Skip to main content

ΚΕΜΕΣ: Προβάλει την ταινία «Μια ξεχωριστή συμμορία» την ερχόμενη Δευτέρα

Η ταινία είναι ασπρόμαυρη γυρισμένη στη Γαλλία και είναι διάρκειας 95 λεπτών

Την ταινία του Ζαν Λικ Γκοντάρ «Μια ξεχωριστή συμμορία» θα παρουσιάσει το Κέντρο Μελετών & Ερευνών για το Σινεμά (ΚΕΜΕΣ) τη Δευτέρα 8 Μαΐου στις 21:00 στον κινηματογράφο Βακούρα, στο πλαίσιο του αφιερώματος στο γαλλικό Μάιο.

Η ταινία είναι ασπρόμαυρη γυρισμένη στη Γαλλία και είναι διάρκειας 95 λεπτών. Η διανομή είναι από τη New Star. Η σκηνοθεσία και το σενάριο είναι του Ζαν Λικ Γκοντάρ και είναι βασισμένη στο βιβλίο «Fool's Gold» της Ντολόρες Χίτσενς. Παίζουν οι Άννα Καρίνα, Κλοντ Μπρασέρ, Σάμι Φρέι.

Μετά την προβολή θα ακολουθήσει συζήτηση όπου ο Αλέξης Δερμεντζόγλου θα αναλύσει το θέμα: «Στις παγίδες του σινεμά».

Λίγα λόγια για την ταινία:

«Μια νεαρή κοπέλα, η Οντίλ, που ζει με την εύπορη θεία της στο Παρίσι, γνωρίζεται με τον Φρανς και τον Αρτούρ, δύο γοητευτικούς νέους, και τους αποκαλύπτει πως στο σπίτι που μένει υπάρχει κρυμμένο ένα μεγάλο χρηματικό ποσό. Έτσι λοιπόν αυτή η απίθανη «συμμορία» αποφασίζει να κλέψει τα χρήματα, και να το σκάσει με προορισμό την περιπέτεια…

Υπέροχο, αποδιαρθρωμένο, σινεφίλ, χιουμοριστικό νουάρ με συναρπαστική φωτογραφία από τον Ραούλ Κουτάρ και εξαιρετική μουσική από τον Μισέλ Λέγκραν. Μία ταινία-σταθμός στην ιστορία του γαλλικού Νέου Κύματος που επηρέασε σκηνοθέτες όπως ο Κουέντιν Ταραντίνο, ο Γουόνγκ Καρ Γουάι, ο Χαλ Χάρτλεϊ και άλλοι».

Στο κοινό θα διανεμηθεί η ακόλουθη κριτική του Πάρι Μνηματίδη, ειδικά γραμμένη για την προβολή.

Αναλυτικά:

«Είναι μια χαριτωμένη σύμπτωση το ότι ένα από τα πλέον επιδραστικά φιλμ του Godard παγκοσμίως, και ειδικά στην Αμερική, για κάποιον λόγο δεν βρήκε ποτέ την ίδια απήχηση σε σχέση με άλλες δημιουργίες του στην Ελλάδα. Εξίσου περίεργο είναι το ότι τυχαίνει να είναι και μια από τις πιο προσβάσιμες δημιουργίες του, με τις όποιες υπερβάσεις να λαμβάνουν χώρα σχεδόν αποκλειστικά σε επίπεδο ύφους και όχι τόσο στη νοηματική ή στην πολιτική τοποθέτηση.
Ναι, απουσιάζει εδώ μια πολυεπίπεδη ανάλυση γύρω από θεματικές όπως οι εξουσιαστικές δυναμικές που σχηματίζονται στις διαπροσωπικές σχέσεις εντός καπιταλιστικών δομών («Η Περιφρόνηση») ή η θέση της γυναίκας στη γκωλική Γαλλία («Ζούσε τη Ζωή της»). Σαν κινηματογραφική εμπειρία όμως, το «Μια Ξεχωριστή Συμμορία» έχει μια αγνότητα κι έναν ενθουσιασμό που μόνο ένας σκηνοθέτης σε δημιουργικό οίστρο θα μπορούσε να συλλάβει σε τέτοιο βαθμό ακόμη και μέσα στην περίοδο της ωριμότητάς του. Και η ροή της αφήγησης, άναρχη, ελευθεριακή, πλήρως συντονισμένη με τον νεανικό παρορμητισμό των ηρώων, αποτελεί εμμέσως ένα στρατευμένο μήνυμα. Η πολιτική εισχωρεί στο σύνολο πιο έμμεσα σε σχέση με αυτό που συνηθίζει ο Godard, όσο χρειάζεται για να την αντιληφθούν τα αφτιά που είναι επαρκώς τεντωμένα (το μάθημα των αγγλικών είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα).

