά ήθη αιτήματα, όπως -για παράδειγμα- τη δωρεάν παραχώρηση χώρων, που αν ανήκαν σε ιδιώτη το πολύ-πολύ να τον ζητούσαν με κάποια έκπτωση».
Η περιγραφή, αν και προφανώς αφορά συγκεκριμένη περίπτωση, αντικατοπτρίζει τη γενική κατάσταση που επικρατεί στην Ελλάδα. Γιατί, δηλαδή, για τον ΟΣΕ -και για κάθε ΟΣΕ- να ισχύει κάτι διαφορετικό; Όσα αποκαλύπτονται μετά το τραγικό δυστύχημα των Τεμπών επιβεβαιώνουν πλήρως την ισοπεδωτική λογική και τη νοοτροπία που διέπει τη λειτουργία του ελληνικού δημοσίου, ακόμη και σε δουλειές και πόστα κρίσιμα για τις ζωές άλλων ανθρώπων. Από τα διπλά… βαρδιόχαρτα, τις διορθώσεις με μπλάνκο, τις αποχωρήσεις πριν από τη λήξη του ωραρίου και τις προφορικές και άτυπες αλλαγές βαρδιών μεταξύ των εργαζομένων, επειδή έτσι τους βολεύει, μέχρι την επιμονή σε μια στρατιωτικού τύπου ιεραρχία με βάση την παλαιότητα, την πλήρη αδιαφορία για την κρισιμότητα της περιόδου, αφού στις αργίες, στα Σαββατοκύριακα, στα τριήμερα, στις γιορτές και στα πανηγύρια οι συγκοινωνίες έχουν πάντα περισσότερο φόρτο κι επομένως χρειάζεται ενισχυμένο προσωπικό, αλλά και την ισχυρότατη αντίδραση σε κάθε είδους διαδικασία αξιολόγησης, με πρόσχημα τον κομματισμό και την ευνοιοκρατία. Κάπως έτσι το καράβι πλέει ανέμελο «στο άγνωστο με βάρκα την ελπίδα» και βασικό κριτήριο τον ελάχιστο κοινό παρονομαστή. Κάπως έτσι οι υπηρεσίες, οι οργανισμοί, οι ΔΕΚΟ οργανώνονται για να εξυπηρετούν πρώτα αυτούς που τις διοικούν και τους εργαζόμενους και κατόπιν να εκπληρώνουν την αποστολή τους προς όφελος του κοινωνικού συνόλου.
Όπως κατά καιρούς παρατηρούν συνδικαλιστές με ευαίσθητες κεραίες όταν γίνεται μια αποκρατικοποίηση και μία εταιρεία περνάει από τον έλεγχο του δημοσίου ή του ευρύτερου δημοσίου τομέα σε ιδιωτικά χέρια, το πρώτο πράγμα που αλλάζει είναι ιεράρχηση των εσωτερικών προτεραιοτήτων, με την εφαρμογή του δόγματος πρώτα η εταιρεία και μετά η διοίκηση και οι εργαζόμενοι. Διότι κατά κανόνα ο ιδιώτης δεν θα δουλέψει μία εταιρεία -στην πραγματικότητα ένα οικονομικό σύστημα-, χωρίς να επιδιώξει πρωτίστως να υπάρχει το κέρδος. Άρα να αυξηθούν τα έσοδα με την εξυπηρέτηση περισσότερων πελατών και να μειωθούν οι δαπάνες. Διότι γνωρίζει ότι χωρίς κέρδος -πολύ περισσότερο με ζημία- το μαγαζί δεν μπορεί να υπάρξει επί μακρόν, ώστε να έχει διοίκηση και εργαζομένους.
Στην Ελλάδα του 2023 όλα αυτά αποτελούν ακόμη για πολλούς ψιλά γράμματα. Η έννοια της ιδεολογίας για τη δουλειά που κάνει ο καθένας, για το τι ακριβώς παρέχει και ποιους εξυπηρετεί, βρίσκεται σε βρεφική ηλικία. Επίσης, σχεδόν το σύνολο των εργαζομένων, ειδικά του δημοσίου και ευρύτερου δημοσίου τομέα, δεν σκέφτεται καν -ούτε φυσικά συνειδητοποιεί- από ποιες πηγές προκύπτουν τα χρήματα με τα οποία πληρώνονται οι αμοιβές και οι μισθοί που εισπράττει. Χωρίς αυτό το οπλοστάσιο, όμως, κανείς δεν μπορεί να αποκτήσει ουσιαστική επαγγελματική υπευθυνότητα.
Φυσικά η συγκεκριμένη εικόνα δεν εξηγεί, πολύ περισσότερο δεν δικαιολογεί, το τραγικό δυστύχημα με τη σύγκρουση των τρένων στα Τέμπη. Αλλά αν κάποιος τη λάβει υπόψιν του αντιλαμβάνεται ευκολότερα την αλυσίδα της ευκολίας, της επιπολαιότητας, της ανικανότητας που –άσχετα αν δεν θέλουμε και δεν μπορούμε εύκολα να το παραδεχθούμε- φτάνει σε ορισμένες περιπτώσεις μέχρι τον… ουρανό. Όταν έχει υπάρξει Έλληνας πρωθυπουργός, δηλαδή πρωθυπουργός μιας από τις πιο χρεωμένες χώρες στον πλανήτη Γη, ο οποίος στη διάρκεια της θητείας του παραδέχθηκε στη Βουλή ότι είχε υποτιμήσει τη δύναμη του χρήματος και των τραπεζών και υπουργός Οικονομικών χώρας της Ευρωζώνης που μαγνητοφωνούσε τους συναδέλφους του στο Eurogroup, γιατί μας προκαλεί εντύπωση ότι τρεις – τέσσερις ελληνικές κυβερνήσεις δεν μπορούν επί δεκαετία να υλοποιήσουν μία σύμβαση 43 εκατ. ευρώ, ένας υπουργός κρύβεται, ένας άλλος παραιτείται παραμένοντας ή ότι το μοιραίο βράδυ, στον κομβικό σταθμό της Λάρισας, για το κουμάντο στα τρένα τοποθετήθηκε ένας νέος σταθμάρχης, ώστε οι… παλιοί να κάνουν τριήμερο-τετραήμερο Καθαράς Δευτέρας; Για όλους αυτούς -και πολύ περισσότερους- το κράτος δεν είναι τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο από το μαγαζάκι τους. Ενδεχομένως μικρό, σίγουρα συνοικιακό, μετά βεβαιότητος… ψιλικατζίδικο με άρωμα καφενείου και ένδοξο όνομα «Ελλάς», αλλά, πάντως, δικό τους…