Το γνωστό γκονταρικό θράσος έχει έντονη παρουσία κι εδώ, ειδικά στο πώς γίνονται αντιληπτές οι νουάρ καταβολές του υλικού, οι οποίες αποδομούνται συνεχώς σε όλη τη χρονική διάρκεια, με αποκορύφωμα το πιστολίδι στην κορύφωση που, εσκεμμένα, φλερτάρει με την αυτοπαρωδία, και το ίδιο το φινάλε που πάει εντελώς κόντρα στην εγγενή τραγικότητα του είδους, αποκτώντας ουσιαστικά ένα πρόσημο ριζοσπαστισμού ακριβώς γι' αυτόν τον λόγο, ενώ υπό ένα άλλο πρίσμα θα γινόταν αντιληπτό ως «φούσκα» και συνθηκολόγηση με τα γούστα του ευρύτερου κοινού που επιθυμεί διακαώς μια χαρούμενη κατακλείδα στο σινεμά. Και άλλες επιλογές όπως το ότι η δράση εκτυλίσσεται ως επί το πλείστον κατά τη διάρκεια της μέρας, αλλά και ο ετεροδιηγητικός (αντί για ομοδιηγητικός) αφηγητής εντάσσονται σε αυτό το πλαίσιο του παιχνιδιού με τις συμβάσεις. Μέχρι και οι χαρακτήρες λειτουργούν ως μια διακωμώδηση των βασικών στερεοτύπων της εν λόγω παράδοσης, του απογοητευμένου από τη ζωή πρωταγωνιστή, του σκληροτράχηλου δευτεραγωνιστή και της femme fatale. Σε αντίθεση με τον πιο παραδοσιακό στην προσέγγισή του Melville απέναντι στο είδος, εδώ το νουάρ μπολιάζεται σχεδόν επιθετικά με την ιδιοσυγκρασία της Νουβέλ Βαγκ, ίσως όχι μόνο από άποψη, αλλά και με διάθεση εκδίκησης ενάντια στον, παρόντα ακόμη και στο πεδίο της έβδομης τέχνης, αμερικανικό ιμπεριαλισμό εκ μέρους του σπουδαίου δημιουργού.

Η σκηνοθετική «γλώσσα» βγαίνει και με διάφορα ευρήματα που διαθέτουν εκείνη την αυταρέσκεια που απολαμβάνει κανείς να εντοπίζει στον Godard, από τα επιτηδευμένα μικρά λάθη στο μοντάζ (αυτοσαρκασμός από τον κινηματογραφιστή που καθιέρωσε ως κανόνα από εξαίρεση το jump cut;) μέχρι τις ουκ ολίγες φορές που η Anna Karina «σπάει» τον τέταρτο τοίχο με ένα βλέμμα ή μια ομιλία προς την κάμερα.

Η επιτυχία του «Μια Ξεχωριστή Συμμορία» (που για τους πιο «σκληροπυρηνικούς» μπορεί να μην προσμετρηθεί ως τέτοια) έγκειται στο γεγονός πως ένας θεατής μπορεί να αδιαφορήσει εντελώς για την πληθώρα των σινεφίλ αναφορών, για τις φορμαλιστικές «τσαχπινιές» και για το συνειδητοποιημένο ιδεολογικό φορτίο πολλών επιλογών, αλλά τελικά να απολαύσει αυτό που ξεδιπλώνεται στην οθόνη λόγω της ασυναγώνιστης ατμόσφαιρας, της άψογης αίσθησης ρυθμού και μιας ασυγκράτητης ενέργειας που αντανακλάται και στις σχεδόν αυτοσχεδιαστικού τύπου ερμηνείες της πρωταγωνιστικής τριάδας. Είναι από εκείνες τις σπάνιες περιπτώσεις που ένας κινηματογραφιστής στον οποίο είχε «κολλήσει» αρκετά άδικα η ταμπέλα του ελιτισμού κάνει μια αποφασιστική στροφή στην απλότητα, χωρίς όμως να χάνει τη γνησιότητα και τη δύναμη της υπογραφής του. Για το αν το ρίσκο απέδωσε, ας ρωτήσει κανείς ονόματα του διαμετρήματος του Quentin Tarantino και του Wong Kar-Wai μεταξύ άλλων...»